Γιώργος Σταυριανός: Όταν η μουσική αρνείται να γίνει θόρυβος Η εποχή μας έχει έναν παράξενο τρόπο να αποχαιρετά τους δημιουργούς της. Την ώρα που ζουν, τους αντιμετωπίζει σαν υποσημειώσεις μιας...
Γιώργος Σταυριανός: Όταν η μουσική αρνείται να γίνει θόρυβος Η εποχή μας έχει έναν παράξενο τρόπο να αποχαιρετά τους δημιουργούς της.
Την ώρα που ζουν, τους αντιμετωπίζει σαν υποσημειώσεις μιας επικαιρότητας που τρέχει με την ταχύτητα της λήθης.
Όταν φεύγουν, ανακαλύπτει ξαφνικά ότι μαζί τους χάνεται ένα κομμάτι από το πολιτισμικό της βάθος.
Έτσι συμβαίνει και με τον Γιώργο Σταυριανό.
Ο θάνατός του δεν είναι απλώς η απώλεια ενός σημαντικού συνθέτη.
Είναι η αποχώρηση ενός ανθρώπου που απέδειξε πως η μουσική μπορεί να είναι ένας τρόπος σκέψης και όχι μόνο ένας τρόπος διασκέδασης. Ο Σταυριανός δεν υπήρξε παιδί της αγοράς.
Υπήρξε παιδί της παιδείας.
Σπούδασε φιλολογία και φιλοσοφία στη Γαλλία, εμβάθυνε στη σκέψη του Αλμπέρ Καμύ, δίδαξε στο Πανεπιστήμιο Δυτικής Μακεδονίας και έγραψε βιβλία που κινούνται ανάμεσα στη φιλοσοφία, την αισθητική και τον πολιτισμό.
Για εκείνον, η μουσική δεν ήταν ποτέ ένα αυτόνομο προϊόν.
Ήταν η συνέχεια μιας ιδέας, μιας ανάγνωσης, ενός στοχασμού.
Γι' αυτό και οι συνθέσεις του διαθέτουν εκείνη τη σπάνια ποιότητα που δεν εξαντλείται στο πρώτο άκουσμα.
Σε καλούν να επιστρέψεις ξανά και ξανά, όπως επιστρέφει κανείς σε ένα καλό βιβλίο.
Η πρώτη του μεγάλη δισκογραφική κατάθεση, η «Έρημη Πόλη», δεν ήταν απλώς ένας επιτυχημένος δίσκος.
Ήταν μια δήλωση αισθητικής.
Από εκεί ξεπήδησε το «Ήσουνα Φεγγάρι», ένα τραγούδι που απέδειξε ότι η απλότητα είναι ίσως η πιο δύσκολη μορφή τέχνης.
Ακολούθησαν δεκάδες έργα, συνεργασίες με σημαντικούς ερμηνευτές και στιχουργούς, μουσικές που ταξίδεψαν και έξω από τα ελληνικά σύνορα, χωρίς ποτέ να χάσουν το ιδιαίτερο ελληνικό τους αποτύπωμα.
Δεν είναι τυχαίο ότι ένας άνθρωπος με τόσο βαθιά φιλοσοφική συγκρότηση έγραφε μουσική που δεν κραύγαζε.
Η κραυγή ανήκει στην αγορά.
Η χαμηλόφωνη δύναμη ανήκει στον πολιτισμό. Ο Σταυριανός προτίμησε τη δεύτερη.
Έμεινε μακριά από τη φασαρία της προβολής, γιατί φαίνεται πως γνώριζε ότι η δημοσιότητα είναι μια πρόσκαιρη μορφή ύπαρξης, ενώ το έργο είναι ο μόνος αξιόπιστος τρόπος να διαπραγματευτεί κανείς την αθανασία.
Παράλληλα με τη μουσική, καλλιέργησε συστηματικά τη συγγραφή.
Τα βιβλία του δεν αποτελούν απλές φιλολογικές ασκήσεις, αλλά την προέκταση της ίδιας πνευματικής αναζήτησης.
Εκεί όπου τελειώνει η μελωδία, αρχίζει ο λόγος· κι εκεί όπου ο λόγος συναντά τα όριά του, αναλαμβάνει ξανά η μουσική.
Αυτή η αδιάκοπη συνομιλία ανάμεσα στις τέχνες είναι ίσως το πιο χαρακτηριστικό γνώρισμα της δημιουργίας του.
Στην πανεπιστημιακή του πορεία δεν περιορίστηκε στη μετάδοση γνώσεων.
Υπηρέτησε την ιδέα ότι το πανεπιστήμιο οφείλει να παράγει πολιτισμό και όχι απλώς πτυχία.
Σήμερα, που η γνώση μετριέται όλο και συχνότερα με όρους αγοράς, αυτή η στάση αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία. Ο Σταυριανός ανήκε σε μια γενιά διανοουμένων που θεωρούσε πως η μόρφωση δεν είναι επαγγελματικό εφόδιο αλλά μορφή ελευθερίας.
Οι δημιουργοί αυτού του είδους δεν καταλαμβάνουν συχνά τις πρώτες σελίδες των εφημερίδων.
Καταλαμβάνουν, όμως, τις τελευταίες σελίδες της ιστορίας του πολιτισμού, εκεί όπου καταγράφονται όσοι άφησαν έργο και όχι απλώς θόρυβο.
Η κοινωνία μπορεί να ξεχνά εύκολα τα πρόσωπα της επικαιρότητας· δύσκολα όμως ξεχνά εκείνους που της χάρισαν μια πιο ευγενική αισθητική και έναν πιο απαιτητικό τρόπο να βλέπει τον κόσμο. Ο Γιώργος Σταυριανός δεν υπήρξε μόνο ένας συνθέτης, ένας συγγραφέας ή ένας πανεπιστημιακός.
Υπήρξε ένας άνθρωπος που πίστεψε ότι η τέχνη και η γνώση είναι οι δύο όψεις της ίδιας ανθρώπινης ανάγκης: να δώσει κανείς νόημα στον χρόνο που του αναλογεί.
Αυτό είναι, τελικά, το μέτρο ενός δημιουργού.
Όχι πόσο ακούστηκε όσο ζούσε, αλλά πόσο θα συνεχίσει να ακούγεται όταν πια δεν θα είναι εδώ.
Και ο Γιώργος Σταυριανός ανήκει σε εκείνους που θα εξακολουθήσουν να συνοδεύουν τις πιο σιωπηλές και ουσιαστικές στιγμές της ζωής μας, γιατί υπάρχουν μουσικές που δεν τελειώνουν όταν σβήνει η τελευταία νότα. Συνεχίζουν να παίζονται μέσα στη μνήμη.
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους