[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

«Μην τολμήσεις να με πας σε ξένους!» μου φώναξε ο πατέρας μου από το πάτωμα, με τη φανέλα σηκωμένη, το οξυγόνο παραδίπλα και το πρόσωπό του άσπρο σαν χαρτί. Είχε πέσει προσπαθώντας να πάει μόνος του...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

«Μην τολμήσεις να με πας σε ξένους!» μου φώναξε ο πατέρας μου από το πάτωμα, με τη φανέλα σηκωμένη, το οξυγόνο παραδίπλα και το πρόσωπό του άσπρο σαν χαρτί.

Είχε πέσει προσπαθώντας να πάει μόνος του στην τουαλέτα.

Το σπίτι μύριζε κλεισούρα, φάρμακο και κάτι πικρό που δεν μπορώ να περιγράψω.

Τον κοίταζα και μέσα μου ανέβαιναν μαζί ο πανικός και ο θυμός.

Αυτός ο άνθρωπος ήταν ο πατέρας μου.

Και ήταν και ο άνθρωπος που μου έμαθε από μικρό παιδί τι θα πει να μη σε χωράει η αγκαλιά του ίδιου σου του σπιτιού. «Σήκω, σε παρακαλώ, μη μιλάς τώρα», του είπα και έπιασα το χέρι του. «Δεν θα με πετάξεις σε ίδρυμα. Άκουσες;» Αυτό ήταν πάντα ο πατέρας μου, ο Στέλιος.

Ακόμα και μισολιπόθυμος, έδινε διαταγές.

Μεγάλωσα σε μια πολυκατοικία στον Κολωνό, σε σπίτι μικρό και μόνιμα τεντωμένο.

Η μάνα μου, η Μαρία, έκανε καθαριότητες.

Ο πατέρας μου δούλευε χρόνια σε συνεργείο, αλλά τα λεφτά ποτέ δεν έφταναν.

Όχι μόνο γιατί ήταν λίγα.

Ήταν και γιατί τα σκόρπαγε όπως ήθελε εκείνος.

Έφερνε σπίτι ένα καινούργιο κινητό για τον εαυτό του, πλήρωνε τραπέζια σε φίλους, αγόραζε πράγματα άχρηστα, και μετά όταν εγώ ήθελα λεφτά για φροντιστήριο, άκουγα το ίδιο πράγμα. «Δεν έχουμε.

Να διαβάζεις μόνος σου.» Μια φορά, στη Γ΄ Λυκείου, του ζήτησα να με βοηθήσει να γραφτώ σε ένα καλό φροντιστήριο στη γειτονιά.

Με κοίταξε λες και του ζήτησα αυτοκίνητο. «Και ποιος νομίζεις ότι είσαι; Ο γιος κανενός υπουργού;» είπε.

Η μάνα μου δεν μίλησε.

Έσφιξε μόνο το ποτήρι.

Το θυμάμαι ακόμα αυτό, τα δάχτυλά της άσπρισαν.

Πέρασα σε σχολή τελικά, με ό,τι μπορούσα μόνος μου.

Δούλευα καφέδες, ντελίβερι, αποθήκη.

Και κάθε φορά που έβλεπα τον πατέρα μου να κρατάει λεφτά στην άκρη μόνο για να νιώθει ότι ελέγχει τους πάντες, κάτι μέσα μου πάγωνε πιο πολύ.

Δεν ήταν μόνο η τσιγκουνιά.

Ήταν η χαρά του να λες «σε έχω ανάγκη» και να το ξέρει.

Όταν αρρώστησε σοβαρά, πριν από ενάμιση χρόνο, ήρθε σαν χαστούκι.

Καρδιά, ζάχαρο, πνευμόνια.

Μετά μια μικρή ισχαιμική κρίση.

Ο γιατρός στο Λαϊκό ήταν ξεκάθαρος. «Χρειάζεται παρακολούθηση.

Δεν γίνεται να μένει πολλές ώρες μόνος του.» Η αδελφή μου, η Ελένη, μένει στην Πάτρα με δύο παιδιά.

Η μάνα μου έχει φύγει από τη ζωή εδώ και τέσσερα χρόνια.

Κι έτσι όλα ήρθαν πάνω μου.

Σαν να το είχε κανονίσει η ζωή με το ζόρι.

Η γυναίκα μου, η Κατερίνα, με έβλεπε να λυγίζω μέρα με τη μέρα. «Δεν μπορείς να το σηκώσεις μόνος σου αυτό», μου είπε ένα βράδυ στην κουζίνα, χαμηλόφωνα για να μην ακούσει η μικρή μας. «Και τι να κάνω; Να τον αφήσω; Αύριο όλη η γειτονιά θα λέει ότι ο γιος του Στέλιου τον παράτησε.» «Δεν είναι η γειτονιά το θέμα, Νίκο.

Εσύ είσαι το θέμα.» Είχε δίκιο και το ήξερα.

Αλλά στην Ελλάδα δεν μεγαλώνεις σε κενό.

Μεγαλώνεις με το “ο γονιός είναι γονιός”, με τα βλέμματα των θείων, με τις κουβέντες στα μπαλκόνια, με μια ενοχή που σου φοράνε από μικρό.

Στην αρχή πήγαινα κάθε μέρα στο σπίτι του.

Του μαγείρευα, του έβαζα τα φάρμακα σε κουτάκια, τον πήγαινα εξετάσεις, καθάριζα όσο μπορούσα.

Εκείνος γκρίνιαζε για όλα. «Το φαγητό είναι ανάλατο.» «Άργησες.» «Η νοσηλεύτρια που βρήκες είναι άχρηστη.» Μια μέρα δεν άντεξα. «Ξέρεις κάτι; Δεν είμαι υπάλληλός σου!» του φώναξα. «Όλη μου τη ζωή με έκανες να νιώθω λίγος και τώρα θες να πω κι ευχαριστώ;» Με κοίταξε παγωμένος.

Για πρώτη φορά δεν απάντησε αμέσως.

Γύρισε μόνο το βλέμμα προς το παράθυρο.

Εκείνο το βράδυ έφυγα τρέμοντας.

Ντράπηκα, θύμωσα, ανακουφίστηκα.

Όλα μαζί.

Μετά από δύο μέρες με πήρε η Ελένη. 👇 Η συνέχεια της ιστορίας σε περιμένει στα σχόλια 👇

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης - Επικοινωνία
Update cookies preferences