Μια μαύρη Ωραία Ελένη, 76 χρόνια πριν. Το 1950, ο Όρσον Γουέλς επέλεξε την 22χρονη Έρθα Κιτ για τον ρόλο της Ωραίας Ελένης στην θεατρική του παραγωγή στο Παρίσι με τίτλο Time Runs (γνωστή και ως The...
Μια μαύρη Ωραία Ελένη, 76 χρόνια πριν. Το 1950, ο Όρσον Γουέλς επέλεξε την 22χρονη Έρθα Κιτ για τον ρόλο της Ωραίας Ελένης στην θεατρική του παραγωγή στο Παρίσι με τίτλο Time Runs (γνωστή και ως The Blessed and the Damned). Την είχε δει σε παρισινά καμπαρέ και ξετρελάθηκε. Ο Γουέλς την αποκάλεσε "την πιο συναρπαστική γυναίκα στον κόσμο" και της χάρισε τον πρώτο της μεγάλο ρόλο σε μια avant-garde διασκευή του μύθου του Φάουστ.
Η απόφαση αυτή του να δώσει τον ρόλο του απόλυτου συμβόλου της κλασικής ομορφιάς σε μια νεαρή Αφροαμερικανίδα ήταν εξαιρετικά ριζοσπαστική και προκλητική για τα δεδομένα του 1950, μιας εποχής με σκληρούς φυλετικούς διαχωρισμούς και προκαταλήψεις, η επιλογή προκάλεσε έντονες αντιδράσεις.
Για τους συντηρητικούς κύκλους της εποχής, το να ενσαρκώσει μια μαύρη ηθοποιός την Ωραία Ελένη αποτελούσε "ιστορική και πολιτισμική αυθαιρεσία". Ο Γουέλς είχε ήδη παράδοση στο να σπάει τα φυλετικά στερεότυπα στο θέατρο και είχε σκηνοθετήσει από το 1936 με εξολοκλήρου μαύρο θίασο, επειδή ήθελε εσκεμμένα να συγκρουστεί με το κατσεστημένο.
Παρά το φορτισμένο κλίμα, η υποδοχή της παράστασης από το κοινό και τους κριτικούς ήταν αντιφατική, δικαιώνοντας όμως απόλυτα την επιλογή του σκηνοθέτη και παρά το γεγονός ότι η Κιτ ήταν άσημη στο κοινό, έκλεψε κυριολεκτικά την παράσταση.
Οι ανταποκριτές της εποχής έγραψαν διθυράμβους για εκείνη, σημειώνοντας ότι η ερμηνεία της επαναπροσδιόρισε τον ρόλο, δίδοντας του μια μαγνητική ενέργεια που άφηνε πίσω κάθε αντίρρηση.
Το κοινό την αποθέωνε κάθε βράδυ ξεσπώντας σε χειροκροτήματα.
Από την άλλη πλευρά, η ίδια η παραγωγή του Γουέλς αντιμετωπίστηκε με επιφύλαξη στο Παρίσι και δεν σημείωσε εμπορική επιτυχία στη γαλλική πρωτεύουσα.
Ωστόσο, όταν μεταφέρθηκε στη Γερμανία για να παιχτεί μπροστά σε αγγλόφωνο κοινό και Αμερικανούς στρατιώτες, γνώρισε τεράστια επιτυχία. Η Έρθα Κιτ κατάφερε να μετατρέψει μια επιλογή που ξεκίνησε μέσα από φυλετική αμφισβήτηση σε έναν θρίαμβο, εδραιώνοντας οριστικά τη φήμη της ως μιας διεθνούς, πολυδιάστατης σταρ που έσπασε τα καλλιτεχνικά σύνορα.
Μακροπρόθεσμα, αυτή η τολμηρή απόφαση casting άφησε ανεξίτηλο το σημάδι στην ιστορία του παγκόσμιου θεάτρου.
Λειτούργησε ως ένας από τους προαγγέλους του λεγόμενου color-blind casting.
Μέχρι τότε, οι μαύροι ηθοποιοί περιορίζονταν σχεδόν αποκλειστικά σε ρόλους που είχαν γραφτεί ειδικά για τη φυλή τους.
Η επιτυχία της Κιτ απέδειξε στη θεατρική βιομηχανία ότι ένας ηθοποιός μπορεί να ενσαρκώσει ένα παγκόσμιο, κλασικό αρχέτυπο βασιζόμενος αποκλειστικά στο χάρισμα και την ερμηνευτική του δεινότητα, ανοίγοντας τον δρόμο για τη συμμετοχή μη λευκών ηθοποιών σε κλασικά έργα του Σαίξπηρ, των Ελλήνων τραγικών και της παγκόσμιας λογοτεχνίας.
Παράλληλα, η παραγωγή αυτή αποσυνέδεσε την έννοια της ομορφιάς και του μύθου από τα αυστηρά ευρωκεντρικά πρότυπα.
Το να τοποθετηθεί μια Αφροαμερικανίδα στον ρόλο της Ωραίας Ελένης ανάγκασε το κοινό να αποδεχτεί το "μυθικό κάλλος" πέρα από το λευκό δέρμα και άνοιξε την πόρτα για τις επόμενες γενιές, ώστε να δούμε μαύρες ηθοποιούς να ενσαρκώνουν ρόλους όπως η Κλεοπάτρα, η Ιουλιέτα, βασίλισσες της ευρωπαϊκής ιστορίας. Ο Γουέλς ενίσχυσε το concept casting, αποδεικνύοντας στους μεταγενέστερους σκηνοθέτες ότι η ανατροπή των προσδοκιών του κοινού μέσω της ταυτότητας του ηθοποιού, μπορεί να προσθέσει νέα επίπεδα ερμηνείας και να αναζωογονήσει κλασικά κείμενα. *Η Ertha Kit γεννήθηκε το 1927 σε μια φυτεία βαμβακιού στη Νότια Καρολίνα.
Η μητέρα της, Άνι Μέι Κιτ (Αφροαμερικανίδα και Cherokee), έμεινε έγκυος μετά από βιασμό από τον λευκό ιδιοκτήτης της φυτείας ή τον γιο του.Η Έρθα δεν έμαθε ποτέ με σιγουριά ποιος ήταν ο πατέρα της, κάτι που την πλήγωνε σε όλη της τη ζωή.
Η μητέρα της την εγκατέλειψε για να παντρευτεί έναν άνδρα που δεν δεχόταν το παιδί της και μεγάλωσε με μια θετή οικογένεια, όπου υπέστη σοβαρή σωματική και ψυχολογική κακοποίηση.
Βρήκε καταφύγιο στις τέχνες και αυτό την βοήθησε και να ξεφύγει από τη φτώχεια.
Αφιέρωσε τη ζωή της στον ακτιβισμό για τα ανθρώπινα δικαιώματα, έχοντας ζήσει η ίδια τον ρατσισμό από πρώτο χέρι. Πέθανε στις 25 Δεκεμβρίου 2008, σε ηλικία 81 ετών.
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους