[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

Η ΟΔΥΣΣΕΙΑ ΑΛΛΑ ΣΤΟ ΒΥΖΑΝΤΙΟ… (Η ΒΥΖΑΝΤΙΝΗ VERSION ΠΟΥ ΔΕΝ ΗΞΕΡΕΣ ΟΤΙ ΧΡΕΙΑΖΕΣΑΙ) Δεν υπάρχει κάτι πιο επικό στην παγκόσμια αρχαία λογοτεχνία από τα Ομηρικά Έπη, δηλαδή από την Ιλιάδα και την...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

Η ΟΔΥΣΣΕΙΑ ΑΛΛΑ ΣΤΟ ΒΥΖΑΝΤΙΟ… (Η ΒΥΖΑΝΤΙΝΗ VERSION ΠΟΥ ΔΕΝ ΗΞΕΡΕΣ ΟΤΙ ΧΡΕΙΑΖΕΣΑΙ) Δεν υπάρχει κάτι πιο επικό στην παγκόσμια αρχαία λογοτεχνία από τα Ομηρικά Έπη, δηλαδή από την Ιλιάδα και την Οδύσσεια! Οι Βυζαντινοί Έλληνες το γνώριζαν πολύ καλά αυτό άλλωστε.

Για αυτό τον λόγο οι λόγιοι της εποχής διάβαζαν και αποστήθιζαν τον Όμηρο σαν Ευαγγέλιο.

Άνθρωποι σαν την Άννα Κομνηνή, τον Μιχαήλ Ψελλό ή Νικήτα Χωνιάτη έπαιζαν τον Όμηρο στα δάχτυλα! Μερικοί συγγραφείς ξανά έγραφαν πχ. την Οδύσσεια κάνοντας σχόλια (κάτι σαν ένα είδος κριτικής) πάνω σε κάθε κεφάλαιο.

Είναι εξάλλου κοινή γνώση ανάμεσα στους σοβαρούς ερευνητές ότι είναι χάρη στην Ρωμανία, δηλαδή την Ελληνική αυτοκρατορία του μεσαίωνα, που σήμερα μας διασώζονται τα Ομηρικά έργα…για να φτάσει να τα κάνει ο Κρις Νόλαν ταινία! Ο Όμηρος αντιγράφηκε στα βασιλικά εργαστήρια της Κωνσταντινούπολης από γραφιάδες σκρίπτορες και μοναχούς της εποχής που χαρακτηρίζονταν από μία ιδιαίτερη αρχαιομάθεια.

Αλλά πάμε τώρα να δούμε κάτι πιο συγκλονιστικό.

Πως άραγε θα έμοιαζε μία «βυζαντινή Οδύσσεια»; Δηλαδή μία Οδύσσεια γραμμένη στα Βυζαντινά χρόνια και όχι στα χρόνια τα αρχαϊκά σαν ένα έπος ΕΚΕΙΝΗΣ της εποχής.

Σαν συγγραφέας σκέφτηκα μία ιστορία να σας διηγηθώ και ελπίζω να σας αρέσει.

Δεν θα μπορούσα διαφορετικά άλλωστε.

Σας την παραθέτω σαν ένα ωραίο fan-fiction.

Οποιαδήποτε σύγκριση με τα Ομηρικά έπη είναι εκ προοιμίου ηλίθια όπως καταλαβαίνετε.

Λοιπόν ακολουθήστε γιατί μόλις μεταφερόμαστε, κάπου και… κάποτε στα χρόνια των μεγάλων βυζαντινών κατακτήσεων του 10ου αι ενάντια των Αράβων.

Τότε μία ομάδα από ισχυρούς Έλληνες άρχοντες πραγματοποιεί πολιορκία της πόλεως της Ταρσού στην Κιλικία. Η Ταρσός ήταν το κέντρο των Αράβων της Μικρασίας εκείνα τα χρόνια από όπου εισέβαλλαν παντού μέσα στην Ρωμανία και αποτελούσε διακαή πόθο όλο των αυτοκρατόρων της εποχής να την κατακτήσουν.

Ο ήρωας της δικιάς μας είναι ο Λεόντιος Ρεντάκιος ένας στρατηγός από τις εσχατιές της Μονεμβασιάς στην Πελοπόννησο.

Είναι άρχοντας ενός φέουδο του λεγόμενου Ομιχλόκαστρου και καπετάνιος του πλοίου «Η Αγία Δύναμις». Τελικά η Ταρσός υποκύπτει χάρη σε ένα τέχνασμα του Λεοντίου ο οποίος εκτός από καπετάνιος είναι και χειριστής του Υγρού Πύρ και έτσι ο αυτοκράτορας από την Κωνσταντινούπολη του στέλνει πλούσια δώρα και χρυσό αλλά και την ευχή του να πλεύσει πίσω στον Μοριά.

Πλέον ο Λεόντιος μπορεί επιστρέψει στο φέουδο του θριαμβευτής, έχοντας εξασφαλίσει την βασιλική εύνοια για αυτόν και την οικογένεια του που τον περιμένει πίσω.

Κατά την επιστροφή του στην πατρίδα ο Λεόντιος και οι σύντροφοι του ζητούν απάγκιο σε μία έρημη βραχονησίδα κοντά στην Αίγυπτο που είναι τότε μέρος του Χαλιφάτου των Αββασιδών.

Εκεί ζει μία αδελφότητα μοναχών οι λεγόμενοι Πιστοί της Μαύρης Σκήτης.

Είναι μία αδελφότητά εξόριστων αιρετικών καλόγερων και ληστών, οι οποίοι κηρύττουν τον δόγμα των Παυλικιανών και έχουν βρει καταφύγιο στον Αραβικό κόσμο.

Έχουν απαρνηθεί πλήρως αυτόν τον μάταιο κόσμο.

Για αυτούς η ύλη είναι ένα ψέμα. ‘Ένα δημιούργημα του διαβόλου.

Η χαρά και η αλήθεια βρίσκεται μονάχα στην μεταθάνατον ζωή.

Εξόριστοι και ξεχασμένοι από την αυτοκρατορία, οι αδελφοί έχουν γίνει με τα χρόνια κανίβαλοι.

Από τις κορυφές των γκρεμών όπου μένουν κυλούν τεράστιους βράχους και δοκάρια με καταπέλτες, συνθλίβοντας τα πλοία των συντρόφων του Λεοντίου.

Το μοναδικό κάτεργο που γλιτώνει είναι αυτό του Λεοντίου ο οποίος τυχερός συνεχίζει το ταξίδι του για την Μονεμβασιά, ενώ πολλοί από τους συντρόφους του γίνονται τροφή για του πιστούς της Μαύρης Σκήτης.

Έπειτα ο Λεόντιος καταφθάνει στην πόλη του Χάνδακος στην Κρήτη η οποία έχει απελευθερωθεί πρόσφατα από τους Άραβες χάρη στον Νικηφόρο Φωκά.

Εκεί αποφασίζει να προσευχηθεί στην εκκλησία της πόλεως την οποία έχει χτίσει ο Νικών ο Μετανοείτε! Κατά την διάρκεια της προσευχής του βρίσκει ένα διγενή Άραβα άρχοντα ονόματι Χουμπάλ. Ο Χουμπάλ ασκεί την παλαιά Αραβική θρησκεία, αυτή που ήξεραν οι Άραβες στην έρημο πριν τον ερχομό του Μωάμεθ και του Ισλάμ. Ο Χουμπάλ δίνει στον Λεόντιο ένα φλασκί με το πιο γλυκό κρασί που θα γευόταν ποτέ.

Αυτό μόλις θα του αφαιρούσε τον φελλό θα τον βοηθούσε να φτάσει στην πατρίδα με ένα όμορφο ούριο μελτέμι χωρίς καμία άλλη δυσκολία.

Μαζί του προσφέρει και ένα άλλο μπουκάλι με το πιο όμορφο μαυρούδι.

Το ταξίδι θα ολοκληρωνόταν γρήγορα και ο Λεόντιος θα επέστρεφε στην γυναίκα του Άννα και τον γιο του Γιώργη αρκετά γρήγορα.

Κατά την διάρκεια της επιστροφής όμως όταν ο Λεόντιος έπεσε για να ξαποστάσει, οι σύντροφοι του τι κάνουν λέτε; Αποφασίζουν να ανοίξουν το μαυρούδι που πίστευαν πως προοριζόταν για εκείνους.

Τελικά οι άνεμοι που ξεπηδούν από μέσα του είναι άγριοι μανιασμένοι βοριάδες οι οποίοι τους ξεβράζουν πολύ μακριά από το Κρητικό πέλαγος, τόσο μακριά που φτάνουν καραβοτσακισμένοι …στην μακρινή Ταυρίδα της Μαύρης Θάλασσας.

Στην άλλη άκρη του κόσμου! Εκεί καταλήγουν σε ένα νησί της Κριμέας.

Έρημο και καταραμένο.

Εκεί βλέπετε μένουν όλοι οι εξόριστοι άρχοντες που προσπάθησαν να σφετεριστούν το στέμμα της Κωνσταντινουπόλεως.

Στρατηγοί, μητροπολίτες, αρχόντισσες, δολοπλόκοι αυλικοί ζουν εκεί ξεχασμένοι από όλους.

Όλοι αυτοί έχουν πουλήσει την ψυχή τους στο διάολο με αντάλλαγμα να μην γεράσουν ποτέ, ελπίζοντας έτσι ότι μία ημέρα η Πορφύρα θα γίνει δικιά τους και θα καταφέρουν να κατακτήσουν τον θρόνο.

Υποδέχονται τους πεινασμένους ναύτες του Λεόντιου με ένα πλούσιο συμπόσιο με τα πιο γευστικά ποτά και τα καλύτερα κρέατα.

Παντού δίπλα τους αφθονούν οι συκιές, γεμάτες μεγάλα και μικρά μαύρα κατάγλυκα σύκα.

Όποιος δοκιμάσει από την Συκιά της Λήθης χάνει την μνήμη της πατρίδας και σιγά σιγά μετατρέπεται σε ένα μαρμαρένιο άγαλμα. Ο Λεόντιος νιώθοντας το μυαλό του ξεχνάει την γυναίκα του και τον γιο του, αρνείται να φάει περισσότερο καταλαβαίνοντας την παγίδα τους.

Με το σπαθί του ξεσκίζει τις σάρκες των διεφθαρμένων αρχόντων και με πείσμα κουβαλά τους μεθυσμένους συντρόφους του στο πλοίο της επιστροφής.

Τελικά η συντροφιά γλιτώνει από τους διεφθαρμένους Συκοφάγους (ουδεμία σχέση με τους Λωτοφάγους όπως καταλάβατε) και αποφασίζει να ξεκουραστεί στις ακτές της Οδυσσού, συγκεκριμένα σε ένα βαλτώδες νησί όπου ζει μία γυναίκα, η λεγόμενη κουροπαλάτισσα Αικατερίνη. Η Αικατερίνη υπήρξε σύζυγος ενός κουροπαλάτη ο οποίος απεβίωσε νωρίς, η ίδια ήταν αλχημίστρια.

Όμως είχε εκδιωχθεί από την Κωνσταντινούπολη καθώς τα πειράματα της με την ανθρώπινη σάρκα θεωρήθηκαν διαβολικά και καταδικάστηκε από πατριαρχική σύνοδο.

Μόλις βλέπει το πλήρωμα του Λεοντίου, τους ρίχνει θειάφι και αρχαίες κατάρες.

Τα σώματα τους παραμορφώνονται, χάνουν την ανθρώπινη τους μορφή και μετατρέπονται σε παγώνια…σαν αυτά τα πτηνά που κοσμούν τα βυζαντινά παλάτια.

Όλο το νησί είναι γεμάτο από αυτά.

Όσοι διαβαίνουν το νησί της γίνονται πουλιά, τα οποία έπειτα η ίδια τα σφάζει για το κρέας τους. Ο Λεόντιος προστατεύεται από ένα ασημένιο Λείψανο του Τίμιου Σταυρού που κουβαλά από την Αντιόχεια.

Εισβάλλει μέσα στο εργαστήριο της Αικατερίνης, καίει τους παπύρους με τις γητειές της και με μία λεπίδα στο λαιμό της την αναγκάζει να λύσει το φριχτό ξόρκι. Η Αικατερίνη επαναφέρει τους άνδρες πάλι στην αρχική τους μορφή και στέλνει τον Λεόντιο στην Ηράκλεια την Ποντική στις νότιες ακτές του Εύξεινου Πόντου. Στην Ηράκλεια του Πόντου βρισκόταν, κατά την αρχαιότητα, μία από τις διασημότερες εισόδους για τον Άδη (από εκεί λέγεται ότι ανέβασε ο Ηρακλής τον Κέρβερο). Όταν ο Λεόντιος φτάνει εκεί διψά να δει εάν η οικογένεια του είναι ακόμη ζωντανή ή εάν έχουν όλοι ξεκληριστεί όσο καιρό βρισκόταν στην Ταρσό και στο ταξίδι του.

Εκεί συναντά ένα γέρο σαλό στυλίτη ονόματι Συμεών ο οποίος του αποκαλύπτει ότι πίσω στην μακρινή Μονεμβασιά τον περιμένει μία αισχρή προδοσία.

Πολλοί μνηστήρες έχουν μαζευτεί γύρω από την σύζυγο του Άννα Σκλήραινα και περιμένουν να την παντρευτούν.

Θέλουν να του πάρουνε το κάστρο, τις πρόνοιες και τις σοδειές παραγκωνίζοντας τον γιο του τον Γιώργη. Στο Κάτω Κόσμο όμως συναντά και τον άνθρωπο που δεν θα ήθελε να συναντήσει ποτέ του.

Η μητέρα του η Χαρίτω απεβίωσε όσο αυτός βρισκόταν στους Αγίους Τόπους πολεμώντας τους Σαρακηνούς.

Χάθηκε από την στεναχώρια της.

Αφού παίρνει την ευχή της αποφασίζει να συνεχίσει το ταξίδι του. Ο Λεόντιος περνά από την Βασιλεύουσα και αυτή την φορά πλησιάζει στα Πριγκηπόνησα στην Θάλασσα του Μαρμαρά.

Τον κατεξοχήν τόπο εξορίας όλων των μελών της βασιλικής οικογένειας.

Μία σφοδρή καταιγίδα έχει ξεσπάσει εκείνη την χειμωνιάτικη ημέρα που θέλει να καταστρέψει το πλοίο του Λεοντίου.

Στα νησιά αυτά υπήρχαν μοναστήρια εξόριστων αυτοκρατορισσών και αριστοκρατισσών.

Σε ένα από αυτά είχε ζήσει και η γνωστή Ειρήνη η Αθηναία.

Λένε ότι όταν εκείνη πέθανε στην Λέσβο το 803 οι αδελφές της μοναχές την είχαν μοιρολογήσει για χρόνια.

Χάρη σε εκείνην χρώσταγαν τα πάντα. Ο Νικηφόρος που την διαδέχθηκε της είχε ρίξει σε δυσμένεια και οι μετέπειτα βασιλείς τους στέρησαν τα μοναστικά προνόμια και χρήματα ρίχνοντας αυτές σε ένδεια.

Οι γυναίκες αυτές απεβίωσαν ξεχασμένες και έμειναν γνωστές ως «Οι Μοιροφόρες». Έτσι ο Λέοντιος κατά την διάρκεια εκείνης της μανιασμένης καταιγίδας τις ακούει να ψέλνουν απόκοσμους αγγελικούς ύμνους του Εκκλησιαστή, της Παλαιάς Διαθήκης, υπόσχοντας στους ναύτες ότι αν αγκυροβολήσουν εκεί, θα ζήσουν μια ζωή γεμάτη ουράνια γαλήνη και ηδονές, μακριά από τους πολέμους. «Πάντες οἱ χείμαρροι πορεύονται εἰς τὴν θάλασσαν, καὶ ἡ θάλασσα οὐκ ἔσται ἐμπιπλαμένη» Οι άνδρες του Λεοντίου παρασύρονται, νομίζουν ότι αυτές οι φωνές είναι των γυναικών τους και ότι επιτέλους θα αγκάλιαζαν τις συζύγους τους…αλλά κάνουν λάθος και τελικά πνίγονται μέσα στα μυτερά βράχια των νήσων. Ο Λέοντιος δένεται σιφχτά στο κατάρτι του πλοίου με αλυσίδες και βουλώνει τα αυτιά του με κερί.

Τελικά γλιτώνει σώος και αβλαβής από τις Μοιροφόρες με λίγους από τους συντρόφους του.

Το τραγούδι τους συνεχίζει να ακούγεται όσο ο Λεόντιος απομακρύνεται.

Τελικά η μικρή πλέον συντροφιά καταλήγει στα παράλια της Λάρισας και αναζητά καταφύγιο σε κάποιες απόκρημνες σπηλιές στον Κίσσαβο όπου πλέον μπορούν να ξεκουραστούν με ησυχία.

Αλλά δεν.

Όπως κατάλαβες έχει ψωμί ακόμη αυτό το έργο! Αυτά τα σπήλαια ανήκουν σε ένα μονόφθαλμο λιοντάρι τον Πυρομάτη ο οποίος τρέφεται με τις σάρκες όλων των ανθρώπων που κοιμούνται εκεί.

Στις σπηλιές κοντά στη θάλασσα καταφεύγουν αγέλες από άγρια θεσσαλικά άλογα για να προστατευτούν από την καταιγίδα. Ο Πυρομάτης τα παγιδεύει εκεί για να τα κατασπαράξει ένα-ένα. Ο Λεόντιος ξυπνάει μέσα στο απόλυτο σκοτάδι και βλέπει το πύρινο μάτι του λιονταριού να λάμπει.

Επειδή το λιοντάρι είναι ταχύτατο και η σπηλιά σκοτεινή, το σπαθί δεν αρκεί. Ο Λεόντιος παίρνει έναν αναμμένο δαυλό από τη φωτιά που είχαν ανάψει και στοχεύει απευθείας στο μοναδικό, ευαίσθητο μάτι του Πυρομάτη και έτσι καίει το μοναδικό μάτι του λιονταριού.

Τυφλωμένο πλέον εντελώς, το θηρίο μουγκρίζει λυσσασμένα και χτυπιέται πάνω στα τοιχώματα της σπηλιάς, κλείνοντας την έξοδο. Ο Λεόντιος και οι άντρες του γραπώνονται κάτω από τις χαίτες και τις κοιλιές των αλόγων.

Όταν τα τρομαγμένα άλογα ξεχύνονται καλπάζοντας έξω από τη σπηλιά, προσπερνούν τον τυφλό Πυρομάτη που απλώνει τα νύχια του αλλά αγγίζει μόνο τις ράχες των αλόγων.

Πλέοντας πλέον στο Αιγαίο, ο Λεόντιος πλησιάζει προς την Μονεμβασιά.

Και επιλέγει να περάσει ανάμεσα στην Εύβοια και τη στερεά Ελλάδα για να γλιτώσει τη θαλασσοταραχή του πελάγους.

Όμως, το στενό του Ευρίπου στη Χαλκίδα κρύβει τον δικό του εφιάλτη όπως καλά καταλάβατε.

Πάνω στους απόκρημνους βράχους της ακτής φωλιάζει ένας ερπετόμορφος, τρομακτικός δράκοντας, παρόμοιος με αυτόν που αντιμετώπισε ο Άγιος Γεώργιος στη Σηλήνα.

Έχει μακρύ, ευέλικτο λαιμό και φολιδωτό δέρμα και μακρύ γένι σαν παπάς στην μουσούδα. Λέγεται Πέτρος.

Κρυμμένος στις σπηλιές του γκρεμού, ορμάει αιφνιδιαστικά προς το κατάστρωμα της «Αγίας Δυνάμεως», αρπάζοντας τους ναύτες έναν-έναν μέσα από τα χέρια του Λεοντίου.

Όμως στον πυθμένα του στενού ζει και ένας δεύτερος, γιγαντιαίος θαλάσσιος δράκοντας.

Τον λένε Παύλο.

Κάθε φορά που ανασαίνει ή συστρέφει την ουρά του στα έγκατα της θάλασσας, τα νερά του Ευρίπου τρελαίνονται: αλλάζουν κατεύθυνση με μανία, δημιουργώντας τεράστιες ρουφήχτρες που τραβούν τα πλοία στον βυθό και τα συνθλίβουν πάνω στα βράχια.

Αυτοί οι δύο δράκοι είναι αδέρφια.

Ζουν στα σκοτάδια και επέζησαν των μεγάλων μαρτύρων των προχριστιανικών χρόνων.

Αλλά πέρα από αδέρφια είναι και τρομεροί ΤΕΛΩΝΕΣ.

Ζητούν από τους ναύτες να τους δώσουν το χρυσό και το ασήμι που κέρδισαν στην Ταρσό.

Με αυτό θα μπορούσαν να χτίσουν επιτέλους το Δρακόκαστρο που ονειρεύονταν από μικρά παιδιά.

Σκοπός τους είναι έπειτα να χτίσουν το δικό τους μοναστήρι στο Άγιο Όρος, την Παναγιά του Δράκου! Τελικά ο Λεόντιος τους το δίνει, αλλά οι δύο δράκοι αποφασίζουν να τους σκοτώσουν έτσι και αλλιώς.

Γιατί είναι δράκοι από την φύση τους. Ο Λεόντιος, βλέποντας τη δίνη να ρουφάει το πλοίο και τον πρώτο δράκοντα να κατασπαράζει τους άντρες του, παίρνει μια σκληρή απόφαση.

Δίνει εντολή στους κωπηλάτες να τραβήξουν κουπί με όση δύναμη τους απομένει κοντά στα βράχια του πρώτου δράκοντα, του Πέτρου, προτιμώντας να χάσει λίγους άντρες παρά να καταποντιστεί ολόκληρο το κάτεργο στη δίνη του βυθού.

Με το σπαθί στο χέρι, ο Λεόντιος αποκρούει τα χτυπήματα του ερπετού, ενώ η «Αγία Δύναμις» καταφέρνει να γλιστρήσει μέσα από τα μανιασμένα νερά, αφήνοντας πίσω της το στενό της Χαλκίδας.

Μετά την αιματηρή μάχη με τους δράκοντες στον Ευριπό, η λαβωμένη «Αγία Δύναμις» καταφθάνει στους πρόποδες του επιβλητικού Ακρωτηρίου του Μαλέα…επιτέλους στον Μοριά.

Στην πιο ψηλή, ανεμοδαρμένη κορυφή του βουνού δεσπόζει η κατοικία του ίδιου του Προφήτη Ηλία του Θεσβίτη . Εκεί, στις αλπικές πλαγιές, βόσκουν τα Ιερά Κοπάδια του Προφήτη—κατάλευκοι ταύροι με πύρινα μάτια που δεν αγγίζει κανένα ανθρώπινο χέρι.

Λένε ότι με αυτούς τους λευκούς ταύρους ταξιδεύει με την άμαξα του και επισκέπτεται και ευλογεί τους ναούς που οι πιστοί χτίζουν για εκείνον στα όρη και τους λόφους. Ο Λεόντιος, θυμούμενος τις προφητείες του Σαλού Στυλίτη από τον Άδη, αναγνωρίζει αμέσως τον ιερό τόπο.

Απαγορεύει αυστηρά στους εξαντλημένους και λιμοκτονούντες ναύτες του να αγγίξουν τα ζώα: «Αυτά είναι τα ζώα του Προφήτη! Όποιος τα βάλει με τον Ηλία, τα βάζει με τον Θεό!» Όταν ο Λεόντιος αποκοιμιέται βαριά από την κούραση, η πείνα κυριεύει τους άντρες του.

Αψηφώντας τις εντολές του στρατηγού, ανεβαίνουν στο βουνό, σφάζουν τους ιερούς ταύρους και ανάβουν φωτιές.

Η τσίκνα είναι μεθυστική αλλά άρρωστη.

Μόλις το κρέας ακουμπάει στη σχάρα, συμβαίνει το απόκοσμο: τα δέρματα των ζώων αρχίζουν να έρπουν στη γη και τα ψημένα κρέατα μουγκρίζουν οργισμένα! Ο ίδιος ο Προφήτης Ηλίας εμφανίζεται στην κορυφή του βουνού μέσα σε μια δίνη από φωτιά και καπνό, κρατώντας την πύρινη ρομφαία του.

Η φωνή του αντηχεί σαν βροντή σε όλο το Μυρτώο Πέλαγος.

Δεν τους τιμωρεί στην ξηρά.

Αφήνει την «Αγία Δύναμη» να ανοιχτεί στη θάλασσα.

Τότε, ο Προφήτης ανεβαίνει στο Πύρινο Άρμα του και εξαπολύει μια τρομακτική θύελλα με αστροπελέκια.

Ένας γιγαντιαίος κεραυνός χτυπάει το κατάρτι.

Το πλοίο διαλύεται στα δυο, η θάλασσα καταπίνει όλους τους ναύτες.

Όλο το πλήρωμα διαλύεται.

Ήταν τόσο κοντά να φτάσουν στην Μονεμβασιά! Ο Λεόντιος μένει ο μοναδικός επιζών, κρατημένος από ένα μισοκαμένο ξύλο της «Αγίας Δυνάμεως». Οι σύντροφοι του είναι όλοι νεκροί.

Έτσι μόνος ταξιδεύει μέσα στο άπειρο χάος της θάλασσας της μεσογείου.

Ακολούθησε τον.

Δεν ξέρει ούτε αυτός που πάει.

Οι μέρες περνούν.

Ίσως και χρόνια.

Κανείς δεν υπάρχει για να τον βοηθήσει μέχρι που η θάλασσα τον ξεβράζει στις ακτές μίας έρημης πόλης που οι ντόπιοι ονομάζουν Λάπιθο.

Αλλά δεν υπάρχει κανείς εκεί.

Τον βρίσκει μία χήρα αρχόντισσα που ελέγχει τον άδειο πύργο. Η Χρυσάντζα.

Αυτή η γυναίκα ζει μόνη της για δεκαετίες.

Ίσως και αιώνες.

Έχει ξεχάσει τι θα πει αγάπη και έρωτας.

Όταν βλέπει τον Λεόντιο νιώθει ότι βρίσκει επιτέλους έναν σύντροφο ζωής.

Τον προσέχει.

Του δίνει ένα πύργο, πολλούς υπηρέτες, ζώα και εύφορες εκτάσεις για να διαφεντεύει.

Δεν υπάρχει πιο όμορφο μέρος από εκείνη την Λάπιθο.

Και η Χρυσάντζα είναι μία πραγματική καλλονή.

Όμως ο Λέοντιος θέλει να επιστρέψει στην γυναίκα του και τον γιο του στην Μονεμβασιά. Η Χρυσάντζα αρνείται να τον αφήσει να φύγει.

Κάθε μέρα που το αποφασίζει ξεκινά να φτιάξει ένα πλοίο με ξύλα που αφθονούν στο νησί, αλλά κάθε βράδυ το πλοίο που έφτιαξε καίγεται. Η Χρυσάντζα έχει μάτια παντού.

Όμως ο Θεός λυπάται να βλέπει τον Λεόντιο να γερνάει και να μαραζώνει μακριά από την οικογένεια του.

Και έτσι στέλνει τον κατεξοχήν προστάτη των στρατιωτικών: τον Αρχάγγελο Μιχαήλ να φτάσει στην Λάπιθο.

Ο αρχάγγελος με ολόχρυση πανοπλία, φτερά που αστράφτουν και πύρινη ρομφαία εμφανίζεται στον ύπνο της Χρυσάντζας και της καταφέρει ένα τελεσίγραφο: «Ο Λεόντιος δεν ανήκει σε σένα, ούτε σε αυτή την έρημη γη. Άφησέ τον να φύγει, γιατί η οργή των Ουρανών θα κάψει τον πύργο σου». Η Χρυσάντζα αναγκάζεται να υπακούσει στην θεϊκή αυτή βούληση. Ο Λεόντιος σαλπάρει για την Μονεμβασιά με ούριους άνεμους με τα λαμπερά μάτια της Χρυσάντζας να τον ακολουθούν γεμάτα οργή.

Το πλοίο του τελικά φτάνει στην Μονεμβασιά.

Έχουν περάσει δεκαετίες.

Από τους ντόπιους μαθαίνει ότι πλέον την Ρωμανία κυβερνά ο Βασίλειος ο Πορφυρογέννητος ο πρωτότοκος γιος του βασιλιά Ρωμανού του Μακεδόνα.

Ως ζητιάνος επισκέπτεται το σπίτι του το Ομιχλόκαστρο.

Κανείς δεν τον προσέχει και κανείς δεν του δίνει σημασία.

Σαν επαίτης έχει έρθει να ζητήσει από τον άρχοντα του κάστρου μία ακρόαση.

Μπαίνοντας στο ανάκτορο έρχεται κοντά του ένας μικρός ηλικιωμένος σκύλος.

Ένα ασπρόμαυρο κοκονάκι. Ο Αλεπώκις.

Μόλις τον αντικρίζει, σηκώνει την μουσούδα του από την γη, κουνάει το μικρό του κορμάκι και ξεψυχά χαρούμενος.

Εκεί τελικά βρίσκει και την οικογένεια του. Η Άννα η σύζυγος του για να κερδίσει χρόνο όσο ο Λεόντιος βρισκόταν μακριά, ορίζει για τους μνηστήρες που την πολιορκούν μία δοκιμασία.

Τον άθλο της Βεργίδας. Η Βεργίδα είναι μία βαριά θωρακισμένη βαλλίστρα πολιορκίας που απαιτεί τεράστια μυϊκή ανδρική δύναμη αλλά και μηχανική γνώση για να την οπλίσεις.

Οι μνηστήρες αποτυγχάνουν παταγωδώς. Ο Λεόντιος όμως καταφέρνει να οπλίσει την Βεργίδα και να διαπεράσει τους στόχους που απαιτούνται.

Τότε πετάει τα κουρέλια που φορά και αποκαλύπτει την ταυτότητα του, χάρη σε ένα σημάδι που κουβαλά στο στέρνο του.

Ο γιος του Γιώργης κλειδώνει τις βαριές σιδερένιες πόρτες του δωματίου και οι δύο τους πατέρας και γιος εξαπολύουν μία δίκαιη τιμωρία ενάντια σε όλους αυτούς τους ποταπούς άνδρες που καταχράστηκαν την φιλοξενία του Λεοντίου.

Όλοι πέφτουν νεκροί και ο Λεόντιος ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ σμίγει με την οικογένεια του.

Αυτή λοιπόν ήταν η «Βυζαντινή Οδύσσεια» που σκέφτηκα μέσα σε δέκα λεπτά! Τι σας άρεσε; Τι θα προσθέτατε; Μήπως το παράκανα; Γράψτε μου στα σχόλια τη γνώμη σας. Φωτογραφία: Ο Λεόντιος και η κουροπαλάτισσα αλχημίστρια Αικατερίνη κάπου στις ακτές της κρύας Οδησσού.

Όπως κατάλαβες ήρθε η ώρα να φύγουμε και εμείς. Δεν θες να μας μετατρέψει και εμάς σε παγώνια!!! #Odyssey

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης - Επικοινωνία
Update cookies preferences