Η γερο-Γεωργούλα από χρόνια παρακαλούσε τον γιο της να της ψωνίσει ύφασμα για μια φούστα. Για φουστάνι ολόκληρο δεν του ‘κανε κουβέντα. Η γριά καταλάβαινε πως δεν έφταναν τα λεφτά. Κι όταν κάλιαζε να...
Η γερο-Γεωργούλα από χρόνια παρακαλούσε τον γιο της να της ψωνίσει ύφασμα για μια φούστα.
Για φουστάνι ολόκληρο δεν του ‘κανε κουβέντα.
Η γριά καταλάβαινε πως δεν έφταναν τα λεφτά.
Κι όταν κάλιαζε να το θυμηθεί, τις περισσότερες φορές κει στον σοφρά που έτρωγαν, του πιπίλιζε τ’ αυτιά όπως σήμερα σαββατιάτικα. — Ε μαρέ, γιος είσαι συ; Να μην παίρνεις μαρέ μια φούστα για τη μάνα σου.
Τήρα μαρέ πως έχει παλιώσει.
Νισάφι, έξι χρόνια τώρα πλύσιμο, σιδέρωμα, μπάλωμα, σκουτί είναι χαλάει.
Τήρα μαρέ κι αυτά ακόμα τα μπαλώματα λιώσαν. — Ωχ μουρή μάνα με μούρλανες έχω λεφτά και δεν σου παίρνω; — Πότε μωρέ θα έχεις; Ούτε στην εκκλησιά δεν μπορώ να πάω. — Στην εκκλησιά; δεν είναι να πας με καινούργια φούστα.
Ο θεός δεν κοιτάει φούστες αν και δω που τα λέμε, αναμεταξύ μας μάνα, αυτός δεν κοιτάει τίποτες.
Και να γιατί.
Γιατί να μην έχω εγώ δουλειές; Εσύ μια φούστα, και πέντε δεκάρες να πάρεις καραμέλες για το εγγονάκι σου; Μ’ όλο όμως που ο πανάγαθος μας πάει κόντρα, εγώ τούτες τις μέρες προβλέπω να πάρω από κάπου λεφτά.
Οι προβλέψεις του όμως βγήκαν ψεύτικες.
Μόνο ύστερα από μήνες φαίνεται έσπασε ο διάολος το ποδάρι του και να ‘σου λοιπόν από πέρα ο γιος μ’ ένα δέμα στα χέρια.
Η γερο-Γεωργούλα κόντεψε να σκίσει τη φούστα που φόραε απ’ τη χαρά της.
Τι αγκάλιασμα, τι ευχές και λόγια.
Λόγια συνέχεια, τα πολλά της χρόνια της λιγόστεψαν το μυαλό, μα την πλούτισαν σε φλυαρία. — Μπράβο γιόκα μου, σκύψε να σε φιλήσω.
Πήρε το δέμα στα χέρια της και ψέλνοντας συνέχεια ξετύλιγε.
Ο γιος, ράφτης το επάγγελμα, λίγο ανεπρόκοφτος, όμως πάντα κεφάτος, ορθός ειρωνικός την κοίταε να ξετυλίγει τρέμουλα. Η Γεωργούλα έσκισε την πρώτη εφημερίδα, να ‘σου η δεύτερη.
Αχά για να είναι έτσι καλά τυλιγμένη θα ‘ναι καλό πράγμα.
Έλεγε αυτά και του ‘ριχνε ματιές αγαλλίασης.
Όμως η δεύτερη εφημερίδα έφερε την τρίτη.
Το δεματάκι μίκρυνε και η φούστα πουθενά.
Η γερο-Γεωργούλα σκοτείνιασε, ο γιος γελούσε, δεν μπόραε να βαστάξει.
Όταν τον κοίταξε η γριά ερευνητικά, αυτός της είπε να ξετυλίξει ακόμα.
Αυτή συνέχιζε μα η φούστα δεν φαινόταν. — Άντε να χαθείς αχαΐρευτε που παίζεις με τη μάνα σου.
Είπα και ‘γώ πως τέλεψαν τα ψέματα.
Και λέγοντας αυτά έσκισε ακόμα πιο πολύ το δεματάκι, που τώρα έγινε πια ένα τόσο δα χάρτινο τοπάκι, ένα τίποτα σχεδόν.
Ο ράφτης τα χρειάστηκε, κλονίστηκε, μη συνέβη τίποτα; Μη, ξέρω ‘γώ ο ανόητος, δεν έκαμα καλά το τύλιγμα; Μηηηη… τα πετάς μανούλα μου, τα χαρτιά, μάζεψ’ τα, ψάξε τα ψάξε τα. Η Γεωργούλα άνοιξε το παράθυρο.
Ο ράφτης όρμησε πάνω της και με αγωνία και σαστιμάρα της πήρε τις εφημερίδες, τις ξάπλωσε στο πάτωμα και βάλθηκε στα γρήγορα, με τα μούτρα μέσα σ’ αυτές, να τις ψάχνει. — Ψάξε μάνα μου και συ ψάξε. — Ώσπου να σκύψει η γριά αυτός πήδησε προς τα πάνω καταχαρούμενος, ξεφωνίζοντας. — Να, να, μάνα μου δυο φλουριά χρυσά, νάτα τα καταραμένα, τ’ αφιλότιμα σήμερα τα ‘πιασα.
Θα φτιάσω δυο ντρίλινα κουστούμια.
Άι μάνα μου τώρα θα σου την πάρω την καταραμένη.
Το άλλο απόγευμα, το ύφασμα ανεμιζόταν από μακριά στα χέρια του.
Αυτή τη φορά η γριά δεν γελιόταν.
Σε δυο μέρες η μαύρη φούστα ήταν φτιαγμένη.
Και σαν ήρθε η Κυριακή πρωί-πρωί ξύπνησε τον γιο της, ετοιμάστηκαν και τράβηξαν για την εκκλησιά.
Σ’ όλη τη στράτα πολυλογούσε, την κοίταξε την ίσιαξε, ούτε παιδάκι να ‘ταν. — Ό,τι και να πεις ε γιόκα μου έτσι δα είναι: Ένα καινούργιο ρούχο πάντα σε κάνει να αισθάνεσαι αλλιώτικα.
Βαδίζοντας προς το μανουάλι ο ράφτης παρατήρησε πως σιγά-σιγά η φούστα της έπεφτε. — Άκου μάνα της ψιθύρισε, μόλις ανάψεις το κερί σου έλα πίσω, σε θέλω. Η Γεωργούλα ένιωθε πως την κοίταζαν όλοι κι αυτό την έκανε να κοκκινίζει σαν κοριτσάκι.
Μόλις γύρισε και έκανε πέντε έξι βήματα η φούστα έπεσε τελειωτικά στα πλακάκια κάτω απότομα.
Την πεδίκλωσε και την έριξε την κακομοίρα χάμω πλατιά-φαρδιά.
Ένα α!!! ακούστηκε απ’ τους χριστιανούς και έτρεξαν και τη σήκωσαν.
Αυτή τι την ήθελες τα είχε χάσει τελείως, τη διαπέρασε τόση ντροπή, που καλύτερα θα ‘ταν να σκίζονταν η γη και να την κατάπινε.
Ένα τι ήθελε να αρχίσει να βρίζει φωναχτά μέσα στον οίκο του θεού.
Όμως περίεργο, η γριά φορούσε φούστα κι όταν την άλλη την κράταε στα τρέμουλα χέρια της! (Όπως έλεγε η ίδια αργότερα, από συνήθεια φόρεσε πρώτα την παλιά, την κούμπωσε καλά και πάνω απ’ αυτή έβαλε την καινούργια.
Αλλά απ’ τη βιασύνη της ξέχασε να την κουμπώσει στο πλάι κι έτσι όλο και τραβιόταν σιγά-σιγά). Με τρέμουλα γόνατα και κορμί η γριά απ’ την ταραχή της διευθύνθηκε στα πίσω καθίσματα στον ράφτη.
Κείνος της χαμογέλασε ηρεμότατα.
Στην αμηχανία της άρχισε να ρωτάει επίμονα τι την ήθελε λες κι απ’ αυτό εξαρτιόταν να διώξει όλη την ντροπή της. — Άντε σώπα τώρα καημένη μάνα τι λες εκεί, κάτι τρέχει στα γύφτικα, σπουδαίο πράγμα. — Μπορεί να μην είναι σπουδαίο, αλλά εσύ γελάς, φαντάσου τους άλλους. — Πω-πω χολοπαθιόταν η φουκαριάρα κι όλο μουρμούριζε.
Σε λίγο όμως ξεχάστηκε και αφοσιώθηκε στον παπά που εξηγούσε το ευαγγέλιο.
Χωριανοί μου σας το ξαναλέω, το νόημα της ζωής δεν είναι ο τσακωμός.
Βοηθάτε ο ένας τον άλλον μ’ ότι μπορείτε.
Όποιος έχει πολλή σοδιά ας δίνει και κανένα τσουβάλι αλεύρι σ’ εκείνον που δεν έχει.
Κι όποιος έχει να λέει κάτι σωστό για γενικό καλό, να το διαλαλάει χωρίς φόβο.
Κι όποια από σας χωριανές μου έχει πολλά σκουτιά, πολλές φούστες ας δίνει και καμιά γιατί είδατε τι μπορεί να πάθει κανείς. Τ’ άκουσες γερο-Γεωργούλα; Η φούστα, ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΑΝΘΗΣ https://logotechnikoistologio.wordpress.com/2023/10/21/%ce%b7-%cf%86%ce%bf%cf%8d%cf%83%cf%84%ce%b1-%ce%b4%ce%b7%ce%bc%ce%b7%cf%84%cf%81%ce%b7%cf%83-%ce%b1%ce%bd%ce%b8%ce%b7%cf%83/
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους