[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

«Μην ξαναπάρεις τηλέφωνο κανέναν, μ’ ακούς; Κανέναν!» ούρλιαξε ο Στέλιος και χτύπησε με τη γροθιά του την πόρτα της κουζίνας τόσο δυνατά, που έτριξαν τα τζάμια. Εγώ στεκόμουν δίπλα στο νεροχύτη, με...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

«Μην ξαναπάρεις τηλέφωνο κανέναν, μ’ ακούς; Κανέναν!» ούρλιαξε ο Στέλιος και χτύπησε με τη γροθιά του την πόρτα της κουζίνας τόσο δυνατά, που έτριξαν τα τζάμια.

Εγώ στεκόμουν δίπλα στο νεροχύτη, με τα χέρια βρεγμένα, και κοιτούσα κάτω.

Όχι γιατί έφταιγα.

Αλλά γιατί ήξερα πως αν τον κοιτούσα στα μάτια, θα άναβε κι άλλο.

Εκείνο το βράδυ, στα εξήντα τρία μου, κατάλαβα ότι ή θα μιλούσα ή θα πέθαινα από τον φόβο μου μέσα στο ίδιο μου το σπίτι. Ο Στέλιος είναι ο γιος μου.

Το παιδί που γέννησα, που μεγάλωσα με στερήσεις, που του έδινα το καλύτερο κομμάτι από το φαγητό όταν δεν μας έφταναν τα λεφτά.

Δούλευα χρόνια σε καθαριστήρια στον Νέο Κόσμο, ο άντρας μου είχε φύγει νωρίς απ’ τη ζωή, κι εγώ έμεινα να παλεύω μόνη.

Δεν λέω πως ο Στέλιος ήταν πάντα έτσι.

Μικρός ήταν κλειστό παιδί, λίγο απότομος, αλλά όχι κακός.

Ή τουλάχιστον έτσι ήθελα να πιστεύω.

Όταν χώρισε με τη Λένα, γύρισε στο σπίτι σαν να είχε τελειώσει ο κόσμος.

Ήρθε με δύο βαλίτσες, ένα πρόσωπο σκοτεινό και μια οργή που δεν χώραγε μέσα του. «Για λίγο, μάνα», μου είπε. «Μέχρι να σταθώ». Εγώ φυσικά του άνοιξα.

Τι θα έκανα; Να άφηνα το παιδί μου έξω; Το «για λίγο» έγινε τρία χρόνια.

Στην αρχή ήταν μόνο τα νεύρα.

Έσπαγε κανένα ποτήρι, κοπάναγε πόρτες, έβριζε τη Λένα, το δικαστήριο, τη ζωή του.

Μετά άρχισαν οι προσβολές προς εμένα. «Εσύ φταις που έγινα έτσι.» «Με έκανες αδύναμο.» «Μη μου κάνεις την αθώα τώρα.» Έμενα σιωπηλή.

Έφτιαχνα καφέ, ζέσταινα φαγητό, μάζευα τα σπασμένα.

Κυριολεκτικά και όχι μόνο.

Στην πολυκατοικία άκουγαν.

Το ήξερα.

Η κυρία Κατερίνα από απέναντι με κοιτούσε στο ασανσέρ σαν να ήθελε να με ρωτήσει, αλλά εγώ χαμογελούσα σφιγμένα. «Όλα καλά», έλεγα.

Αυτή η φράση με έφαγε.

Όλα καλά.

Τίποτα δεν ήταν καλά.

Το χειρότερο δεν ήταν οι φωνές.

Ήταν η αναμονή.

Τα βήματά του στο διάδρομο.

Το κλειδί στην πόρτα όταν γύριζε.

Αν είχε πιει.

Αν είχε χάσει λεφτά.

Αν τον είχε πάρει η Λένα για το παιδί και τσακώθηκαν.

Ζούσα με το στομάχι κόμπο.

Άκουγα ασανσέρ και πεταγόμουν.

Κοιμόμουν με την τηλεόραση ανοιχτή για να μη σκέφτομαι.

Μια φορά με έσπρωξε γιατί του είπα να χαμηλώσει τη μουσική.

Έπεσα πάνω στο τραπέζι του σαλονιού και μελανιάσαν τα πλευρά μου.

Την άλλη μέρα, στη λαϊκή, είπα ότι γλίστρησα στο μπάνιο.

Τι ντροπή κουβάλαγα, Θεέ μου.

Λες και έφταιγα εγώ.

Λες και αν το μάθαιναν οι συγγενείς, θα λέγανε «καημένη η Ειρήνη». Όχι.

Θα ψιθύριζαν «κάτι θα έγινε σ’ αυτό το σπίτι». Αυτά σκεφτόμουν.

Την εικόνα.

Τον κόσμο.

Τι θα πει η αδερφή μου στην Πάτρα.

Τι θα πει η νονά του.

Σαν χαζή.

Συγγνώμη, αλλά έτσι ήμουν.

Το βράδυ που έσπασα, είχε γυρίσει έξαλλος.

Ζήτησε λεφτά.

Είχα στην άκρη κάτι για τη ΔΕΗ και για τα φάρμακά μου.

Του είπα ήρεμα πως δεν έχω άλλα.

Με κοίταξε σαν ξένη. «Έχεις.

Απλώς δεν θες να μου δώσεις.» «Στέλιο, σου δίνω κάθε μήνα, δεν βγαίνω…» Δεν με άφησε να τελειώσω.

Άρπαξε την καρέκλα και την πέταξε στον τοίχο.

Το πιάτο έπεσε κάτω και έγινε κομμάτια.

Μετά ήρθε κατά πάνω μου, με έπιασε από το μπράτσο τόσο δυνατά που νόμιζα πως θα μου το ξεριζώσει. «Θα με πετάξεις στον δρόμο; Εμένα;» Εκεί δεν ξέρω τι έγινε μέσα μου.

Ίσως γιατί για πρώτη φορά είδα καθαρά ότι δεν μιλούσα πια στον γιο μου.

Μιλούσα σε έναν άνθρωπο που μπορούσε να με καταστρέψει.

Με το άλλο χέρι, που έτρεμε ολόκληρο, πήρα το κινητό από την τσέπη της ζακέτας και έστειλα ένα μήνυμα στην Κατερίνα. «Έλα πάνω. Σε παρακαλώ. Τώρα.» Η συνέχεια της ιστορίας στα σχόλια 👇👇👇

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης - Επικοινωνία
Update cookies preferences