Όταν η ανθρώπινη επαφή καταλήγει σε συναλλαγή και η σύγκρουση σε έγκλημα Η φρικτή δολοφονία του γνωστού ποινικολόγου Σταύρου Γεωργίου μέσα στον χώρο όπου εργαζόταν και ζούσε προκαλεί αποτροπιασμό...
Όταν η ανθρώπινη επαφή καταλήγει σε συναλλαγή και η σύγκρουση σε έγκλημα
------------------------------------------------------------------------ Η φρικτή δολοφονία του γνωστού ποινικολόγου Σταύρου Γεωργίου μέσα στον χώρο όπου εργαζόταν και ζούσε προκαλεί αποτροπιασμό.
Πίσω όμως από τον θόρυβο των αποκαλύψεων, των εικασιών και των βιαστικών κοινωνικών συμπερασμάτων υπάρχει πρωτίστως ένας άνθρωπος που έχασε με βίαιο τρόπο τη ζωή του και δύο ανήλικες κόρες που καλούνται να σηκώσουν ένα δυσβάστακτο φορτίο.
Αυτή η ανθρώπινη διάσταση δεν πρέπει να χαθεί μέσα στη δίψα για εντυπωσιακές λεπτομέρειες.
Ο κατηγορούμενος φέρεται να αποδίδει την πράξη του σε διαφωνία που ακολούθησε ερωτική συνεύρεση και σε αθέτηση μιας υποσχεθείσας πληρωμής.
Πρόκειται, προς το παρόν, για τη δική του εκδοχή, η οποία μένει να διερευνηθεί και να κριθεί από τη Δικαιοσύνη.
Ακόμη όμως και αν επιβεβαιωθεί, τίποτε δεν δικαιολογεί την αφαίρεση μιας ανθρώπινης ζωής.
Καμία οικονομική διαφορά, καμία εξαπάτηση, καμία προσβολή και κανένα ξέσπασμα θυμού δεν μετατρέπουν τον φόνο σε κατανοητή ή συγγνωστή αντίδραση.
Η υπόθεση δεν είναι δίκη της ομοφυλοφιλίας.
Ο σεξουαλικός προσανατολισμός δεν αποτελεί παθογένεια, ούτε γεννά από μόνος του εγκληματικές συμπεριφορές.
Εγκλήματα διαπράττονται μέσα σε ετερόφυλες και ομόφυλες σχέσεις, σε γάμους, σε οικογένειες, μεταξύ γνωστών και αγνώστων.
Το κοινό τους υπόβαθρο δεν είναι η ταυτότητα των ανθρώπων, αλλά η βία, η απουσία ορίων, η αδυναμία διαχείρισης της σύγκρουσης και η πεποίθηση κάποιων ότι μπορούν να εξουσιάζουν το σώμα, την αξιοπρέπεια ή ακόμη και τη ζωή του άλλου.
Εκείνο που μπορεί και πρέπει να συζητηθεί είναι η σκοτεινή πλευρά των σχέσεων που οικοδομούνται αποκλειστικά πάνω στη συναλλαγή.
Όταν η ανθρώπινη επαφή απογυμνώνεται από εμπιστοσύνη, σεβασμό και σαφή όρια, ο άλλος κινδυνεύει να πάψει να αντιμετωπίζεται ως πρόσωπο και να μετατραπεί σε μέσο ικανοποίησης, σε πελάτη ή σε εμπόρευμα.
Αυτό ασφαλώς δεν οδηγεί αναπόφευκτα στο έγκλημα, δημιουργεί όμως ένα περιβάλλον όπου η εκμετάλλευση, ο εκβιασμός, η εξαπάτηση και η ταπείνωση μπορούν ευκολότερα να βρουν χώρο.
Υπάρχει ακόμη μια κοινωνική υποκρισία που αξίζει να μας προβληματίσει.
Συχνά δεν επιτρέπουμε στους ανθρώπους να μιλήσουν ανοιχτά για τη σεξουαλικότητα, τη μοναξιά, τις ανάγκες και τις αδυναμίες τους.
Τους ωθούμε στη μυστικότητα και ύστερα σπεύδουμε να τους διαπομπεύσουμε όταν η ιδιωτική τους ζωή αποκαλύπτεται.
Άλλο όμως η υπεύθυνη διερεύνηση των συνθηκών ενός εγκλήματος και εντελώς άλλο η μεταθανάτια ηθική καταδίκη του θύματος.
Η προσωπική ζωή κανενός δεν μειώνει το δικαίωμά του στη ζωή, στην αξιοπρέπεια και στην προστασία από τη βία.
Τουλάχιστον όπως το αντιλαμβάνομαι εγώ.
Εξίσου ανησυχητική είναι η ταχύτητα με την οποία η δημόσια συζήτηση αναζητεί συλλογικούς ενόχους: τους ομοφυλόφιλους, τους αλλοδαπούς, τους ανθρώπους που παρέχουν σεξουαλικές υπηρεσίες ή οποιαδήποτε άλλη ομάδα προσφέρεται για εύκολη στοχοποίηση.
Ένα ατομικό έγκλημα έχει συγκεκριμένο δράστη, συγκεκριμένο θύμα και συγκεκριμένες περιστάσεις.
Η γενίκευση δεν αποκαλύπτει την αλήθεια· τη συσκοτίζει και μετατρέπει την εύλογη κοινωνική αγωνία σε προκατάληψη.
Ο ηθικός απολογισμός αυτής της τραγωδίας δεν βρίσκεται στην ερωτική ταυτότητα κανενός.
Βρίσκεται στην τρομακτική υποτίμηση της ανθρώπινης ζωής, στην αδυναμία ειρηνικής επίλυσης μιας διαφοράς, στη μετατροπή της οικειότητας σε πεδίο εξουσίας και στη δημόσια ευκολία με την οποία η περιέργεια εκτοπίζει τη συμπόνια.
Πριν λοιπόν εκδώσουμε τις δικές μας καταδικαστικές αποφάσεις, ας περιμένουμε τη Δικαιοσύνη να φωτίσει τα γεγονότα.
Και ας σταθούμε με σεβασμό απέναντι σε δύο παιδιά που δεν έχασαν μια είδηση της επικαιρότητας, αλλά τον πατέρα τους.
Γιατί ο πολιτισμός μιας κοινωνίας δεν κρίνεται μόνο από τον τρόπο με τον οποίο τιμωρεί τον ένοχο, αλλά και από τον τρόπο με τον οποίο προστατεύει το θύμα, τη μνήμη του και όσους έμειναν πίσω.
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους