[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

Λίγα χρόνια προ του 1821 στο Κράσι της Πεδιάδας. Ο Σιφογιάννης βγήκε από το σπίτι του κι από πίσω η γυναίκα του φάνηκε στην πόρτα και του ‘πε: ― Καλιά ‘χα ‘γώ να μην πας, η μέρα που ‘ναι. ― Μα δε θα...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

Λίγα χρόνια προ του 1821 στο Κράσι της Πεδιάδας. Ο Σιφογιάννης βγήκε από το σπίτι του κι από πίσω η γυναίκα του φάνηκε στην πόρτα και του ‘πε: ― Καλιά ‘χα ‘γώ να μην πας, η μέρα που ‘ναι. ― Μα δε θα κάμω δα καμιά δουλειά, ευλοημένη.

Δε σου το ‘πα; Θα πάω να δω αν είναι καιρός για διπλοσκάφισμα. ― Ο Θεός μαζί σου, μια που δε μ’ ακούς.

Λες πως δε θα δουλέψεις· μα μπορείς του λόγου σου να πας στα γονικά σου και να μην κάμεις καμιά δουλειά, και Λαμπρή να ‘ναι; Ο γάιδαρος περίμενε μπροστά, στην πόρτα στρωμένος, κι ο Σιφογιάννης, ενώ τον έλυνε, είπε στην γυναίκα του με λίγο νεύρωμα: ― Μα σου το ‘πα δα, σου το ‘πα, πως δε θα δουλέψω.

Πόσες φορές πρέπει να σου το πω; ― Εγώ ‘πρεπε να σου το πω, γιατί ‘ναι βαρά σκόλη, και ‘ξα σου1. ― Καλά, καλά, είπεν ο Σιφογιάννης· κι αφού έκαμε το σταυρό του, ανέβηκε στο γαϊδούρι και του φώναξε «σε!» για να ξεκινήσει.

Η γυναίκα του έμεινε κάμποσα λεπτά στην πόρτα και τον έβλεπε ν’ απομακρύνεται.

Στο αναμεταξύ μουρμούρισε: ― Μα σαν πάει μόνο για να δει, γιάιντα τον επήρε τον κλαδεύτηρο; Ο Σιφογιάννης ήτο εξηντάρης και πάνω.

Αλλά σαν αυτόν δουλευτής δεν ήτον άλλος στο χωριό.

Γι’ αυτό, αν κι ήτο θεοφοβούμενος, η μεγάλη φιλοπονία του τον τραβούσε καμιά φορά και τις εορτές να μη μένει αργός.

Αλλ’ ως ελάφρωμα στη συνείδησή του είχε την πρόφαση ότι δεν έκανε βαριές δουλειές τις εορτές.

Διόρθωνε κανένα τράφο2, που ‘χε χαλάσει, λευτέρωνε δέντρα από παρακλάδια ή ξεράδια, καθάριζε το χωράφι από πέτρες ή ξεχόρτιζε και κουβαλούσε το βράδυ στο σπίτι χόρτα για τα ζώα του ή ξύλα.

Κι όταν μια φορά ο παπάς του ‘καμε την παρατήρηση και του ‘πε πως ήτο πολύ «ταμακιάρης», δηλαδή πλεονέκτης, ενώ, ως άτεκνος που ήτο, δεν είχε πολλές ανάγκες, ο Σιφογιάννης κοίταξε γύρω, για να μην ακούσει κανείς κείνο που θα ‘λεγε, κι έπειτα σιγά: ― Δε θωρείς τα πλούτη μου, γέροντα; είπε.

Δουλεύγω και σάλιο δεν έχω στο στόμα.

Δεν έχω παιδιά, μα ‘χω αφεντικά.

Πρέπει να δουλεύγω, για να ‘χω να πλερώνω το χαράτσι και τ’ άλλα δοσίματα.

Και σαν έχω να χορταίνω τον Αγά και το Σούμπαση3 και κάθα γιανίτσαρο που μου ζητά, γλιτώνω σκιάς απού τσι ξυλιές και χερότερα.

Δουλεύγω, σα σκλάβος, για τη σκλαβιά μου.

Ο παπάς αναστέναξε: ― Και ποιος χριστιανός δεν είναι σκλάβος και δε δουλεύγει για τη σκλαβιά του; Στο κεφάλι του ο Σιφογιάννης φορούσε μαύρη πέτσα4. Οι Ρωμιοί τότε απόφευγαν τα ζωηρά χρώματα και φρόντιζαν να φαίνονται ταπεινοί, για να μη θεωρούνται επιδεικτικοί, ότε μπορούσαν να θεωρηθούν από τους Τούρκους προκλητικοί.

Με το βάδισμα του γαϊδουριού, σειότανε η άκρη της πέτσας του Σιφογιάννη.

Ήτον καθισμένος στο σαμάρι δίπλα, με ρωμαίικη καβάλα, όπως την έλεγαν τότε και την λέγουν ακόμη. Οι Ρωμιοί καβαλούσαν έτσι, για να είναι έτοιμοι να πεζέψουν, άμα φαινότανε Τούρκος.

Χωρίς αυτή την έγκαιρη δουλική ταπείνωση, το μικρότερο που ‘χαν να υποφέρουν ήτο το ξύλο.

Σ’ αυτή την ανάγκη βρέθηκε ο Σιφογιάννης, μόλις απομακρύνθηκε λίγο από το χωριό.

Και το συναπάντημα, που του ‘ρθε, ήτον από τα πιο επίφοβα που μπορούσαν να του τύχουν.

Αντίθετα ερχόταν ένας Τούρκος έφιππος.

Από μακριά τον γνώρισε.

Και ποιος δεν τον γνώριζε; Ήτον ο Αγάς του Μοχού, που λεγότανε Μόχογλους.

Την ίδια στιγμή ο Σιφογιάννης κατέβηκε από το γαϊδούρι, έσυρε το ζώο στην άκρη του δρόμου, το κράτησε ‘κεί ακίνητο και στάθηκε κι ο ίδιος δίπλα να περιμένει τη διάβα του Αγά.

Μετά πέντε λεπτά ο Μόχογλους έφτανε μ’ ένα ψαρό άλογο.

Θα ‘τονε σαράντα πέντε ετών, αλλά φαινότανε γεροντότερος.

Ήτονε παχύς, αλλ’ η κιτρινάδα τον προσώπου του μαρτυρούσε πως το πάχος τον ήτον αρρωστιάρικο.

Στο βλέμμα του το άτονο και θολό φαινότανε κούραση, αλλ’ η κούραση του βέβαια δεν ήτον από εργασία.

Είχεν όμως στιγμές που σ’ αυτά τα ψόφια μάτια άναβε φοβερή φλόγα ο θυμός κι η τυραννική παραφροσύνη.

Τα σαλβάρια του ήσαν από γαλάζια τσόχα, στο κεφάλι φορούσε σαρίκι άσπρο και στη μέση του είχε μπιστόλες και γιαταγάνι. Ο Μόχογλους ήτο, ως είπαμεν, ο Αγάς, δηλαδή ο τιμαριούχος του Μοχού και της περιοχής του.

Κι ως Αγάς ήτον απόλυτος κύριος της ζωής και των περιουσιών των ραγιάδων, μάλιστα τα χρόνια κείνα της γιανιτσαρικής αναρχίας, που και κατώτεροι Τούρκοι έδερναν και σκότωναν Ρωμιούς, χωρίς να δίδουν ή να χρωστούν λογαριασμόν σε κανένα. Ο Μόχογλους δεν ήτο από τους χειρότερους Τούρκους.

Είχε κάμει φοβερά πράμματα, αλλ’ είχε και καλές στιγμές.

Είχε σκοτώσει Ρωμιούς, για ψύλλου πήδημα ή για τίποτε εντελώς, αλλ’ είχε σκοτώσει και καπανταΐδες5 Τούρκους που πείραξαν Ρωμιούς στην περιοχή του, τους ραγιάδες του, ως τους έλεγε.

Αλλά την προστασία του άπλωνε κι έξω από την περιοχή του, σε Ρωμιούς που ‘χε πάρει στο χαρέμι του αδερφές των ή κόρες των.

Ενδεχόμενον όμως ήτο να σκοτώσει μετά κάμποσον καιρόν και κείνον που έσωσε.

Είχε μια νέα υπηρέτρια χριστιανή και μια μέρα της λέει: ― Θες, μωρή, να σε παντρέψω; ― Θέλω, αγά. ― Διάλεξε τον καλύτερο Ρωμιό ντεληκανή6 να σου τόνε βλοήσω.

Η υπηρέτρια εδιάλεξε τον καλύτερο νέο από τ’ Αβδού, που ‘τον χωριό της· κι ο Αγάς του έστειλε παραγγελία να πάρει την υπηρέτριά του· του έστειλε μαζί κι ένα φυσέκι, που σήμαινε «αν αρνηθείς, θα σκοτωθείς». Ο νέος, εννοείται, δέχτηκε κι ο γάμος έγινε.

Κουμπάρος ο Μόχογλους με αντιπρόσωπο.

Μετά μια δυο μέρες πήγε η νύφη να χαιρετήσει τον Αγά.

Κι ο Μόχογλους της είπε: ― Αρέσει σου, μωρή, ο γαμπρός; ― Αρέσει μου, αγά.

Μια πιστολιά του Αγά την ξάπλωσε κάτω σκοτωμένη.

Αυτή όμως η ψυχική ανωμαλία του Μόχογλου δεν προερχότανε μόνον από τυραννική παραφροσύνη, αλλά, φαίνεται, κι από το πιοτό. Οι Μπουρμάδες, δηλαδή οι Κρητικοί που ‘χαν γίνει κι όλο γινόντανε Τούρκοι, είχαν συμβιβάσει στην Κρήτη το μωαμεθανισμό με το κρασί κι ήσαν πολλοί που κρυφά ή φανερά παράβαιναν την απαγόρευση του Μουχαμέτη. Ο Μόχογλους έπινε κρυφά, αλλά δεν έπινε για τούτο και το λιγότερο.

Στα πέντε λεπτά, που περίμενε ο Σιφογιάννης, συλλογιζότανε σε τι διάθεση θα ‘βρισκε άραγε τον Αγά.

Κι αν ήτο στα δαιμόνια του, τι κακό να τον περίμενε.

Θυμότανε τα λόγια της γυναίκας του και μετανοούσε που δεν την άκουσε.

Ίσως η αμαρτία να δουλέψει μέρα εξαιρέσιμη (γιατ’ η αλήθεια είναι ότι κάποια δουλειά πήγαινε να κάμει), του ‘φερε στο δρόμο του το Μόχογλου να τον τιμωρήσει. Ο Μοχόγλους όταν έφτασε, αντί να περάσει, σταμάτησε το άλογό του μπροστά στο Σιφογιάννη και του ‘πε: ― Πού πας, μωρέ; ― Στσ’ ορισμούς σου αγά.

Πάω στ’ αμπέλι μου να κάμω μια ολιά δουλειά. ― Και σήμερο δεν έχετε σκόλη, εσείς οι Ρωμιοί; Ο Σιφογιάννης άρχισε να τρέμει. ― Ναίσκε, αγά. ― Οϊλέσα7, μωρέ, είναι κρίμα να δουλεύγει τέτοια μέρα ένας Ρωμιός; ― Ναίσκε, αγά, αποκρίθηκε ο Σιφογιάννης κι έτρεμε περισσότερο. ― Το ζιμιός8 εσύ δεν είσαι καλός χριστιανός. ― Δεν είμαι, πρέπει, αγά. ― Σα δεν είσαι καλός Ρωμιός, θα σε κάμω Τούρκο. Ο Σιφογιάννης έκαμε να παρακαλέσει, αλλ’ από την τρομάρα του τραύλιζε: ― Για το Θεό, αγά…και να χαρείς τα παιδιά σου… Ο Μόχογλους άγγιξε τη μπιστόλα και του ‘πε: ― Δε θες; Καλύτερος είσαι συ, γκιαούρη, από μένα που ‘μαι Τούρκος; ― Όι, αγά. ― Ε, να πεις και γλήγορα τση μπιστόλας, γιατί ανημένει.

Και την ίδια στιγμή τράβηξε τη μπιστόλα. ― Ό,τι θες, αγά.

Ό,τι ορίζεις.

Δικός σου είμαι.

Χωρίς να βάλει στη μέση του τη μπιστόλα, ο Μόχογλους του ‘πε: ― Έβγα σ’ αυτονέ τον τράφο, μωρέ! Ο Μόχογλους είχε στο στόμα ένα σαρδόνιο γέλιο· μ’ από το σαστισμό του ο Σιφογιάννης κι από το δουλικό φόβο που δεν τον άφηνε να σηκώσει το βλέμμα στο πρόσωπο του Αγά, δεν είδε τίποτε.

Ανέβη ως τόσο στον ξερότοιχο με αρκετή δυσκολία από την τρομάρα που τον κρατούσε σ’ όλα του τα μέλη.

Τουρτούριζε ο κακομοίρης και τα δόντια του κτυπούσαν.

Τότε ο Μόχογλους του είπε: ― Ό,τι σου λέω να λες! Είτε από το σαστισμό του, είτε διά να γίνει ευάρεστος στον Τούρκο, είπε στην απόκρισή του μια τούρκικη λέξη από τις ολίγες που ‘ξερε: ― Πεκ έυ, αγά, (Πολύ καλά). Ο Μόχογλους άρχισε ν’ απαγγέλει με τόνον ιερατικής ευχής: Τούρτουρος και τουρτουρίνα! Ο Σιφογιάννης επανάλαβε: Τούρτουρος και τουρτουρίνα! Κι ο Μόχογλους εσυμπλήρωσε: Και μεγάλη Τουρκαρίνα! Αφού επανάλαβε και τη δεύτερη φράση ο χωρικός, ο Αγάς του είπε: ― Αγνάντισες9 εδά, μωρέ, ίντα γίνηκε; Με δειλό νεύμα φανέρωσε ο Σιφογιάννης πως δεν κατάλαβε. ― Θα σου το πω, εγώ, είπεν ο Μόχογλους.

Ετούρκεψά σε. Και να μου γνωρίζεις και χάρη που σε γλίτωσα από το σουνέτι10.

Από σήμερο και πέρα είσαι Τούρκος.

Θα παίρνεις αμπτέστι11 και θα προσκυνάς, σαν Τούρκος. Ο Σιφογιάννης έκλινε την κεφαλήν. ― Στσ’ ορισμούς σου, αγά… μα… ― Μα και μα δεν έχει! Είσαι Τούρκος.

Σου δίδω κι όνομα τούρκικο· Τζαφέρης.

Έκλινε πάλιν την κεφαλήν του ο χωρικός, χωρίς να πει λέξη. ― Άιντε δα, είπεν ο Μόχογλους, και να μην ακούσω πως πίνεις κρασί.

Κατές πως ο προφήτης μας είπε να μην πίνομε κρασί.

Εγώ που θωρείς δεν το βάνω ποτέ στο στόμα μου.

Είναι μεγάλο κρίμα. Ντοαλέρ12, Τζαφέρ αγά! Ο Μόχογλους, αφού έβαλε την μπιστόλα στη μέση του, εφτέρνισε τ’ άλογό του κι’ έφυγε· κι ο Σιφογιάννης έμεινε στο δρόμο μόνος με την απελπισία του.

Το χοντρό και μαύρο του χέρι σπόγγισε ίδρωτα αγωνίας από το μέτωπό του. ― Α! γυναίκα, γυναίκα, είπε μ’ αναστεναγμό, καλά που μου ‘λεγες και δε σ’ άκουσα.

Να η αμαρτία που μ’ έφερε, Κι εδά ίντα θα κάμω; Μια στιγμή κίνησε για να γυρίσει στο χωριό· αλλ’ ευθύς άλλαξε γνώμη και τράβηξε κάτω προς τ’ αμπέλι, όπου πήγαινε.

Στο κεφάλι του ήτο ένα φοβερό κι αξέμπλεχτο ανακάτωμα.

Μια φορά που ο Μόχογλους του ‘πε να γίνει Τούρκος, πώς μπορούσε να παρακούσει; Η τιμωρία του θα ήτο θάνατος, αφού και χωρίς αιτία σκότωνε.

Αλλά και να χάσει την πίστη του έτσι; Ο πατέρας του κι οι πρόγονοί του με τόσα που υπόφεραν εφύλαξαν τη θρησκεία των· κι αυτός για μια φοβέρα θ’ αλλαξοπίστιζε; Πάλι όμως δεν εύρισκε μέσα του αυταπάρνηση μαρτυρική· κι άμα έφτανε στη σκέψη να παρακούσει τον τύραννο κι ας πέθαινε για τη πίστη του, ξέφευγε και ζητούσε τρόπο να σώσει και την πίστη και τη ζωή του.

Να πάει στον Αγά και να πέσει στα πόδια του; Ούτε θα τον άφηναν να μπει στο κονάκι του.

Αλλά και πάλι η μπιστόλα θα του μιλούσε.

Να βάλει άλλον να μεσιτέψει; Ποιον; Αλλά κι αφού μπροστά στο Μόχογλου δέχτηκε ο ίδιος να γίνει Τούρκος, μαρτύρησε πίστη στο Μουχαμέτη.

Και τώρα αν έμενε χριστιανός, ήτο ως να γύριζε από την τουρκική στη χριστιανική θρησκεία.

Κι αυτό θα ήτο η εσχάτη προσβολή κατά των Τούρκων και της θρησκείας των.

Μια μόνη διέξοδο έβλεπε· να είναι στο φανερό τούρκος και στο κρυφό χριστιανός.

Οι περισσότεροι στην Κρήτη που ‘χαν τουρκέψει και τούρκευαν, αυτή την απόφαση έπαιρναν.

Γι’ αυτό κι αλλαξοπίστιζαν όλοι μαζί οι κάτοικοι των χωριών.

Αλλ’ είτε κι οι ίδιοι, είτε οι απόγονοί των, σε μια ή δυο γενεές, συνήθιζαν να ζουν ως Τούρκοι και τότε αληθινά απαρνούντο την καταδιωγμένη θρησκεία των.

Ήτο όμως και πολύ δύσκολο, πολλάκις κι αδύνατο να κρατήσουν την απόφασή των, να κάνουν κρυφά τους τύπους της χριστιανικής λατρείας και φανερά να περνούν ως Τούρκοι. Ο Σιφογιάννης πέρασε όλο τ’ απόγεμα στ’ αμπέλι του· κι όλη την ώρα καταγινότανε σε διάφορες μικροδουλειές, αλλά πραγματικώς δούλευε το μυαλό του και βασανιζότανε να ‘βγει από το φοβερό αδιέξοδο, που τον είχε βάλει ο Μόχογλους.

Και τρόπο να γλιτώσει δεν εύρισκε.

Μόνο μια ελπίδα είχε· ότι ο Αγάς ήτο μεθυσμένος, ότι το μεθύσι του τον έβγαλε σ’ αυτό που του ‘καμε κι ότι την άλλη μέρα θα το λησμονούσε.

Πώς μπορούσε να ‘ναι σοβαρό ένα τέτοιο τούρκεμα; Είχε ακούσει πως κι άλλους χριστιανούς είχαν προ ετών τουρκέψει μόνο με λίγα λόγια ενός ιμάμη13, αλλά σ’ αυτή την περίσταση ήτο τουλάχιστον ένας αντιπρόσωπος της μωαμεθανικής θρησκείας.

Πώς να θεωρηθεί λοιπόν αληθινό το τούρκεμα που ‘γινε στο δρόμο κι από τούρκο που δεν είχε κανένα ιερατικό αξίωμα; Αλλ’ αν το πράμμα δεν είχε τυπικό κύρος, είχε όμως πραγματικό.

Αφού το ‘θελε ο Μόχογλους κι η μπιστόλα του να γίνει τούρκος, ήτον αναγκασμένος να γίνει.

Και δεν ήτο το ίδιο; Δεν θα πήγαινε πια στην εκκλησία, αλλά στο τζαμί· δεν θα λεγότανε Γιάννης, αλλά Τζαφέρης.

Και πάντα θα κολαζότανε.

Μπορούσε να παραβεί την προσταγή του τυράννου και χωρατά αν του το ‘καμε; Ενώ έτσι σκεπτότανε, αναστέναζε κι έλεγε: ― Άχι! Θε μου, δε λυπάσαι μπλιο τσι χριστιανούς; Εξέχασές μας τσι κακομοίρηδες; Κι άρχισε κι έκλαιγε.

Σε λίγες ώρες απογέρασε από τη ψυχική του αγωνία.

Και τόσο αποχυμένο και χλωμό ήτο το πρόσωπό του όταν το βράδυ γύρισε στο σπίτι, που η γυναίκα του νόμισε πως ήταν άρρωστος. ― Όι, δεν είμ’ αρρωστάρης, της είπε· μόνο εκουράστηκα.

Σκεπτότανε να μην πει στη γυναίκα του τη συνάντησή του με το Μόχοχλου και τα όσα ακολούθησαν, έως ότου θα ‘βλεπε τρόπο να ξεμπλέξει. ― Εκουράστηκες; είπεν η Σιφογιάννενα.

Θωρείς τα δα; Καλά το φοβούμουνε ‘γώ. Μα, καλορίζικε άθρωπε, δε φοβάσαι την αμαρτία, τέτοια σκόλη που ‘ναι; ― Ε, ό,τι γίνηκε, γίνηκε, είπεν ο Σιφογιάννης κι έπεσε σ’ ένα πεζούλι του σπιτιού.

Άλλη φορά δε θα το κάμω.

Μα ο Θεός το κατέει πως α δε δουλεύγω και καματερές και σκόλες, δε θα προφτάνω να μπουκώνω τσ’ αγάδες, να μ’ αφήνουνε να ζω. Η Σιφογιάννενα είχε ανάψει φωτιά κι ετοιμαζότανε να μαγειρέψει.

Δίπλα της στην πυροστιά ήτο ένα κιούπι, σκεπασμένο και δεμένο με πανί. ― Κι ίντα χαζιρεύγεσαι14 να μαγερέψεις; ρώτησε ο Σιφογιάννης. ― Σύγλυνα15.

Αυτά που μου ‘πεψε τσι προημερνές η συντέκνισα απού το Λασίθι. ― Σύγλυνα; ξεφώνησε με τρομάρα ο Σιφογιάννης. ― Γιάιντα; Φοβάσαι να μη μας έρθει κιανείς Τούρκος μουσαφίρης; Θε μου, βλέπε μας! ― Εγώ χοιρινό δεν μπορώ μπλιο να τρώω. ― Γιάιντα; ― Γιατί ‘μαι Τούρκος.

Η γυναίκα τον παρατήρησε με απορία.

Τρελάθηκε ή χωράτευε; ― Τούρκος; Ίντα λόγια ‘ν’ αυτά, νοικοκύρη μου; Αποφάσισε και της διηγήθηκε πώς στο δρόμο τον τούρκεψε ο Μόχογλους. Η Σιφογιάννενα έμεινε. ― Κι εδά; είπε με μισή φωνή. ― Ίντα μπορούμε να κάμομε; Τούρκο με θέλει τούρκος θα γενώ. ― Νουσουμπέτι16 να του ‘ρθεί! καταράστηκε η Σιφογιάννενα, αλλά και φρόντισε να χαμηλώσει τη φωνή της. ― Α δεν κάμω το θέλημά του, κατές17 ίντα θα γενεί.

Με βαθύ αναστεναγμό η γυναίκα είπε: ― Ω Χριστέ μου! Έπειτα: ― Κι ίντα θα κάμεις εδά; ― Πρώτα πρώτα θα πάψω να λέομαι Γιάννης και θα λέομαι Τζαφέρης.

Θα φορώ σαρίκι και θα πω στο χωριό πως από σήμερο και πέρα είμαι τούρκος.

Μείνανε συλλογισμένοι κάμποσα λεπτά.

Έπειτα η γυναίκα είπε: ― Δεν πας να το πεις και του παπά; ― Κι ίντα μπορεί να μου κάμει κι ο κακορίζικος ο παπάς; Να βρει το μπελά του κι αυτός; ― Μια βουλή θα σου δώσει. Ο Σιφογιάννης πήγε την ίδια βραδιά και ζήτησε γνώμη του παπά.

Αλλ’ ο παπάς, ένας καλός και με θάρρος χριστιανός, του υποσχέθηκε κάτι περισσότερο· τη μεσολάβησή του: ― Θα πάω ‘γώ να τόνε δω· κι ο Θεός να δώσει να τόνε βρω στσι καλές του.

Μ’ άνεν τόνε βρω στα δαιμόνια του, και για σένα δε θα κάμω πράμμα κι εμένα μπορεί να μου δώσει καμιά μπιστολιά.

Η γιαλήθεια είναι πως όντεν έρχεται στο χωριό δε μου αγριγιομιλεί.

Να σου πω κιόλας πολλά κακός δεν είναι… (είπε στ’ αυτί του Σιφογιάννη) μάνε κουζουλός… θαρρώ πως πίνει κιόλας.

Όσο να περιμένει την απάντηση του παπά, ο Σιφογιάννης δε βγήκε από το σπίτι του.

Αν έβγαινε, έπρεπε να βγάλει τη μαύρη πέτσα και ν’ αρχίσει να κάνει εξωτερικώς τον Τούρκο.

Αφήκε μια μέρα και τη δεύτερη πήγε ο παπάς στο Μοχό να ‘βρει τον Αγά.

Κι όταν το βράδυ γύρισε, είπε στη Σιφογιάννενα από την πόρτα: ― Ανεζινιό, είν’ ακόμ’ από κεινά τα Λασιθιώτικα σύγλυνα; Να τα τηγανίσεις μ’ αυγά να τα φάμε μαζί.

Κι αφού μπήκε κι έσπρωξε την πόρτα, είπε: ― Φέρε και κρασί.

Ο αγάς μου παράγγειλε να πιούμε και στην υγειά του. ― Καλό μουζντέ18 μας εφέρνεις, ευλοημένε; είπε η γυναίκα.

Δόξα σοι ο Θεός! ― Δοξασμένο να ‘ναι τ’ όνομά του! είπε κι ο Σιφογιάννης κι έκαμε το σταυρό του. ― Ο Θεός αλήθεια έκαμε και τον εβρήκα στα καλά του, είπεν ο παπάς.

Και κατές ίντα μου ‘πε; Σε ‘δε, λέει, πως δεν είσαι καλός χριστιανός, γιατί πήαινες να δουλέψεις μέρα σκόλη, και γι’ αυτό ‘βαλε στο νου του να σε κάμει Τούρκο. ― Η αμαρτία, μουρμούρισε η Σιφογιάννενα. ― Δε σας είπα πως ο Μόχογλους δεν είναι κακός; Μαγάρι να ‘σαν κι άλλοι Τούρκοι σαν κι αυτόν.

Μόνο να μην είναι στα μεράκια και τα μπουριά19 του.

Ώστε να με δει, ένιωσε γιατί πήα κι άρχιξε να γελά.

Στο ύστερο μου λέει: «Σαν τόνε θες, εσύ παπά, χριστιανό, χάρισμά σου.

Ας μείνει στην πίστη σας.

Και καλά ‘καμες κι ήρθες γλήγορα, γιατί, α μαθητευότανε πως ετούρκεψε, δε θα μπόρειε μπλιο να ξετουρκέψει.

Τόσο βάρος έφυγε από το στήθος του Σιφογιάννη και τόση χάρη γνώριζε για το γλιτωμό του, που ευχήθηκε για τον τύραννο: ― Ο Θεός να του δώσει τσι χρόνους που μου ‘κοψε! Λεξιλόγιο Σημ. του κειμένου: ξα σου = και ό,τι θέλεις Σημ. του κειμένου: τράφος = τοίχος από ξερολιθιά Σημ. του κειμένου: Σούμπασης = επιστάτης του αγά ή αντιπρόσωπος Σημ. του κειμένου: πέτσα = κεφαλοδεσμός Σημ. του κειμένου: καπανταΐδες = νταήδες ντεληκανής = λεβέντης Σημ. του κειμένου: οϊλέσα = δηλαδή Σημ. του κειμένου: το ζιμιός = λοιπόν, άρα Σημ. του κειμένου: αγνάντισες = βλέπεις Σημ. του κειμένου: σουνέτι = περιτομή Σημ. του κειμένου: αμπτέστι = καθαρμός Σημ. του κειμένου: ντοαλέρ = στο καλό Σημ. του κειμένου: ιμάμης = ιερεύς Μωαμεθανός Σημ. του κειμένου: χαζιρεύγομαι· Τουρκ. = ετοιμάζομαι Σημ. του κειμένου: σύγλυνα = χοιρινά κρέατα διατηρημένα στο λίπος Σημ. του κειμένου: νουσουμπέτι = αποπληξία κατέ(χ)ω = ξέρω Σημ. του κειμένου: μουζντές· (Τουρκ.) = χαμπάρι, άγγελμα μπουριά = μπουρίνια, νεύρα ΚΑΚΟ ΣΥΝΑΠΑΝΤΗΜΑ, ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΟΝΔΥΛΑΚΗΣ

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης - Επικοινωνία
Update cookies preferences