[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

«ΚΛΑΣΙΚΗ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΒΛΑΒΗΣ: ENTROPY» του κρητικού (κινηματογράφου) Μιχάλη Χαιρετάκη. Ο Κρίστοφερ Νόλαν μετατρέπει τον ρόλο του Τσάκωνα σε IMAX έπος για τη φυλή, την τάξη και την οντολογία του...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

«ΚΛΑΣΙΚΗ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΒΛΑΒΗΣ: ENTROPY» του κρητικού (κινηματογράφου) Μιχάλη Χαιρετάκη. Ο Κρίστοφερ Νόλαν μετατρέπει τον ρόλο του Τσάκωνα σε IMAX έπος για τη φυλή, την τάξη και την οντολογία του θερμοσίφωνα Υπάρχουν ταινίες που βλέπεις.

Υπάρχουν ταινίες που αισθάνεσαι.

Και υπάρχουν ταινίες που σε αναγκάζουν να επανεξετάσεις ολόκληρη τη σχέση σου με την ηλεκτρική κουζίνα, τον καπιταλισμό και τη γραμμική αντίληψη του χρόνου.

Το «Κλασική Περίπτωση Βλάβης: Entropy» του Κρίστοφερ Νόλαν ανήκει αναμφίβολα στην τρίτη κατηγορία.

Πρόκειται, τυπικά, για remake της ομώνυμης ελληνικής βιντεοταινίας του 1987 με τον Κώστα Τσάκωνα και τον Τάσο Κωστή.

Στην πραγματικότητα, όμως, ο Νόλαν δεν διασκευάζει απλώς μια λαϊκή κωμωδία.

Την αποσυναρμολογεί, την αποικιοποιεί, την ξανασυναρμολογεί λάθος και στη συνέχεια απαιτεί από τον θεατή να αναρωτηθεί ποιος αποφάσισε εξαρχής ότι μια επισκευή πρέπει να είναι επιτυχής.

Αυτό δεν είναι απλώς σινεμά.

Είναι μια IMAX τελετουργία αποδόμησης της λειτουργικότητας.

Το καστ Στον ρόλο του μαστρο-Γιάννη εμφανίζεται ο Samuel L. Jackson, σε μία ερμηνεία ωμής, σχεδόν βιβλικής έντασης.

Εκεί όπου ο Κώστας Τσάκωνας έβλεπε έναν χαλασμένο θερμοσίφωνα και έλεγε «κλασική περίπτωση βλάβης», ο Jackson κοιτάζει κατάματα την κάμερα των 70 mm και ψιθυρίζει: «Δεν είναι χαλασμένος.

Απλώς αρνείται να λειτουργήσει μέσα στους όρους που του επέβαλε το σύστημα». Ο Morgan Freeman υποδύεται τον Βλάση.

Δεν είναι πια ένας απλός βοηθός μάστορα, αλλά ο υπαρξιακός παρατηρητής της ιστορίας.

Ένας άνθρωπος που κουβαλάει τα εργαλεία, γνωρίζοντας ότι κανένα εργαλείο δεν μπορεί να επισκευάσει πραγματικά τον κόσμο.

Η ήρεμη φωνή του συνοδεύει ολόκληρη την ταινία: «Ο μαστρο-Γιάννης πίστευε πως μπορούσε να επιδιορθώσει τα πράγματα.

Αργότερα καταλάβαμε ότι τα πράγματα επιδιόρθωναν εκείνον». Η Viola Davis ενσαρκώνει τη Χατζηκουτουβέ, την πελάτισσα που περιμένει επί τρεις εβδομάδες να της φτιάξουν το πλυντήριο.

Στην αρχική ταινία ο χαρακτήρας λειτουργούσε κυρίως ως κωμικός αποδέκτης της ανικανότητας των μαστόρων.

Εδώ γίνεται η ηθική καρδιά της αφήγησης: μια γυναίκα που κουβαλά το αόρατο βάρος της οικιακής εργασίας, της φροντίδας και μιας κοινωνίας η οποία θεωρεί αυτονόητο ότι κάποιος άλλος θα πλύνει τα ρούχα.

Η σκηνή όπου η Davis στέκεται μπροστά στο πλημμυρισμένο πλυντήριο, με το νερό να ανεβαίνει αργά γύρω από τα πόδια της, είναι ήδη ιστορική.

Δεν φωνάζει.

Δεν κλαίει.

Κοιτάζει τον Samuel L. Jackson και λέει: «Εσείς βλέπετε μια διαρροή.

Εγώ βλέπω τρείς χιλιάδες χρόνια συσσωρευμένης πίεσης». Η Angela Bassett υποδύεται τη Ζαφειρία, ιδιοκτήτρια ενός θερμοσίφωνα κατασκευασμένου πριν από την πτώση του Τείχους του Βερολίνου. Η Bassett δεν παίζει απλώς μια γυναίκα χωρίς ζεστό νερό.

Παίζει μια ολόκληρη γενιά που είδε την τεχνολογία να υπόσχεται απελευθέρωση και κατέληξε να χρειάζεται επανεκκίνηση, εφαρμογή, συνδρομή και κωδικό έξι ψηφίων για να κάνει μπάνιο. Η Regina King είναι η Μαρίνα, η σύμβουλος συμπερίληψης της εταιρείας «Meremet Diversity Solutions». Πρόκειται για έναν χαρακτήρα που κινείται συνεχώς ανάμεσα στην ειλικρινή κοινωνική ευαισθησία και στην απόλυτη εταιρική παράνοια. Ο Jeffrey Wright δανείζει τη φωνή του στον Αλγόριθμο, ένα σύστημα τεχνητής νοημοσύνης που αναθέτει τις επισκευές, βαθμολογεί τους τεχνικούς και απορρίπτει ηλικιωμένους πελάτες επειδή «δεν ανήκουν σε δημογραφική κατηγορία υψηλής εμπορικής προτεραιότητας». Ο Wright κατορθώνει κάτι σπάνιο: κάνει μια φωνή χωρίς σώμα να μοιάζει περισσότερο ένοχη από όλους τους ανθρώπους της ταινίας μαζί.

Σε μία μικρή αλλά συνταρακτική εμφάνιση, ο Denzel Washington υποδύεται τον μυστηριώδη ιδρυτή της πολυεθνικής «Meremet Global». Εμφανίζεται μόνο για έξι λεπτά, σε ένα άδειο εργοστάσιο, κρατώντας ένα κατσαβίδι. «Το πρώτο εργαλείο», λέει, «δεν κατασκευάστηκε για να επισκευάσει.

Κατασκευάστηκε για να ορίσει ποιος έχει δικαίωμα να αγγίξει τη μηχανή». Κάπου εκεί καταλαβαίνεις ότι ο Νόλαν δεν έχει γυρίσει remake.

Έχει γυρίσει τον “Oppenheimer” των υδραυλικών.

Η πλοκή σε τρεις χρονικές πραγματικότητες Ο Νόλαν, φυσικά, αρνείται να αφηγηθεί την ιστορία με χρονολογική σειρά.

Η ταινία εξελίσσεται ταυτόχρονα σε τρεις χρόνους: Ο χρόνος της βλάβης, όπου το πλυντήριο έχει ήδη χαλάσει.

Ο χρόνος της επισκευής, όπου οι μάστορες προσπαθούν να ανακαλύψουν τι έκαναν λάθος.

Ο χρόνος του τιμολογίου, ο οποίος βρίσκεται δεκαοκτώ μήνες στο μέλλον, αλλά επηρεάζει αναδρομικά όλες τις προηγούμενες αποφάσεις.

Κάθε φορά που ο μαστρο-Γιάννης σφίγγει μία βίδα στο παρόν, μια άλλη βίδα ξεβιδώνεται στο παρελθόν. Ο Βλάσης αρχίζει σταδιακά να υποψιάζεται ότι οι ίδιοι δεν επισκευάζουν τις συσκευές.

Προκαλούν τις βλάβες που αργότερα καλούνται να διορθώσουν.

Η αποκάλυψη έρχεται στη μέση της ταινίας, όταν ανοίγουν έναν θερμοσίφωνα και βρίσκουν μέσα ένα τιμολόγιο που οι ίδιοι δεν έχουν ακόμη εκδώσει. Ο Morgan Freeman κοιτάζει το χαρτί και λέει: «Δεν πληρωνόμαστε επειδή φτιάχνουμε τις βλάβες.

Οι βλάβες υπάρχουν επειδή πρέπει να πληρωθούμε». Ο συμβολισμός του πλυντηρίου Για έναν λιγότερο γενναίο σκηνοθέτη, το πλυντήριο θα ήταν απλώς ένα πλυντήριο.

Για τον Νόλαν αποτελεί την κυκλική φύση της Ιστορίας.

Ο κάδος περιστρέφεται ξανά και ξανά, δημιουργώντας την ψευδαίσθηση της κίνησης, ενώ τα ρούχα παραμένουν παγιδευμένα στο ίδιο σύστημα.

Είναι η κοινωνική πρόοδος ως πρόγραμμα πλύσης: πολύς θόρυβος, άφθονος αφρός και στο τέλος τα ίδια ρούχα, λίγο πιο τσαλακωμένα. Η Viola Davis στέκεται μπροστά του ως εκπρόσωπος της αόρατης οικιακής εργασίας.

Κάθε περιστροφή του κάδου είναι μια υπενθύμιση ότι ο σύγχρονος κόσμος βασίζεται σε εργασίες που θεωρεί τόσο αυτονόητες, ώστε θυμάται την ύπαρξή τους μόνο όταν σταματήσει να λειτουργεί η συσκευή.

Το πλυντήριο δεν είναι χαλασμένο.

Η κοινωνική συμφωνία είναι χαλασμένη.

Ο θερμοσίφωνας ως ταξικό σύμβολο Ο θερμοσίφωνας αποτελεί το πιο φιλόδοξο σύμβολο της ταινίας.

Το ζεστό νερό δεν παρουσιάζεται ως απλή καθημερινή ανάγκη, αλλά ως πεδίο ταξικής, περιβαλλοντικής και διαγενεακής σύγκρουσης. Η Ζαφειρία θέλει να κάνει ένα ζεστό μπάνιο.

Η εταιρεία ηλεκτρισμού θέλει να μεγιστοποιήσει την απόδοση.

Η δημοτική αρχή θέλει να μειώσει το ανθρακικό αποτύπωμα.

Η ασφαλιστική εταιρεία θέλει να αποδείξει ότι ο θερμοσίφωνας είχε προϋπάρχουσα πάθηση.

Ο μαστρο-Γιάννης θέλει απλώς να τον χτυπήσει με ένα σφυρί. Ο Νόλαν δεν παίρνει εύκολη θέση.

Επιτρέπει σε όλες τις πλευρές να ακουστούν, προτού ο Samuel L. Jackson κόψει κατά λάθος το κεντρικό καλώδιο και βυθίσει ολόκληρη τη γειτονιά στο σκοτάδι.

Η διακοπή ρεύματος κινηματογραφείται με πραγματικά ελικόπτερα, πραγματικές εκρήξεις μετασχηματιστών και χωρίς καθόλου ψηφιακά εφέ.

Σύμφωνα με τον μύθο της παραγωγής, ο Νόλαν διέκοψε πράγματι την ηλεκτροδότηση μιας μικρής ευρωπαϊκής πόλης, επειδή «το κοινό καταλαβαίνει πότε το σκοτάδι είναι CGI». Η αποαποικιοποίηση της μαστορικής Η σημαντικότερη επιλογή της ταινίας είναι ότι το καστ δεν χρησιμοποιείται διακοσμητικά. Ο Νόλαν επανατοποθετεί εμβληματικούς Αφροαμερικανούς ηθοποιούς σε ένα είδος και σε κοινωνικούς ρόλους από τους οποίους το Χόλιγουντ τούς απέκλειε συστηματικά: όχι ως αστυνομικούς, γκάνγκστερ, αθλητές ή ιστορικές μορφές, αλλά ως ανθρώπους της καθημερινής εργασίας, της τεχνικής γνώσης και της λαϊκής επιβίωσης.

Μόνο που, με μια ευφυή ανατροπή, οι συγκεκριμένοι τεχνικοί δεν έχουν καμία τεχνική γνώση.

Αυτό ακριβώς κάνει την επιλογή ριζοσπαστική.

Οι λευκοί χαρακτήρες της ταινίας εμφανίζονται συνήθως ως διευθυντές, αναλυτές, ιδιοκτήτες εφαρμογών και στελέχη εταιρειών.

Δεν ξέρουν πώς λειτουργεί τίποτα, αλλά διαθέτουν παρουσιάσεις PowerPoint που εξηγούν γιατί δεν λειτουργεί.

Οι αφροαμερικάνοι πρωταγωνιστές, από την άλλη, καλούνται να διορθώσουν έναν κόσμο που δεν κατασκεύασαν, με εργαλεία που δεν επέλεξαν και σύμφωνα με οδηγίες γραμμένες από ανθρώπους οι οποίοι δεν έχουν πιάσει ποτέ κατσαβίδι.

Η ταινία μετατρέπει έτσι το «μερεμέτι» σε πολιτική πράξη.

Η επισκευή δεν αφορά πλέον τη συσκευή.

Αφορά την επαναδιεκδίκηση του δικαιώματος να κατανοούμε, να αγγίζουμε και να μετασχηματίζουμε τα συστήματα που κυβερνούν τη ζωή μας. Ο Samuel L. Jackson ως μαστρο-Γιάννης Ο Jackson προσφέρει πιθανότατα την κορυφαία ερμηνεία της καριέρας του.

Παίζει τον μαστρο-Γιάννη όχι ως ανίκανο τεχνίτη, αλλά ως άνθρωπο που γνωρίζει ότι η ανικανότητά του αποτελεί προϊόν ενός άνισου συστήματος πιστοποίησης, ανάθεσης και εταιρικής εκμετάλλευσης.

Κάθε προσβολή προς τον Βλάση μετατρέπεται σε κραυγή εναντίον της αποξένωσης.

Κάθε κατεστραμμένη συσκευή γίνεται μια αυθόρμητη πράξη λουδιστικής αντίστασης.

Στην κορυφαία σκηνή, ένας πελάτης τον ρωτά: «Ξέρεις τουλάχιστον τι κάνεις;» Ο Jackson μένει σιωπηλός για δεκαεπτά ολόκληρα δευτερόλεπτα.

Η κάμερα πλησιάζει αργά στο πρόσωπό του.

Η μουσική του Ludwig Göransson σταματά.

Ακούγεται μόνο ένας σωλήνας που στάζει. «Κανείς δεν ξέρει τι κάνει», απαντά. «Απλώς κάποιοι έχουν περισσότερες ευκαιρίες στη ζωή». Είναι η κινηματογραφική ατάκα της χρονιάς. Ο Morgan Freeman και η σιωπηλή επανάσταση του βοηθού Ο Freeman δίνει στον Βλάση μια απροσδόκητη εσωτερικότητα.

Δεν είναι απλώς ο βοηθός που ακολουθεί τον μάστορα.

Είναι ο άνθρωπος που θυμάται κάθε σπίτι, κάθε πελάτη και κάθε λάθος.

Εκπροσωπεί την ιστορική μνήμη της χειρωνακτικής εργασίας.

Στην αρχή κουβαλάει την εργαλειοθήκη.

Στο τέλος καταλαβαίνει ότι η εργαλειοθήκη είναι άδεια.

Η αποκάλυψη αυτή θα μπορούσε να λειτουργήσει ως απλό αστείο.

Στα χέρια του Freeman γίνεται υπαρξιακή τραγωδία. «Τόσα χρόνια», λέει, «δεν κουβαλούσα εργαλεία.

Κουβαλούσα την προσδοκία ότι κάποιος άλλος ήξερε πώς να μας σώσει». Η αίθουσα παγώνει.

Ένας κριτικός πίσω μου έκλαψε τόσο δυνατά, ώστε η καθαρίστρια έφερε τη σφουγγαρίστρα να σκουπίσει τα δάκρυα.

Ανατριχιάζω και μόνο που θυμάμαι τη σκηνή.

Η μουσική και ο ήχος Ο Göransson χτίζει ολόκληρο το μουσικό θέμα πάνω στους ήχους μιας εργαλειοθήκης.

Κατσαβίδια, γαλλικά κλειδιά, μεταλλικοί σωλήνες και χαλασμένα ρουλεμάν μετατρέπονται σε ένα βιομηχανικό ορατόριο για την κατάρρευση της Δύσης.

Το περίφημο «τικ-τακ» των προηγούμενων ταινιών του Νόλαν αντικαθίσταται εδώ από το «πλικ-πλικ» ενός θερμοσίφωνα που προσπαθεί να ανάψει.

Στην τελευταία πράξη, το «πλικ» γίνεται όλο και δυνατότερο.

Ο θεατής περιμένει έκρηξη.

Η έκρηξη δεν έρχεται ποτέ.

Εμφανίζεται απλώς στην οθόνη το μήνυμα: ERROR 14 – CLASSIC FAILURE Πρόκειται για μία από τις πιο θαρραλέες αντι-κορυφώσεις στην ιστορία του κινηματογράφου.

Το φινάλε Στην τελευταία σκηνή, ο μαστρο-Γιάννης και ο Βλάσης βρίσκονται μπροστά σε μια καμένη λάμπα.

Γύρω τους έχουν συγκεντρωθεί πολιτικοί, ακτιβιστές, μηχανικοί, κοινωνιολόγοι, εταιρικοί σύμβουλοι και εκπρόσωποι της πλατφόρμας που διαθέτει τα δικαιώματα του ηλεκτρικού ρεύματος.

Κανείς δεν μπορεί να συμφωνήσει ποιος έχει αρμοδιότητα να αλλάξει τη λάμπα. Ο Samuel L. Jackson ανεβαίνει στη σκάλα. Η Viola Davis τον ρωτά: «Κι αν πέσεις;» Εκείνος απαντά: «Τότε τουλάχιστον θα έχουμε προσπαθήσει». Αλλάζει τη λάμπα.

Το φως ανάβει.

Ταυτόχρονα, όλες οι υπόλοιπες λάμπες της πόλης σβήνουν. Ο Morgan Freeman κοιτάζει τον φακό. «Κλασική περίπτωση βλάβης», λέει.

Μαύρη οθόνη.

Χωρίς τίτλους τέλους.

Διότι, όπως εξήγησε ο Νόλαν, «οι τίτλοι είναι μια ιεραρχική κατασκευή που αποδίδει ατομική ιδιοκτησία σε μια συλλογική εμπειρία». Η ταινία της χρονιάς Το «Κλασική Περίπτωση Βλάβης: Entropy» είναι ένα σπάνιο κινηματογραφικό γεγονός.

Ένα αριστούργημα της έβδομης τέχνης που γεφυρώνει την ελληνική βιντεοκασέτα, το αφροφουτουριστικό δράμα, την πολιτική θεωρία, την κβαντική φυσική και την επισκευή λευκών συσκευών.

Είναι αστείο χωρίς να επιτρέπει στο κοινό να γελάσει εύκολα.

Είναι πολιτικό χωρίς να παίρνει θέση την οποία θα μπορούσε κάποιος να εξηγήσει.

Είναι βαθύ, κυρίως επειδή κανείς δεν καταλαβαίνει απολύτως τι συνέβη. Ο Samuel L. Jackson αξίζει Όσκαρ. Ο Morgan Freeman αξίζει δεύτερο Όσκαρ επειδή κατάφερε να εξηγήσει την πλοκή χωρίς να την καταλάβει. Η Viola Davis αξίζει όλα τα υπόλοιπα Oscar. Ο Jeffrey Wright αξίζει να αντικαταστήσει τη φωνή κάθε εφαρμογής τεχνικής υποστήριξης στον πλανήτη.

Και ο Κρίστοφερ Νόλαν αξίζει την αιώνια ευγνωμοσύνη μας, επειδή είδε εκεί όπου όλοι οι υπόλοιποι έβλεπαν έναν χαλασμένο θερμοσίφωνα το πραγματικό πρόσωπο της ανθρωπότητας.

Βαθμολογία: 14 στα 10. Όχι επειδή η ταινία είναι τέλεια. Αλλά επειδή η ίδια η έννοια της τελειότητας αποτελεί βίαιη επιβολή κανονιστικής λειτουργικότητας.

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης - Επικοινωνία
Update cookies preferences