Δεν θυμάμαι πια πόσα χρόνια πέρασαν από τότε που την είδα για πρώτη φορά· θυμάμαι μόνο πως ήτανε σούρουπο καλοκαιριάτικο, ένα σούρουπο μουντογάλαζο και χλιαρό. Στους δρόμους είχε κόσμο πολύ...
Δεν θυμάμαι πια πόσα χρόνια πέρασαν από τότε που την είδα για πρώτη φορά· θυμάμαι μόνο πως ήτανε σούρουπο καλοκαιριάτικο, ένα σούρουπο μουντογάλαζο και χλιαρό.
Στους δρόμους είχε κόσμο πολύ, χαρούμενο, φλύαρο· ανθρώπους βιαστικούς και γελαστούς.
Σάββατο δειλινό πρέπει να ‘τανε κείνη η ώρα που την πρωτοείδα.
Οι άνθρωποι μόνο το Σάββατο παίρνουν τους δρόμους κοπαδιαστά, γελούν χωρίς να σε κοιτάζουν και περνούν αδιάφοροι.
Τρίβονταν οι αγκώνες μου στο πλήθος, ρουφούσα τη μυρουδιά του αραποσιτιού, που σπίθιζε πάνω στα μαγκάλια της κάθε γωνιάς, ρουφούσα την αλμύρα της θάλασσας από πέρα και τη ζωή της νύχτας, που κόντευε να φτάσει… σαν την είδα.
Μου ‘ρθανε στον νου κούκλες ξύλινες.
Είχα μία στα μικράτα μου μα δεν ήθελα να την παίζω γιατί τα ποδάρια της ήτανε μονοκόμματα και τα χέρια της μόνο στους ώμους μπορούσαν, να λυγάνε· δεν χόρταινε τη φαντασία μου· έτσι, πεταμένη σε μία γωνιά, κρατούσε συντροφιά σε κάτι κουρέλια.
Πώς πήδηξε ξάφνου από τη γωνιά της και βρέθηκε κείνο το δειλινό μπροστά μου στον δρόμο; Πώς γύρισε από την εξορία της και φάνηκε ξάφνου στη μέση της στράτας, να περπατά βιαστικά μέσα στα φαρδιά, μακριά της ρούχα; Σαββατόβραδο· αραποσίτια να σκορπούν σπίθες κι ευωδιά· φωνές, γέλια, ζωή.
Σαββατόβραδο· μια κούκλα φτωχιά φόρεσε φουστάνια και παίρνει τους δρόμους, σέρνει τ’ ατροφικά ποδάρια της και σειεί μέσα στα φαρδομάνικα, δυο μπράτσα μισερά.
Τι μπορούσαμε άραγε ‘μείς οι άνθρωποι να ζητήσουμε παραπάνω κείνο το δειλινό; Όλα μας τα ‘δινε ο θεός: και άρτον και θεάματα. * * * Πέρασε καιρός.
Μια μέρα ξανάδα το φτωχό ξύλινο παιγνίδι μου… Την είδα την κοπέλα να βγαίνει από το σπίτι του παπα-Θανάση.
Κοντοστάθηκε στο κατώφλι και μου χαμογέλασε δειλούτσικα, έπειτα έσυρε το ένα της ποδάρι, έδωσε, λες, το σύνθημα σε όλο το κορμί και τράβηξε σκυφτή προς τον μεγάλο δρόμο.
Κόρη του παπα-Θανάση ήτανε, λοιπόν, του γείτονα —ο θεός να συχωρέσει τις αμαρτίες του τις άπειρες και τα καμώματά του.
Όλος ο κόσμος τον ήξερε τον παπα-Θανάση, όλ’ η γειτονιά, ο δρόμος μου ολάκερος.
Δεν μπορούσε να κρυφτεί από κανένα.
Τουλούμια κρασί έχυνε μέσα του, τουλούμια βρισιές ξερνούσε.
Κανείς δεν τον συμπάθαγε ούτε τον εσεβόταν.
Τις νύχτες, οι γυναίκες είχανε δει τα μάτια του να γυαλίζουνε στο πέρασμά τους γι’ αυτό.
Οι άντρες τον περιφρονούσαν. — «Σαν δεν πιστεύεις στον θεό και γίνεσαι παπάς, μόνο τεμπέλης μπορεί να ‘σαι και κατεργάρης», λέγανε.
Όσο για μένα, τον είχα μάθει καλά, θαρρείς και ζούσαμε κάτω από την ίδια σκέπη.
Τα σπίτια μας ήτανε, βλέπεις, τόσο κοντά, που στο μισόφωτο φαντάζανε να σμίγουν.
Τις νύχτες του καλοκαιριού, σαν παύανε τα παιγνίδια των ξυπόλυτων παιδιών στον δρόμο, σαν τραβιόντουσαν μέσα οι μισόγυμνες γειτόνισσες, σαν σώπαινε το ξεκούρδιστο πιάνο από αντίκρυ κι έσβηνε ο αμανές πίσω απ’ τον φράχτη με το αγιόκλημα, η αγριοφωνάρα του παπά τρυπούσε τους τοίχους, ερχότανε και θρόνιαζε μέσα στο δωμάτιό μου και μ’ έκανε να τεντώνω το αυτί μου· η περιέργειά μου τότε φούντωνε και κράταγα ως και την ανάσα μου για να μπορέσω να γλιστρήσω μέσα στην ιερή φωλιά του θείου λειτουργού… Ήτανε παντρεμένος με ξένη· δεν έμαθα ποτέ από πού βαστούσε η σκούφια της· την άκουγα μόνο συχνά, σαν έβγαινε στο μπαλκόνι της ν’ απλώσει ρούχα, την άκουγα να λέει με τη βαριά της προφορά, δυνατά για να το πάρει είδηση η γειτονιά ολάκερη. — «Έπλυνα πάλι και μάτωσαν τα χέρια μου· δεν ήμουνα συνηθισμένη ‘γώ σε τέτοιες δουλειές». Τα ίδια κοπανούσε και τα βράδια, όταν άρχιζε ο καυγάς, όταν έσμιγε η βρισιά του παπά με του γιου τη γροθιά, που ‘πεφτε τρανταχή πάνω στο τραπέζι.
Γροθιά και φωνή, στριγκλιά και σάλος για να μπει η παραγνωρισμένη αριστοκράτισσα στη θέση της.
Εύκολα όμως δεν τέλειωναν οι φασαρίες.
Το φαΐ αργούσε να ‘ρθει στο τραπέζι.
Το νερό δεν ήτανε αρκετά παγωμένο, το ψωμί είχε μείνει από χθες. —Κάθε τόσο ξετιναζόμουνα.— Κι έτσι ώρα πολλή, μέχρις αργά τη νύχτα.
Μόνο από το στόμα της κόρης δεν έβγαινε άχνα.
Της φωνής της τον τόνο δεν τον γνώρισα ποτέ.
Δεν μιλούνε οι ξύλινες φτωχές κούκλες, γιατί κανείς δεν τις ακούει.
Ποιος να προσέξει τι λένε; Όλοι κοιτάζουν τα ποδάρια τους τα καλαμένια· όλοι κοιτάζουνε τα χέρια, που μόνο από τους ώμους μπορούνε και λυγάνε.
Ποιος ν’ ακούσει τη φωνή τους; * * * Δεν την άκουγα την κόρη του παπα-Θανάση, μα την ένιωθα κοντά μου, ένιωθα τον καημό του αδύνατου κορμιού της, γευόμουνα το δάκρυ της το πικρό κι έμπαινα κρυφά στη μοναξιά της.
Μονάχη, λες, και ζούσε.
Κανένας δεν νοιαζότανε για δαύτην· κανένας δεν την πονούσε.
Κι όταν, τις Κυριακές, μάνα, παπάς και γιος διαβαίναν το κατώφλι, κείνη έμενε πίσω, με κρεμαστά χέρια μέσα στα φαρδομάνικα, να βλέπει αυτούς που φεύγανε, να τους βλέπει μ’ ελαφριά καρδιά.
Είναι καλά να μένεις πίσω, όταν ξέρεις ότι οι δρόμοι θα σε κοιτάζουν με οίκτο και περιέργεια.
Το ‘ξερε η κόρη του παπά, αυτό, το ‘ξερε και φοβότανε τους δρόμους με την τρανταχτή ζωή.
Έβλεπα στα μάτια της τον τρόμο για τις μεγάλες δημοσιές.
Κι έπειτα, τι είχε να πεθυμήσει από το έξω; Τι μπορούσε τάχατες να περιμένει; Το χαμόγελο του άντρα του περαστικού; Τον ερωτικό του λόγο; Στο σπίτι την αφήνανε και το χαιρότανε.
Συντρόφισσα στα όνειρά της, η νεραντζιά η πικρή από δίπλα, συντρόφισσα κι η σιωπή.
Έπρεπε να προλάβει να χαρεί με τούτα ως την ώρα τη βραδινή, την ώρα του γυρισμού, όταν θ’ άρχιζαν πάλι τα ξεφωνητά και τα βαριά τα λόγια, ως τη στιγμή που θα ‘σπαζε το καντήλι, θα χυνόντουσαν τα λάδια και το εικόνισμα της Παναγιάς, πεταμένο χάμου θα βάσταγε συντροφιά σ’ ένα σταυρό σκουριασμένο… «Κουνήσου μωρή και συ λιγάκι.
Κάνε καμιά δουλειά!» — «Δεν την αφήνεις, λέω.
Αφού ξέρεις ότι είναι ανήμπορη». — «Σκασμός! Για νέο μας το λες;» Οι φωνές μπερδεύονταν με το πλατάγισμα των πιατικών.
Η κόρη δεν έβγαζε μιλιά.
Έτσι σιωπηλή κάθε βράδυ, παραστεκότανε στο γκρέμισμα των θεών.
Έτσι μουγκή, έβλεπε κάθε πρωί τον παπα-Θανάση, να πηγαίνει να καταπιαστεί με τα ιερά του καθήκοντα και να καμωθεί πως ανασταίνει τους θεούς. — «Μεγάλος κατεργάρης ο παπα-Θανάσης», λέγανε οι γείτονες, «ξέρει τι κάνει». — «Εμ, τι θαρρείς; λιβανίζει το πρωί, για να του συχωρέσει ο θεός το βραδινό μεθύσι!» — «Καλά… ο θεός τον σχωρνά.
Η κόρη του όμως;» Η κοπέλα δεν τον συχωρούσε.
Η σιωπή της ήτανε μίσος δυνατό, ήταν έχτρα ενάντια στον πατέρα, που ξευτέλιζε κάθε λίγο το σακάτικο παιδί του, ήταν έχτρα ενάντια στον παπά, που γκρέμιζε θεούς και πάταγε συντρίμμια… Ένα πρωί, άκουσα φωνές άγριες και βγήκα στο παράθυρο να δω. Ο παπα-Θανάσης, κατακόκκινος, στεκότανε στη μέση του δρόμου χειρονομούσε και φώναζε.
Το πρωινό αεράκι φούσκωνε τα ράσα του κι έλεγες τώρα θα πετάξει.
Έμεινε να βρίζει ώρα πολλή.
Κάποτε βαρέθηκε και μπήκε σπίτι του.
Η κόρη του ‘χε φύγει.
Τα καλαμένια ποδάρια θα σμίξανε με τη φλογάτη πέτρα και θα σύρθηκαν μακριά, πολύ μακριά, κει, που να μη φτάνει η μπόχα του κρασιού, κει, που να στήνεις θεούς και να ξέρεις πως τίποτε δεν θα τους συντρίψει. Ποτέ… Μια φτωχή ξύλινη κούκλα, ΜΑΡΩ ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΥ https://logotechnikoistologio.wordpress.com/2023/09/08/%ce%bc%ce%b9%ce%b1-%cf%86%cf%84%cf%89%cf%87%ce%ae-%ce%be%cf%8d%ce%bb%ce%b9%ce%bd%ce%b7-%ce%ba%ce%bf%cf%8d%ce%ba%ce%bb%ce%b1-%ce%bc%ce%b1%cf%81%cf%89-%cf%83%cf%89%cf%84%ce%b7%cf%81%ce%bf%cf%80%ce%bf/
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους