Ένας από τους ιστορικότερους και πλέον δραστήριους ερασιτεχνικούς θιάσους της χώρας, με τριάντα χρόνια αδιάλειπτης θεατρικής παρουσίας και πολύτιμη εμπειρία από τη διοργάνωση του μακροβιότερου...
Ένας από τους ιστορικότερους και πλέον δραστήριους ερασιτεχνικούς θιάσους της χώρας, με τριάντα χρόνια αδιάλειπτης θεατρικής παρουσίας και πολύτιμη εμπειρία από τη διοργάνωση του μακροβιότερου Φεστιβάλ Ερασιτεχνικού Θεάτρου, κατέφθασε από την άκρη της Κρήτης με έναν πολυπρόσωπο θίασο για να παρουσιάσει τη «Στέλλα με τα κόκκινα γάντια» στο διαγωνιστικό μέρος του 10ου Πανελλήνιου Φεστιβάλ μας. Ιάκωβο Καμπανέλλη επέλεξε ο Σύλλογος Φίλων Θεάτρου Ιεράπετρας, τον «πατριάρχη» του νεοελληνικού θεάτρου που με το έργο του κατόρθωσε να αποτυπώσει, όσο λίγοι, τις αντιφάσεις της μεταπολεμικής ελληνικής κοινωνίας δημιουργώντας πρόσωπα ανθρώπινα που ισορροπούν ανάμεσα στην προσωπική ελευθερία, τον έρωτα και τις ασφυκτικές κοινωνικές συμβάσεις.
Γραμμένο το 1954, το έργο αποτέλεσε τη θεατρική βάση πάνω στην οποία οικοδομήθηκε, έναν χρόνο αργότερα, η ιστορική κινηματογραφική «Στέλλα» του Μιχάλη Κακογιάννη.
Η ηρωίδα του Καμπανέλλη, σύμβολο μιας γυναίκας που αρνείται να υποταχθεί στις κοινωνικές επιταγές και διεκδικεί το δικαίωμα να ορίζει η ίδια τη ζωή της, εξακολουθεί μέχρι σήμερα να συγκινεί ακριβώς γιατί υπερασπίζεται με αδιαπραγμάτευτο τρόπο την προσωπική της ελευθερία, ακόμη κι όταν το τίμημα αποδεικνύεται τραγικό.
Η σκηνοθέτις της παράστασης, κυρία Πόπη Δασκαλάκη, επέλεξε να συνομιλήσει με τη μνήμη της κινηματογραφικής μεταφοράς του Κακογιάννη χωρίς να εγκλωβιστεί σε μια στείρα αναπαραγωγή της.
Αντίθετα, αξιοποίησε δημιουργικά τις αναφορές της, επιτρέποντας στους θεατές να ανακαλούν διαρκώς εικόνες και πρόσωπα της μεγάλης ταινίας, διατηρώντας όμως παράλληλα τη θεατρική αυτονομία της παράστασης.
Καθοριστικό ρόλο σε αυτή την ατμόσφαιρα διαδραμάτισαν οι εξαιρετικά δουλεμένοι φωτισμοί του Νίκου Νικολουδάκη, που διαμόρφωσαν διαδοχικές ποιητικές εικόνες αισθητικής ευαισθησίας –πολλές απ’ αυτές έμοιαζαν με παλιές καρτ ποστάλ μιας Ελλάδας που επιβιώνει περισσότερο στη μνήμη, παρά στην πραγματικότητα–, εικόνες νοσταλγικές που έντυναν τη δραματική εξέλιξη του έργου διακριτικά. Η Μαριάννα Λασηθιωτάκη κατόρθωσε να αποδώσει τη Στέλλα με δυναμισμό, αισθησιασμό και αυθεντική σκηνική παρουσία, φέρνοντας αναπόφευκτα στον νου την αξεπέραστη Μελίνα.
Χωρίς να επιδιώκει μίμηση, απέπνεε την ίδια αδάμαστη ενέργεια και την ίδια υπερήφανη στάση απέναντι στη ζωή, καθιστώντας απόλυτα πειστική τη γυναικεία μορφή που αρνείται να συμβιβαστεί.
Αντίστοιχα, ο «Μίλτος» Γιάννης Μανιαδάκης, με τη λιτή ερμηνεία και τη χαρακτηριστική χροιά της φωνής παρέπεμπε ευθέως στον Γιώργο Φούντα, ανακαλώντας μια από τις πιο ισχυρές ανδρικές παρουσίες του ελληνικού κινηματογράφου.
Η συνολική παρουσία του θιάσου χαρακτηρίστηκε από πειθαρχία και θεατρική εμπειρία.
Οι δευτερεύοντες χαρακτήρες απέκτησαν σαφή δραματουργική υπόσταση, ενώ η ζωντανή μουσική, οι εύστοχες χορογραφικές κινήσεις και ο φυσικός ρυθμός των σκηνών συνέθεσαν ένα αυθεντικό σκηνικό σύμπαν που απέδιδε πειστικά την ατμόσφαιρα της λαϊκής Αθήνας της δεκαετίας του ’50. Η λιτή σκηνογραφία και τα προσεγμένα κοστούμια λειτούργησαν οργανικά μέσα στη σκηνοθετική σύλληψη, χωρίς περιττούς εντυπωσιασμούς, αφήνοντας τον πρώτο λόγο στους ηθοποιούς και στις ανθρώπινες σχέσεις που αναπτύσσονταν επί σκηνής.
Κάθε σκηνική εικόνα υπηρετούσε με συνέπεια τη δραματουργία, αναδεικνύοντας τόσο τον ρεαλισμό όσο και τη διακριτική ποιητικότητα που διαπερνά το έργο του Καμπανέλλη.
Συγκινητική υπήρξε και η ανταπόκριση του κοινού.
Η παράσταση άγγιξε όχι μόνο τους θεατές που γνώριζαν το έργο ή είχαν χαραγμένη στη μνήμη τους την ιστορική ταινία, αλλά και πολλούς νεότερους, που ήρθαν για πρώτη φορά σε επαφή με τη «Στέλλα». Η αμεσότητα της αφήγησης, η διαχρονικότητα των συγκρούσεων και η ειλικρίνεια των ερμηνειών απέδειξαν πως το σπουδαίο ελληνικό ρεπερτόριο εξακολουθεί να συνομιλεί με κάθε γενιά, και πως τα μεγάλα έργα δεν παραμένουν ζωντανά επειδή ανήκουν στην Ιστορία, αλλά επειδή συνεχίζουν να φωτίζουν, με την ίδια ένταση, τα διαχρονικά ανθρώπινα διλήμματα. Ολυμπία Λαμπούση, Υπεύθυνη Θεατρικού Εργαστηρίου Νέων Δήμου Μονεμβασίας
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους