ΤΩΝΗΣ ΜΑΡΟΥΔΑΣ Ο ΚΙΘΑΡΩΔΟΣ ΤΗΣ ΑΓΝΗΣ ΑΓΑΠΗΣ, Ο ΥΜΝΩΔΟΣ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΕΙΟΥ ΤΗΣ ΑΠΛΗΣ ΖΩΗΣ «Τώνη, αν δεν ήμουνα εγώ, θα ήθελα να είμαι εσύ» Ο Τώνης Μαρούδας, ήταν ο τραγουδιστής, με τη βελούδινη, αισθαντική...
ΤΩΝΗΣ ΜΑΡΟΥΔΑΣ Ο ΚΙΘΑΡΩΔΟΣ ΤΗΣ ΑΓΝΗΣ ΑΓΑΠΗΣ, Ο ΥΜΝΩΔΟΣ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΕΙΟΥ ΤΗΣ ΑΠΛΗΣ ΖΩΗΣ «Τώνη, αν δεν ήμουνα εγώ, θα ήθελα να είμαι εσύ» Ο Τώνης Μαρούδας, ήταν ο τραγουδιστής, με τη βελούδινη, αισθαντική φωνή, που σφράγισε με τις ερμηνείες του το ελαφρό ελληνικό τραγούδι, ο τροβαδούρος που καθήλωνε το κοινό, σε κάθε του εμφάνιση, με την ευλαβική αφοσίωση στην υμνωδία της ουράνιας αγάπης, αυτός που στόχευε απ΄ευθείας στις καρδιές, ελαφρύνοντας τη σκληρότητα της καθημερινότητας, πλουτίζοντας το συναίσθημα, με το πραγματικά ωραίο. ΄Ηταν αυτός ο ίδιος, που είχε την ικανότητα, πρωτοπόρος, σε ερμηνείες «αρχοντορεμπέτικου» τραγουδιού, να ραντίζει με ελπίδα τη μιζέρια και τη φτώχεια των ανθρώπων και να την μετατρέπει σε χαρά ζωής, για τα απλά πράγματα. Ο Τώνης Μαρούδας, δεν είχε τίποτα να ζηλέψει και δεν διέθετε τίποτα λιγότερο, από τις μεγάλες φωνές, που μεσουρανούσαν την εποχή του, στην Αμερική και ο απόηχος της καταξίωσής τους, έφτανε ως εμάς, μέσα από τις χολυγουντιανές ταινίες.
Γεννήθηκε στην περιοχή της πλατείας Ομονοίας της Πάτρας, στις 17 Μαρτίου 1920, σε εποχές δύσκολες, σημαδεμένες από πολέμους, καταστροφές, τραγωδίες.
Η οικογένειά του ήταν πάμπτωχη και η κατάσταση επιδεινώθηκε, όταν πέθανε ο πατέρας του.
Τότε ο Τώνης, ήταν δύο χρονών.
Αυτή η ανατροπή, στη ζωή του, τον σημάδεψε και τον ανάγκασε να βγει στη βιοπάλη από τα παιδικά του χρόνια και έγινε και η αιτία, να σταματήσει και το σχολείο, μη καταφέρνοντας, καίτοι φιλομαθής, να τελειώσει, ούτε το Δημοτικό. ΄Ηταν το ορφανό, που δεν είχε άλλη επιλογή για να καταφέρει να επιβιώσει, αυτός και η οικογένειά του, από το να κάνει «θελήματα», έναντι μικρής αμοιβής, δουλεύοντας σκληρά, όπου μπορούσε, χάνοντας δια παντός τα παιδικά του χρόνια.
Αυτός όμως ο μικρός, διέθετε γιγάντια θέληση, που έβαζε φτερά στους παιδικούς ταλαίπωρους ώμους του.
Το πάθος για τη ζωή και το ταλέντο που διέθετε, τον έκαναν να αντιδράσει και να αλλάξει την κακότροπη μοίρα του.
Πριν απ΄όλα, έμαθε μόνος να γράφει και να διαβάζει την ελληνική γλώσσα και προχώρησε και στην εκμάθηση της γαλλικής, καταφέρνοντας να μιλάει εξαιρετικά, σαν να ήταν Γάλλος.
Από μικρός είχε δείξει, την κλήση του στη μουσική και υπήρξε μέλος της διάσημης χορωδίας των Πατρών «Ορφέας», ενώ παράλληλα, έψελνε και στην Εκκλησία της γειτονιάς του.
Δεν θα ήταν ούτε 17 χρονών, όταν αποφάσισε να κυνηγήσει το όνειρό του, έξω από τα στενά όρια της γενέτειράς του. ΄Εραψε στη φόδρα του σακακιού του 100 δραχμές, που είχε καταφέρει να αποταμιεύσει και έφυγε ολομόναχος για την Αθήνα.
Ερχόμενος στην πρωτεύουσα, εργάστηκε σκληρά.
Το πάθος του ήταν να καταφέρει να γίνει τραγουδιστής και σ΄αυτό τον διευκόλυνε, εκτός από την σπάνια σε ηχόχρωμα φωνή του και το στυλ του, το επηρεασμένο από τις ιταλικές ερμηνείες, που ήσαν και τα ακούσματά του στην Πάτρα, η οποία αποτελούσε τότε, το μεγάλο λιμάνι, σύνδεσης με την Ευρώπη.
Η σπανιότητα της φωνής και της ερμηνείας του, η καθαρότητα της εκφοράς του λόγου και η σταθερότητα, με την οποία ακουμπούσε τις λέξεις, πάνω στη μουσική, στοχεύοντας πάνω απ΄όλα στο συναίσθημα, τον έφεραν, κοντά στο όνειρό του.
Ξεκίνησε αμέσως την καριέρα του, το 1936 και τον επόμενο χρόνο, ηχογράφησε τα πρώτα του τραγούδια, σε δίσκο των 78 στροφών (δίσκος γραμμοφώνου), τα: «Χαβάνα» και «Η γυναίκα ξέρει». Η καταξίωση ήρθε άμεσα και οι επιτυχίες, διαδέχονταν η μία την άλλη.
Ο πόλεμος και η περίοδος της γερμανικής κατοχής, μείωσαν, σχεδόν μέχρις αναστολής την καλλιτεχνική του δραστηριότητα.
Το 1943, ερμήνευσε το τραγούδι των Τάκη Μωράκη και Κώστα Κοφινιώτη «Πριν σε γνωρίσω» και το 1945, το τραγούδι του Μίμη Κατριβάνου «Περιμένω γράμμα σου». Επανήλθε δυναμικά στο προσκήνιο, από το 1946, ερμηνεύοντας το τραγούδι των Μ. Σουγιούλ-Κώστα Κοφινιώτη «Λίγες καρδιές αγαπούνε», ενώ παράλληλα άρχισε να συνθέτει και ο ίδιος τραγούδια.
Ακολούθησε σειρά επιτυχημένων τραγουδιών, που τα περισσότερα τραγουδιούνται μέχρι σήμερα, όπως: «Δίχως Γιάννο, δεν θα γιάνω» (Ι. Ριτσιάρδη, σε στίχους Γ. Ασημακόπουλου-Β. Σπυρόπουλου-Π.Παπαδούκα, 1946). Το 1947, ερμήνευσε τα τραγούδια: «Αν ήμουνα Θεός» (Μ. Σουγιούλ- Κ. Κοφινιώτη), «Απόψε η φαντασία μου πετά» (Κ. Καπνίση-Κ. Μάνεση), «Διαβόλου κάλτσα» (σε δική του μουσική και στίχους Γρ. Κωνσταντινίδη), «΄Ελα μαζί μου και δεν θα χάσεις» (Τ. Μωράκη-Κ. Κοφινιώτη), «Ευτυχία» (Γ. Μουζάκη-Κ. Κοφινιώτη), «Κάνε λιγάκι υπομονή» (Μ. Σουγιούλ-Χρ. Γιαννακόπουλου), «Μπιρμπίλω» (Μ. Σουγιούλ-Αιμ.
Σαββίδη), «Μυσιρλού» (Ν. Ρουμπάνη), «Χωρίς λόγια» (Γ. Μουζάκη), «Μας φτάνει μόνο» (Κούλας Ευστρατοπούλου-Φ. Αρία) κ.α. Το 1948, ερμήνευσε τα τραγούδια: «Γελάς» (Κ. Καπνίση-Γ. Οικονομίδη), «Δυό φορές μ΄έχεις γελάσει» (Λ.Μαρκέα-Κ. Μάνεση), «Εγώ θα σ΄αγαπώ και μη σε νοιάζει» (Γ.Μουζάκη-Κοφινιώτη), «Είσαι ένας έρωτας παράξενος» (Κ.Καπνίση- Γ. Γιαννακόπουλου), «Κι’ έφυγες αγάπη μου» (Μ.Σουγιούλ-Αλ.Σακελλάριου), «Ο Ρωμιός» (Κ. Βέλλα-Κ. Κοφινιώτη), «Σήμερα σε γνώρισα» (Κ. Γιαννίδη-Αλ. Σακελλάριου), «Το τράμ το τελευταίο» (Μ.Σουγιούλ-Αλέκου Σακελλάριου, Χρήστου Γιαννακόπουλου), κ.α. Πίσω από κάθε τραγούδι, υπάρχει πάντα μια ιστορία.
Εδώ θα αναφερθούμε ενδεικτικά, στην μεγάλη επιτυχία «Το τράμ το τελευταίο», τραγούδι που διέσχισε το χρόνο και έφτασε στις μέρες μας, το ίδιο ζωντανό. ΄Όπως και πολλά τραγούδια της εποχής και αυτό, ήταν μέρος ενός επιθεωρησιακού νούμερου, της Επιθεώρησης «΄Ανθρωποι-΄Ανθρωποι». Το νούμερο, παρουσίαζε δυό νεαρά φτωχά ζευγαράκια (Ν. Ριζος-Σπ.Βρανά, Φιλιππόπουλος-Α. Φυλλίδου), που βγαίνοντας από ένα ταβερνάκι, αργά το βράδυ, αναζήτησαν ταξί για να επιστρέψουν στα σπίτια τους.
Τα χρήματα όμως δεν έφταναν και ο ταξιτζής (Μ. Φωτόπουλος), παρά τα παζάρια που έγιναν, ήταν ανένδοτος και αρνείτο να τους πάει χωρίς χρήματα.
Μόνη λύση, ήταν το τραμ των 12, το τράμ το τελευταίο.
Και το νούμερο έκλεινε, με το τραγούδι. Ο Ηρακλής Ευστρατιάδης, στο βιβλίο του «Μια ιστορία, ένα τραγούδι» (εκδ.
TOUBIS), διέσωσε και την αφορμή, που οδήγησε τους συγγραφείς να γράψουν αυτό το νούμερο και τους στίχους του συγκεκριμένου τραγουδιού.
Σημειωτέον ότι οι Επιθεωρήσεις της εποχής, γνώριζαν μεγάλη επιτυχία, διότι οι συγγραφείς, βρισκόντουσαν κοντά στον λαό και κατέγραφαν την καθημερινότητα του απλού ανθρώπου, όσα μικρά και μεγάλα συνέβαιναν στη ζωή τους, τους απασχολούσαν, τους ταλαιπωρούσαν, διαμόρφωναν χαρακτήρες και συμπεριφορές, διέγραφαν αισθήματα και συναισθήματα. Ο Αλ. Σακελλάριος και ο Χρ. Γιαννακόπουλος, συνήθιζαν να συναντιώνται αργά το βράδυ και να εργάζονται μαζί, ως το ξημέρωμα. ΄Ένα βράδυ, ο Σακελλάριος, άργησε να φύγει από το σπίτι του (οδός Καρόλου), για να πάει στο σπίτι του Γιαννακόπουλου (οδός Σόλωνος). Αναζήτησε ταξί, αλλά δεν έβρισκε και η μόνη λύση ήταν να πάρει το τραμ των 12. Μέχρι να φτάσει στο σπίτι του Γιαννακόπουλου, είχε επινοήσει το νούμερο.
Το τραγούδι, ανήκει σε μια νέα σειρά τραγουδιών της εποχής, τα ονομαζόμενα «Αρχοντορεμπέτικα» και το πρωτοερμήνευσε σε δίσκο ο Τώνης Μαρούδας, με δεύτερη φωνή τον Νίκο Παπαδάκη.
Η πορεία των μεγάλων επιτυχιών του Μαρούδα, συνεχίστηκε το 1949, με τα τραγούδια: «Η Χιονάτη» (Γ. Μουζάκη-Γ. Οικονομίδη), «Μανιάνα» (P.Lee- Πωλ Μενεστρέλ, Γιάννη Χυδίρογλου) κ.α., το 1950, με τα τραγούδια: «Είν΄εκείνη π΄αγαπώ» (Ηρ. Θεοφανίδη-Κ.Πρετεντέρη), «΄Ονειρα» (μουσική δική του, στίχοι Μίμη Φραγκουδάκη), «Σε βλέπω πάντα» (Τ.Μωράκη-Κ. Κοφινιώτη), «Τόσον καιρό που ήσουνα» (Μ. Σουγιούλ - Αλ.Σακελλάριου, Χρ. Γιαννακόπουλου), «Ω Μάμα,Μάμα,Μάμα» (L. Conald-Πωλ Μενεστρέλ,Γ.Χυδίρογλου) κ.α., το 1951, με τα τραγούδια: «Παντού και πάντα» (Τ. Μωράκη-Κ. Πρετεντέρη), «Ο Τραμπαρίφας» (Μ. Σουγιούλ-Αλ.Σακελλάριου, Χρ. Γιαννακόπουλου) κ.α., το 1952, με τα τραγούδια: «Αν…» (T.Eyans- Πωλ Μενεστρέλ), «Δεν πάω σπίτι μου απόψε» (Γ. Μουζάκη- Γ. Ασημακόπουλου,Β. Σπυρόπουλου, Π. Παπαδούκα), «Εσύ μπορείς να με νοιώσεις» (Λ. Μαρκέα-Κ. Μάνεση), «Χίμαιρα» (δική του σύνθεση) κ.α., το 1953 με τα τραγούδια: «Μεγάλε μου ΄Ερωτα» (Στ. Ρουχωτά- Γ. Οικονομίδη, Κ. Πρετεντέρη), «Μες τη ζωή μου είσαι μάγισσα» (Γ. Μουζάκη- Κ.Νικολαϊδη, Ν. Ελευθερίου), «Μες το Χαρλέμι» (δική του σύνθεση), «Τίποτα δεν μας χωρίζει» (Τ. Μωράκη-Γ. Οικονομίδη), «Τσίκα, τσίκα μπουμ» (Γ. Μουζάκη-Κ.Νικολαϊδη, Ναπ.Ελευθερίου) κ.α. ■ Το 1953, πρωτοεμφανίστηκε στον κινηματογράφο, στην κωμωδία του Αλέκου Σακελλάριου «Σάντα Τσικίτα» (πρωταγωνιστές οι Β.Λογοθετίδης και Ι.Λιβυκού), ερμηνεύοντας το τραγούδι των Μ.Σουγιούλ και Αλ. Σακελλάριου «΄Αρχισαν τα όργανα». Η εμφάνισή του αυτή, του έφερε μεγαλύτερη αναγνωρισιμότητα, ο δε τίτλος του τραγουδιού, παραμένει ως σήμερα, ατάκα, που εκφράζει μια αναμενώμενη αλλαγή κατάστασης, ακόμα και αναστάτωση.
Στην ίδια ταινία, ερμήνευσε και το τραγούδι των Σουγιούλ-Σακελλάριου «Το Μουράγιο». Οι επιτυχίες συνεχίζονται, το 1954 με τα τραγούδια: «΄Αννα Χριστιάνα» (μουσική δική του, στίχοι Κ. Νικολαϊδη), «Η Αθήνα και συ» (Μ. Σουγιούλ -Κ. Κοφινιώτη) κ.α., το 1955 με τα τραγούδια: «Αδύνατον να κοιμηθώ» (Μ. Σουγιούλ, Τ. Μωράκη- Χρ. Γιαννακόπουλου), «Αρχίζει η ταραντέλα» (Γ. Μουζάκη- Γ. Ασημακόπουλου, Β. Σπυρόπουλου, Π. Παπαδούκα), «Μάτια καστανά» (δική του μουσική, σε στίχους Ν. Φατσέα), «Ο καφές και το τσιγάρο» (Μ. Σουγιούλ-Ν. Φατσέα) κ.α., το 1956, με τα τραγούδια: «΄Η εσένα ή τίποτα» (δική του μουσική, σε στίχους Θ. Σοφού και Σπ. Χαρώνη), «Μάτια μου» (Μ. Σουγιούλ-Ν.Φατσέα),κ.α. ■ ΤΟ ΝΤΟΥΕΤΟ ΜΕ ΤΗ ΣΟΦΙΑ ΛΟΡΕΝ Ο ελληνικής καταγωγής, Πρόεδρος της 20th Century Fox του Χόλυγουντ, Σπύρος Σκούρας, στην προσπάθειά του να βοηθήσει την Ελλάδα, που έψαχνε τα βήματα αναδιοργάνωσής της, μετά από έναν πόλεμο και έναν εμφύλιο πόλεμο, αποφάσισε το 1956, η ταινία “Boy on a dolphin” (Το παιδί και το δελφίνι), να γυριστεί σε ελληνικό νησί και επελέγη η ΄Υδρα.
Πρωταγωνίστρια της ταινίας, ήταν το νέο ανερχόμενο σύμβολο του σεξ, η Σοφία Λόρεν και μαζί της πρωταγωνιστούσαν ο ΄Αλαν Λαντ και ο Κλίφτον Γουέμπ, ενώ ένα «πέρασμα» στην ταινία, στο ρόλο του Επιθεωρητή της ελληνικής κυβέρνησης, που ερευνούσε για αρχαιοκαπήλους, έκανε ο Αλέξης Μινωτής.
Σκηνοθέτης της ταινίας ήταν ο Ζαν Νεγκουλέσκο, το σενάριο ήταν βασισμένο στο ομότιτλο βιβλίο του Ντέϊβιντ Ντιβάϊν και τη μουσική υπέγραφε ο Ούγκο Φρεντχόφερ, η δε ταινία υπήρξε και η πρώτη του Χόλυγουντ, που γυρίστηκε σε cinemascope. «Με το που έφτασε στην Αθήνα η Σοφία Λόρεν, κούκλα, το καινούργιο σύμβολο του σεξ παγκοσμίως, έγινε της τρελλής», αναφέρει σε άρθρο του ο Ιάσων Τριανταφυλλίδης.
Ο ίδιος, περιγράφει και το πως έγινε η επιλογή του συγκεκριμένου τραγουδιού, από την ίδια τη Σοφία Λόρεν.
Ευρισκόμενη, ένα βράδυ, σε κάποιο από τα κοσμικά κέντρα της εποχής, άκουσε μια νεαρή τραγουδίστρια, την Καίτη Ντένις, να τραγουδάει το τραγούδι και αμέσως σκέφτηκε, ότι θα ήταν πολύ ωραίο, να το τραγουδήσει η ίδια στην ταινία.
Το τραγούδι ήταν καινούργιο και δεν είχε γίνει ακόμα επιτυχία.
Η μουσική ανήκε στον δημοφιλή και ανερχόμενο τότε συνθέτη του ελαφρού τραγουδιού Τάκη Μωράκη και οι στίχοι στον Γιάννη Φερμάνογλου, ο οποίος όμως, κατά τον Ιάσωνα Τριανταφυλλίδη «τους είχε αγοράσει από την γνωστή τραγουδίστρια Δανάη». Φεύγοντας από το κέντρο διασκέδασης η Λόρεν, δεν έβγαλε από το μυαλό της το τραγούδι. ΄Ηθελε να βρεθεί μια ευκαιρία να το ξανακούσει και αυτό δεν άργησε να συμβεί. ΄Ένα βράδυ, βρέθηκε σ΄ένα κέντρο στην Καστέλα (Πειραιάς), στο οποίο τραγουδούσε ο Μαρούδας και έλεγε και το συγκεκριμένο τραγούδι. Η Λόρεν ζήτησε να της μεταφράσουν τα λόγια και αμέσως μετά πρότεινε, να τραγουδήσει το τραγούδι στην ταινία στα ελληνικά, μαζί με τον Μαρούδα.
Μετά απ΄αυτό, οι συντελεστές της ταινίας, απευθύνθηκαν στους δημιουργούς του τραγουδιού και κατάφεραν και αγόρασαν τα δικαιώματά του (για 5.000 δολάρια), προκειμένου να το εντάξουν στην ταινία. ΄Επρόκειτο για το τραγούδι «Τι είναι αυτό που το λένε αγάπη». Καθώς η Λόρεν δεν γνώριζε την ελληνική γλώσσα, ανέλαβε να της διδάξει το τραγούδι, στα στούντιο της Ραδιοφωνίας (Ζάππειο), η σπουδαία και διάσημη τραγουδίστρια Μάγια Μελάγια. ΄Όπως εξ αρχής, η ίδια η Λόρεν το είχε ζητήσει, στην ταινία το τραγούδι το τραγούδησε, ντουέτο με τον Τώνη Μαρούδα, ο οποίος το συνόδευε και με την κιθάρα του, δημιουργώντας μια μαγική ατμόσφαιρα.
Και καθώς αναφέρει στο άρθρο του ο Ι. Τριανταφυλλίδης «…η μορφή και η φωνή του Τώνη Μαρούδα, πέρασαν στην ιστορία, όχι μόνο του Ελληνικού αλλά και του παγκόσμιου σινεμά, έτσι καθώς η ταινία έγινε μια τεράστια επιτυχία παντού». Το τραγούδι, έγινε παγκόσμιο σουξέ με αγγλικούς στίχους, ο δε συνθέτης της ταινίας, έχοντας αγοράσει τα δικαιώματα του τραγουδιού από τους δημιουργούς του, το χρησιμοποίησε και ως κεντρικό μοτίβο στην ταινία, επιτυγχάνοντας με την μουσική αυτή, να επιλεγεί και ως υποψήφιος για ΄Οσκαρ πρωτότυπης μουσικής, το 1958.
Το τραγούδι, μεταφράστηκε σε πολλές γλώσσες και πούλησε 2,5 εκατομμ. δίσκους σε όλο τον κόσμο και από τα τεράστια κέρδη από της πωλήσεις, δεν επωφελήθηκαν οι δημιουργοί του τραγουδιού αλλά ο συνθέτης της ταινίας, που είχε φροντίσει να αγοράσει τα πνευματικά δικαιώματα. ¤ Παρ΄ότι αυτή η αναπάντεχη επιτυχία, θα μπορούσε να κάνει τον Μαρούδα να κάνει καριέρα στο εξωτερικό, παρέμεινε στην Ελλάδα, συνεχίζοντας να ερμηνεύει με μεγάλη επιτυχία τραγούδια, όπως το 1959 τα: «Ξέρω κάποιο αστέρι» (Μ. Πλέσσα- Κ. Πρετεντέρη), «Ο Γεροπλάτανος» (σε στίχους δικούς του), «Κάπου υπάρχει η αγάπη μου» (Μ. Χατζηδάκι-2η εκτέλεση) κ.α., το 1960 τα: «Μένω σε κάποια γειτονιά» και «Σε είδα κάποιο μεσημέρι», των Λ. Μαρκέα και Θ. Σοφού, «Σου σφυρίζω» (Γ. Μουζάκη-Γ. Οικονομίδη), «Το λάθος» (δική του μουσική σε στίχους Ηλ. Λυμπερόπουλου),κ.α. ■ Η ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΥΤΥΧΙΑ ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΥ Με την μεγάλη στιχουργό, Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου, ο Μαρούδας συνεργάστηκε σε δύο τραγούδια, στα οποία ο ίδιος έγραψε τη μουσική.
Το πρώτο, ήταν το χασάπικο, σε στυλ καντάδας, με τίτλο: «΄Ισως νάναι για καλό μου», στο οποίο σεγόντο του έκανε ο κιθαρίστας Σταύρος Πλέσσας.
Το δεύτερο, πιο ρομαντικό, είχε τίτλο: «Πνίγηκε η αγάπη μου» και τον συνόδευε στην ερμηνεία, κάνοντας 2η φωνή, η Μαίρη Λίβα.
Το τραγούδι αυτό ξεκινάει μ΄ένα χαρακτηριστικό εφέ, που είναι ο ήχος μιας καταιγίδας.
Τα τραγούδια ηχογραφήθηκαν στις 20 Δεκ. 1961, με διευθυντή της ορχήστρας τον πιανίστα Γιάννη Διδίλη και κυκλοφόρησαν σε δίσκο 45 στροφών από την Columbia, όπως επίσης και από την Odeon, για το εξωτερικό.
Ο σεβασμός δε του Μαρούδα, για την σπουδαία στιχουργό, αποτυπώνεται και στην ετικέτα του δίσκου, όπου καταγράφονται οι συντελεστές του τραγουδιού.
Ενώ πάντα προηγείτο το όνομα του συνθέτη, στην περίπτωση αυτή, μπήκε πρώτο το όνομα της Ευτυχίας Παπαγιαννοπούλου.
Ο δίσκος, λόγω της μη επανέκδοσής του, έγινε συλλεκτικός.
Την ίδια χρονιά (1961), ο Μαρούδας κέρδισε το Δ΄βραβείο ερμηνεύοντας το τραγούδι «Γεράματα», του Χρήστου Χαιρόπουλου, στο Φεστιβάλ τραγουδιού της Ε.Ι.Ρ. Τα χρόνια που ακολούθησαν, ερμήνευσε τραγούδια όπως: «Θα κλέψω τα τριαντάφυλλα» (Μ. Πλέσσα-Κ. Πρετεντέρη, 1961), «΄Άλλο τρόλεϋ δεν έχει» (Λυκ. Μαρκέα-Θ Σοφού, 1962), «΄Ονειρα, όνειρα» , Κώστα Καπνίση, Ιωσήφ Ριτσιάρδη, Μίμη Κατριβάνο, Λυκ.Μαρκέα, Ανδρέα Χατζηαποστόλου (το περίφημο «Εγώ θα κόψω το κρασί», σε στίχους Τ. Σωτήρχου), Γιάννη Βέλλα, Αττικ (τη «Σερενάτα της μοδιστρούλας»), Σταύρο Ρουχωτά, Χρήστο Χαιρόπουλο, Ηρακλή Θεοφανίδη , Κώστα Γιαννίδη, Μίμη Πλέσσα κ.α. Ερμήνευσε στίχους των: Ευτ.Παπαγιαννοπούλου, Κώστα Κοφινιώτη, Αλέκου Σακελλάριου, Χρήστου Γιαννακόπουλου, Πωλ Μενεστρέλ, του τρίδυμου των μεγάλων επιθεωρησιακών συγγραφέων Γιώργου Ασημακόπουλου, Βασίλη Σπυρόπουλου, Πάνου Παπαδούκα ( ο Σπυρόπουλος υπογράφει και την μεγάλη επιτυχία «Αναπνοή μου», σε μουσική Γ. Μουζάκη), των Κώστα Νικολαϊδη, Γ. Οικονομίδη, Κώστα Μάνεση, Ηλία Λυμπερόπουλου, Νίκου Φατσέα, Τάκη Σωτήρχου, Θάνου Σοφού, Ναπ. Ελευθερίου, Παύλου Πρόγια, Κώστα Πρετεντέρη, Αιμ. Σαββίδη, Γιάννη Πολίτη, Γιάννη Φερμάνογλου, του μεγάλου σκηνοθέτη Γιώργου Τζαβέλα («Χρόνια και χρόνια τρελλά σ΄αγαπούσα» και «Θα το μετανοιώσεις», σε μουσική Μ. Σουγιούλ), Χρ. Κολοκοτρώνη, Φιλ. Αρία, Ν. Μουρκάκου, Γιώργου Παπαστεφάνου («Τί να μου κάνει το κρασί», σε μουσική Ανδρ.
Χατζηαποστόλου), κ.α. Πολλά ήσαν τα τραγούδια που υπέγραφε και ο ίδιος ως δημιουργός, όπως: «Στ΄ακρογιάλι το μικρό», «Πειραιά,Πειραιά», «Μια του κλέφτη», «Μια μέρα θα γυρίσεις κοντά μου», «Θα ΄ρθεις», «Κάποια γαλάζια ώρα», κ.α. Η εκτενής αναφορά, στην πληθώρα των τραγουδιών που ερμήνευσε ο Μαρούδας, έγινε για να υπογραμμιστεί, η μεγάλη αξία του, η συνεχής προσπάθεια και συνέπειά του, να δίνει καθημερινά το παρόν, στο πολιτιστικό και κοινωνικό γίγνεσθαι της εποχής, χωρίς εκπτώσεις στην Τέχνη του, κοιτώντας στα μάτια και την καρδιά το κοινό, που τον ακολουθούσε και δικαίως τον λάτρευε.
Η αναφορά, έγινε επίσης, για να καταδειχθεί, πόσα τραγούδια έφτασαν αγέραστα μέχρι το σήμερα και εξακολουθούν να τραγουδιώνται και να επιλέγονται από νέους καλλιτέχνες, στα μουσικά τους προγράμματα.
Πολλά από τα τραγούδια αυτά, προέρχονται από Επιθεωρήσεις της εποχής, που κατέγραφαν την επικαιρότητα, τα όνειρα και τις χαρές των ανθρώπων, τον τρόπο που διασκέδαζαν, την κριτική και τις αντιδράσεις τους σε όσα συνέβαιναν γύρω τους, σε πολιτικό και κοινωνικό επίπεδο, την προσήλωσή τους στο αγαθό της αγάπης, τη φτώχεια τους, που την σατίριζαν και δεν την πρόβαλαν ως κακομοιριά, την αταλάντευτη πίστη τους στο δίκαιο και την αξιοπρέπεια.
Τα τραγούδια, ήταν οι ίδιοι οι άνθρωποι, στον καθρέφτη της ζωής!!! Δεν νοείτο Επιθεώρηση, χωρίς πρωτότυπη μουσική και νέα τραγούδια!!! Και τα τραγούδια αυτά, τα ψιθύριζαν οι θεατές βγαίνοντας από το Θέατρο, τα έκαναν άμεσα κτήμα τους!!! Και δεν νοείτο Επιθεώρηση, χωρίς την αυτοπρόσωπη παρουσία του συνθέτη, που διηύθυνε την ορχήστρα και πολλές φορές και τους θεατές, για να μάθουν το τραγούδι, οι στίχοι του οποίου κατέβαιναν με τεράστια πανώ, από την οροφή της σκηνής!!! Ο Μαρούδας, ανήκε στη γενιά των καλλιτεχνών, που επιχειρούσαν την καταξίωση, βασιζόμενοι απολύτως τις δικές τους δυνάμεις, στο ταλέντο τους, στον καθημερινό τους αγώνα και την συνέπεια, σ΄αυτό που έκαναν.
Η επιτυχία και η αναγνωρισιμότητά τους, δεν προέκυπτε από εξωγενείς παράγοντες, όπως συμβαίνει σήμερα, που οι Εταιρίες και τα κέντρα συντονισμένης διαφήμισης, αναδεικνύουν (ουσία επιβάλλουν) σε μια νύχτα καλλιτέχνες και με την ίδια ευκολία τους αποσύρουν από την δημοσιότητα, όταν πάψουν να τους επιφέρουν τα αναμενόμενα κέρδη . ■ Εκείνο που πάνω απ΄όλα διέκρινε τον Τώνη Μαρούδα, ήταν η σεμνότητα, παρά τις τεράστιες επιτυχίες του, η ευγένειά του και ο σεβασμός του στο κοινό αλλά και τους συναδέλφους του, με τους οποίους διατηρούσε σχέσεις ειλικρινούς φιλίας, όπως π.χ. με τον έτερο κολοσσό του τραγουδιού, της εποχής, τον Νίκο Γούναρη (τότε το κοινό ήταν χωρισμένο σε «Γουναρικούς» και «Μαρουδικούς»). Ποτέ ο ανταγωνισμός δεν στάθηκε ικανός να δημιουργήσει ρήγματα στη φιλία του, με τους συναδέλφους του.
Γυναίκα της ζωής του, ήταν η Ερασμία, με την οποία παντρεύτηκαν και απέκτησαν δύο γιούς, τον Τάκη και τον Μιχάλη. ΄Ένα από τα πάθη του, ήταν η μεγάλη του αδυναμία για την ομάδα του, την «Παναχαϊκή», που με κάθε ευκαιρία, έσπευδε στα γήπεδα να παρακολουθήσει τους αγώνες της, κρατώντας και τα σχετικά λάβαρα-σημαίες, για ενίσχυσή της από τις κερκίδες. ■ ΘΑΝΑΤΟΣ Ο Μαρούδας, τραγουδούσε μέχρι τα τελευταία χρόνια της ζωής του, καίτοι προσβεβλημένος από καρκίνο και με μισό πνεύμονα.
Πέθανε στην Ακράτα Αχαϊας, στις 22 Ιουλίου 1988. ΄Ηταν 68 χρονών.
Ο θάνατός του, εκτός από την οικογένειά του, βύθισε στη θλίψη, ολόκληρη την Ελλάδα, που έχασε τον τροβαδούρο της, με τον οποίο συμπορεύτηκε για δεκαετίες, απολαμβάνοντας μεγάλες ερμηνείες, μεγάλων τραγουδιών.
Κηδεύτηκε, από το Α΄νεκροταφείο Αθηνών. ■ Το 2009, ο δήμος Πατραίων (επί αντιδημαρχίας Αλ. Σκαρμέα), αποφάσισε, για να τιμήσει τον Μαρούδα, την διοργάνωση τριήμερων εκδηλώσεων, με τον γενικό τίτλο: «Μαρούδεια - τί είναι αυτό που το λένε αγάπη», έναν θεσμό, που δυστυχώς ατόνησε στη συνέχεια.
Στην πρώτη αφιερωματική εκδήλωση στον μεγάλο καλλιτέχνη, που έλαβε χώρα στην «Αλάμπρα» (Ψηλαλώνια), παρέστη και η σύζυγός του, Ερασμία Μαρούδα.
Το ερώτημα όμως παραμένει, τί είναι αυτό που έκανε τις δημαρχιακές αρχές που ακολούθησαν, να προβούν στην ακύρωση ενός τέτοιου θεσμού και ποιες πολιτιστικές προτεραιότητες, έριξαν στην αφάνεια, έναν θεσμό, που αποτελούσε συν τοις άλλοις και τιμή για την πόλη, που υπήρξε η γενέτειρα ενός τέτοιου καλλιτέχνη!!! ▓► Ο Τώνης Μαρούδας, υπήρξε αναμφίβολα, ένας από τους πλέον δημοφιλείς τραγουδιστές της εποχής του, που λάμπρυνε το χώρο του τραγουδιού, με το ταλέντο του, το ήθος του και τις εξαίσιες ερμηνείες του. ΄Ηταν αυτός, που προσπάθησε σε όλη του την καριέρα, να δώσει απάντηση στο ερώτημα : «τι είναι αυτό που το λένε Αγάπη;», αντλώντας από τα βάθη της ψυχής του, το συναίσθημα και μεταλαμπαδεύοντάς το, μέσω της σπουδαίας φωνής του, ως αγίασμα αγνότητας και άσκησης στην αγάπη, στο κοινό του.
Θα κλείσουμε το αφιέρωμα αυτό, μ’ ένα απόσπασμα από την εισαγωγή του βιβλίου του Κώστα Παπασπήλιου «Τώνης Μαρούδας: Ο τροβαδούρος, Βιογραφία» (εκδ.
ΑΓΚΥΡΑ): «Ο Τώνης Μαρούδας, με τη σπάνια βελούδινη και επιβλητική φωνή του, υπήρξε τραγουδιστής παγκόσμιας εμβέλειας.
Από τα χείλη του, έρρεε άπλετος ο ρομαντισμός του ελληνικού τοπίου και η νοσταλγία των ευαίσθητων ανθρώπων. Μέσα από μία μακρά και δημιουργική πορεία, δίκαια αναγνωρίστηκε τροβαδούρος του ΄Ερωτα και της ζωής».
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους