[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

Τον έλεγαν Αλέξανδρο. Όχι τον Μέγα ,τον Αλεξανδράκο, όπως τον φώναζαν κρυφά οι φίλοι του. Κι ήταν παντρεμένος με τη Μαρία, μια γυναίκα που τον αγαπούσε με υπομονή ανεξάντλητη. Είχαν μια σχέση...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

Τον έλεγαν Αλέξανδρο. Όχι τον Μέγα ,τον Αλεξανδράκο, όπως τον φώναζαν κρυφά οι φίλοι του.

Κι ήταν παντρεμένος με τη Μαρία, μια γυναίκα που τον αγαπούσε με υπομονή ανεξάντλητη.

Είχαν μια σχέση κανονική, από αυτές που βαριούνται οι σκηνοθέτες, αλλά ζουν οι άνθρωποι.

Ώσπου ήρθε ο Βαγγέλης. Ο Βαγγέλης ήταν ο καινούργιος συνάδελφος της Μαρίας.

Δεν ήταν πιο όμορφος, δεν ήταν πιο πλούσιος.

Ήταν απλώς διαφορετικός.

Χαμογελούσε πιο εύκολα.

Έλεγε ανέκδοτα.

Πρότεινε καφέδες.

Και μια μέρα, η Μαρία γέλασε δυνατά με κάτι που είπε. Ο Αλεξανδράκος το άκουσε από το τηλέφωνο.

Και κάτι ράγισε μέσα του.

Εκείνο το βράδυ δεν κοιμήθηκε.

Έφτιαξε στο μυαλό του δέκα διαφορετικές ιστορίες.

Σε όλες, η Μαρία τον απατούσε.

Σε όλες, τον κορόιδευε.

Σε όλες, τον εγκατέλειπε.

Δεν είχε ούτε μία απόδειξη.

Αλλά η ζήλεια δεν χρειάζεται αποδείξεις.

Αρκείται στις υποψίες και αφήνει τη φαντασία να κάνει τα υπόλοιπα.

Άρχισε να ψάχνει το κινητό της.

Να μετράει τα λεπτά που αργούσε.

Να ρωτάει με ποιον ήταν, γιατί χαμογέλασε, γιατί άργησε δώδεκα λεπτά, γιατί δεν απάντησε αμέσως.

Κι όσο περισσότερο εκείνη του εξηγούσε, τόσο περισσότερο εκείνος πίστευε πως κάτι έκρυβε.

Γιατί η ζήλεια δεν ηρεμεί όταν βρίσκει απαντήσεις.

Ηρεμεί μόνο όταν βρίσκει εχθρούς. Μια Παρασκευή πήρε άδεια από την δουλειά και την ακολούθησε κρυφά.

Την είδε να βγαίνει από το σεμινάριο μαζί με τον Βαγγέλη.

Πήραν έναν καφέ. Γέλασαν.

Μίλησαν σαν δύο συνάδελφοι.

Στις δώδεκα και τριάντα πέντε την πήρε τηλέφωνο. - Πού είσαι; - Σε διάλειμμα.

Πήγαμε για καφέ με τον Βαγγέλη. - Μάλιστα... Να περάσετε όμορφα.

Γύρισε σπίτι πριν από εκείνη.

Όταν η Μαρία άνοιξε την πόρτα, τα πιάτα στον νεροχύτη ήταν ήδη σπασμένα. - Ήξερες ότι σε παρακολουθούσα; την ρώτησε.

Εκείνη δεν απάντησε αμέσως.

Κοίταξε τα κομμάτια από τα πιάτα στο πάτωμα.

Ύστερα τον κοίταξε στα μάτια.

Και κάτι έσβησε μέσα της.

Όχι η αγάπη.

Η ελπίδα.

Οι εβδομάδες που ακολούθησαν έγιναν αφόρητες. Η Μαρία ένιωθε πως κάθε της λέξη ήταν απολογία.

Κάθε της κίνηση στοιχείο μιας δίκης που δεν τελείωνε ποτέ.

Έβαλε κωδικό στο κινητό της για να προστατεύσει τον εαυτό της.

Εκείνος το θεώρησε ομολογία.

Σταμάτησε να βγαίνει με φίλες.

Εκείνος πίστεψε ότι τώρα απλώς πρόσεχε περισσότερο.

Όσο εκείνη υποχωρούσε, τόσο εκείνος απαιτούσε.

Κι όσο εκείνος απαιτούσε, τόσο εκείνη απομακρυνόταν.

Μέχρι που ένα βράδυ στάθηκε στην πόρτα με μια βαλίτσα στο χέρι. - Ξέρεις ποιος με αγαπάει πραγματικά, Αλέξανδρε; - Ο Βαγγέλης; Εκείνη χαμογέλασε θλιμμένα. - Όχι. Εγώ.

Γιατί αν δεν αγαπήσω εγώ τον εαυτό μου, θα με τελειώσεις εσύ.

Έκλεισε την πόρτα πίσω της.

Δεν ξαναγύρισε ποτέ.

Τρεις μήνες αργότερα ο Αλέξανδρος έμαθε τυχαία ότι ο Βαγγέλης ήταν παντρεμένος με την διευθύντρια της Μαρίας.

Έμεινε ακίνητος.

Για πρώτη φορά κατάλαβε πως δεν είχε πολεμήσει ποτέ έναν άνθρωπο.

Είχε πολεμήσει τους φόβους του.

Και είχε χάσει από αυτούς.

Σήμερα ζει μόνος.

Το σπίτι είναι ήσυχο.

Τα πιάτα είναι καινούργια.

Το κρεβάτι στρώνεται κάθε πρωί, αλλά η άλλη πλευρά μένει πάντα άδεια.

Καμιά φορά ανοίγει το άλμπουμ με τις παλιές φωτογραφίες.

Βλέπει τη Μαρία να γελάει.

Και συνειδητοποιεί ότι πέρασε περισσότερο χρόνο αμφισβητώντας αυτό το χαμόγελο, παρά απολαμβάνοντάς το. Θα έδινε τα πάντα για να την ακούσει να γελάει άλλη μία φορά.

Έστω κι αν δεν γελούσε για εκείνον.

Τότε κατάλαβε πως δεν την έχασε τη μέρα που έφυγε.

Την έχασε τη μέρα που σταμάτησε να την εμπιστεύεται.

Γιατί από εκείνη τη στιγμή δεν έβλεπε πια τη γυναίκα που αγαπούσε.

Έβλεπε μόνο τους φόβους του.

Και οι φόβοι, όταν τους αφήσεις να αποφασίζουν για λογαριασμό σου, παίρνουν πάντα το ίδιο πράγμα.

Όχι αυτό που φοβάσαι ότι θα χάσεις.

Αλλά αυτό που ήδη είχες.Η ζήλεια δεν καταστρέφει τις σχέσεις επειδή αποκαλύπτει την αλήθεια.

Τις καταστρέφει επειδή δημιουργεί ψέματα που μοιάζουν αληθινά.

Κι όταν καταλάβεις ότι πολεμούσες μόνο τους φόβους σου, ίσως να μην έχει μείνει κανείς να τους διαψεύσει. 🌻 Εκ της συντακτικής ομάδας του: Ιερός Ναός Αγίου Κωνσταντίνου Κολωνού π. Αθανάσιος

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης - Επικοινωνία
Update cookies preferences