[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

ΟΤΑΝ για πρώτη φορά έφθασε στην Αθήνα με το σιδηρόδρομο κορίτσι μόλις δεκαπέντε χρόνων τότε, ορφανό και με μόνο προστάτη μια θεία της, μεγάλη της φάνηκε η πόλις και εξαφνίστηκε. Φτωχό ήταν το πνεύμα...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

ΟΤΑΝ για πρώτη φορά έφθασε στην Αθήνα με το σιδηρόδρομο κορίτσι μόλις δεκαπέντε χρόνων τότε, ορφανό και με μόνο προστάτη μια θεία της, μεγάλη της φάνηκε η πόλις και εξαφνίστηκε.

Φτωχό ήταν το πνεύμα της, ανύποπτη και αθώα και δροσερότατη η ψυχή της.

Ωραίο, κάτασπρο το προσωπάκι της, που στα μάγουλά της εγελούσαν ρόδα του Απρίλη, καταγάλανα μεγάλα μάτια είχε και ξανθά σγουρά μαλλιά και χείλη κοραλλένια.

Και η κορμοστασιά της άγαλμα.

Πράμα την έλεγαν στη γειτονιά, κομμάτι, Θεός την εφώναζαν, Αφροδίτη την υμνολογούσαν.

Όταν έβγαινε στην πόρτα το πρωί, το σφυρί του απέναντι τσαγκάρη χτυπούσε δυνατότερα σ’ ένα χρόνο και ρυθμό λαχτάρας και επιθυμιών, ο μπακάλης εφώναζε τα πράματά του με τραγουδιστή φωνή και ο κουλουρτζής που περνούσε και ήξερε τ’ όνομά της έλεγε χαϊδευτικά: — Έλα, Ελενίτσα μου, να σου δώσω το κουλουράκι σου.

Εκείνη εχτυπούσε δυνατά την πόρτα και έμπαινε μέσα τρομαγμένη, αλαφιασμένη, κατακόκκινη από τη ντροπή και οργισμένη, αλλά δεν έλεγε λέξη.

Ενδιαφέροντο ακόμα ο φαρμακοποιός, ο οποίος της έστελνε φλογερές ματιές από το βάθος του πάγκου του, και το μπαρμπερόπουλο, που την εγήτευε με τα κατάμαυρα μάτια του, τα σκοτεινά και συννεφιασμένα.

Μ’ αυτόν συναπαντήθηκε και εγνώρισε τον έρωτα.

Καλύτερα να μην έσωνε.

Αυτοί οι άνθρωποι της γειτονιάς έγιναν όλοι ηθικολόγοι αυστηροί στην πρώτη χαρά της ζωής της.

Της έβγαλαν όνομα.

Αλλά περισσότερο την επρόδιδε εκείνος ο μικρός.

Το βράδυ όταν αντάμωνε τους φίλους του στο καφενείο τους τα έλεγε όλα και εκαυχάτο για τους έρωτάς του, και μια φορά που του χάρισε ένα τριαντάφυλλο η Ελενίτσα το ‘δειξε σε όλους ώσπου εμαράθηκε από τη λύπη το τριαντάφυλλο.

Έπειτα έφυγε απ’ αυτό το κουρείο και δεν εξαναγύρισε.

Και η Ελενίτσα είδε να χάνεται απελπιστικά η πρώτη της αγάπη.

Άρχισε να μετανοεί, σαν ανώτερη στη ψυχή της δύναμις ήταν η μετάνοια στο κάθε τι κακό που έκανε.

Έπεσε στο κρεβάτι για δυο ημέρες άρρωστη με πονοκέφαλο και με συλλογισμούς για το μεγάλο, βλέπεις, έγκλημά της.

Αλλά μόλις εσηκώθηκε κι επήγε στο παράθυρο και είδε ένα ναύτη να καμαρώνει στην ολοκαίνουργη στολή του μέσα στη λιακάδα της ανοιξιάτικης ημέρας, εξεμετάνιωσε και τον αγάπησε με όλη την καρδιά της.

Η θεία της που κάτι είχε νιώσει στην πρώτη της αγάπη, τώρα την έπιασε να γνέφει εις το ναύτη και παρενέβη και της εκαλλιέργησε με τη δική της πείρα τον έρωτα έως ότου κατόρθωσε να τον μεταβάλει εις συνοικέσιον.

Όταν ο ναύτης αφέθη εστεφανώθηκε την Ελενίτσα.

Ήταν χειμώνας όταν έγιναν οι γάμοι στο μικρό σπιτάκι.

Όλο το συγγενολόγι ήρθε, ο ξάδελφός της γυρολόγος πραγματευτής, η αδελφή της η παντρεμένη, οι συμπεθέροι του γαμπρού και ο κουμπάρος ήταν επίσημο πρόσωπο, ένας βουλευτής.

Ο γαμπρός φορούσε μαύρο σακάκι, σταχτί στενό πανταλόνι σαν τζόκεϊ, κόκκινη γραβάτα.

Τα μαλλιά του εμπρός έπεφταν πυκνά, τα είχε κατσαρώσει με το σίδερο.

Εις το μικρό δάχτυλο του δεξιού του χεριού είχε ένα δαχτυλίδι μαλαματένιο με το αρχικό στοιχείο του ονόματός του Ν. Τον έλεγαν Νίκο.

Οι φίλοι του υπελόγιζαν, ότι γι’ αυτό το δαχτυλίδι είχε χύσει τουλάχιστον δυο εγγλέζικες.

Ήταν μελαχρινός με μύτη μεγάλη, με μαύρα γλυκά μάτια και με παχιά χείλη.

Μιλούσε ευγενικά, μετρημένα και με χονδρή φωνή.

Στους τρόπους του και τα φερσίματά του δεν έδειχνε καμιά στενοχώρια.

Η νυφούλα φαινόταν ντροπαλή.

Εφορούσε θαλασσί φόρεμα και άσπρα γάντια.

Το στεφάνι όμως του γάμου της στόλιζε ωραία τα ξανθά της μαλλιά.

Το αντρόγυνο έμεινε στο ίδιο σπίτι, στης θείας της Ελενίτσας. Ο Νίκος εδούλευε τορναδόρος σ’ ένα αμαξοστάσιο.

Τον πρώτο χρόνο τα πράγματα πήγαν καλά.

Έκαμαν και ένα παιδάκι, που ήταν η ίδια η Ελενίτσα.

Μα γρήγορα ο Νίκος φάνηκε ποιος είναι.

Δεν έμεινε πιστός στη γυναίκα του.

Ήθελε κι άλλες.

Άλλο γυναίκα και άλλο ερωμένη. — Δεν μ’ εχτιμάς πια, του κλαιγότανε η Ελενίτσα, με καταφρονάς και τρέχεις μ’ άλλες.

Τα βράδια έλειπε πολλές φορές και επήρε και σύστημα να πίνει και να παίζει χαρτιά. — Δεν μ’ αγαπάς, του έλεγε Με ψυχοταράζεις άδικα, Νικόλα, θα πεθάνω απ’ τον καημό μου. — Α! της απαντούσε εκείνος, άλλη μια φορά να μου το πεις κι επήρα το καπέλο μου κι έφυγα.

Είδε κι έπαθε, στο τέλος τον φοβήθηκε και τον αποστράφηκε.

Αυτή ήταν όλο αγάπη και χάιδι.

Πού εκρυβότανε αυτή η άγρια ψυχή του Νικόλα; Εν τούτοις δεν εσκέφθηκε να τον εκδικηθεί με ατιμία.

Περίμενε υπομονετική τα βράδια στο ίδιο εκείνο παράθυρο, αφ’ όπου για πρώτη φορά τον είδε και τον αγάπησε. Ένα Σαββατόβραδο, έτσι επέρασε να τον περιμένει.

Έφθασε μεθυσμένος και ελεεινός και χαμένος.

Τότε της φάνηκε πως τον υπόφερε περισσότερο αφ’ ό,τι έπρεπε και εξεγελάστηκε από το πλάνο χαμόγελο ενός ωραίου κυρίου απέναντι, που εκατοικούσε στα επιπλωμένα δωμάτια μιας γνωστής της κυρίας.

Την τρίτην ημέραν ήταν εκεί.

Αλλά η σύμπτωσις και η τύχη την επρόδωκαν και ο άνδρας της το ‘μαθε.

Επήρε δύο φίλους του από το σωματείο, έκανε συμβούλιο, την παραφύλαξε και χωρίς να ταραχθεί, άρπαξε το παιδάκι, έφυγε από το σπίτι, πήγε στου πατέρα του και την παράτησε.

Η δυστυχισμένη η Ελενίτσα ένα δεν μπορούσε να υποφέρει το πώς να χωρισθεί από το παιδάκι της.

Στην απελπισία της επήρε τους δρόμους και τα τρίστρατα.

Μέσα στο μικρό της μυαλό περνούν τώρα διάφορες σκέψεις σαν αστραπές σε σκοτεινό ουρανό.

Τι έπρεπε να κάνει όμως, σε ποιον να μιλήσει, τίνος να το εξομολογηθεί; Πάντα αυτή είχε το άδικο και την αμαρτία.

Οι άνδρες έχουν το δικαίωμα να καταφρονούν τις γυναίκες τους, οι γυναίκες όμως ποτέ.

Ευρήκε άδικο και από τους δικούς της ακόμη.

Εβγήκε απ’ το σπίτι της με την ιδέα να σκοτωθεί.

Την κράτησε όμως η ζωή με τα μυστικά πλάνα πολυθέλγητρά της, χωρίς να της πει και το γιατί, τι είχε να ελπίζει και τι να περιμένει εις αυτόν τον κόσμο.

Εδίψασε στο δρόμο που πήγαινε ωχρή και δακρυσμένη.

Αντίκρισε το σπίτι μιας φίλης της γυναικός ενός κουριέρη ξενοδοχείου.

Εμπήκε μέσα χωρίς να ξέρει το γιατί.

Διηγήθηκε τη συφορά της και την αθλιότητα, κι εζήτησε αν ξέρουν να της βρουν δουλειά.

Εγέλασαν η κυρία και η αδελφή της η δασκάλα που είχε κατορθώσει να χτίσει ένα ολόκληρο σπίτι από τις οικονομίες της, όπως έλεγε. — Και τι δουλειά να βρεις εσύ, Ελενίτσα μου;… Έχεις ανάγκη εσύ, κυρά μου; Ευτυχώς που είσαι νέα εσύ και ωραία.

Εχαμήλωσε τα μάτια της σκεφτική.

Δεν εκατάλαβε όμως και πολλά απ’ αυτή τη φράση, που την ανησύχησε.

Και έφυγε.

Της έμεινε όμως καρφωμένο στο μυαλό εκείνο το «είσαι νέα εσύ και ωραία». Ετράβηξε πέρα στην εξοχή, εκουράστηκε και ξαναγύρισε στην πόλη.

Τότε χωρίς να γνωρίζει πώς αφέθηκε στον πρώτο άνδρα που την καλοκοίταξε.

Κι έπειτα στον δεύτερο και στον τρίτο και στον τέταρτο.

Αυτή τη χάρη της έδωκε η αξέγνοιαστη ζωή.

Έζησε έτσι σ’ ένα ύποπτο ξενοδοχείο κάμποσο καιρό.

Ένα βράδυ πετάχθηκε τρομαγμένη απ’ το κρεβάτι της.

Μια πιστολιά ακούστηκε.

Δυο παλιανθρώποι εμάλωναν για μια παλιογυναίκα.

Η αστυνομία ήλθε, επήρε την παλιογυναίκα μέσα και οι αστυφύλακες εκράτησαν σημείωση απ’ το όνομα της Ελενίτσας.

Εφοβήθηκε κι έφυγε απ’ το ξενοδοχείο και με λίγα χρήματα που είχε τράβηξε για την πατρίδα της.

Εκεί έζησε κάμποσο καιρό σ’ ένα συγγενικό της σπίτι που την πήραν για ελεημοσύνη. — Δεν τη παθαίνω πια, έλεγε.

Τώρα τους ξέρω καλά τους άνδρες.

Εκείνον που θ’ αγαπήσω, θα του γίνω σκλάβα του μα θα του αξίζει.

Δεν άργησε να παρουσιασθεί ο άνθρωπος αυτός.

Ήταν ένας μεσόκοπος, κακοφτιασμένος από μια πλούσια επαρχία και κτηματίας.

Την πήρε μαζί του και τη σπίτωσε.

Του ‘δωσε νεότητα και ζωή.

Γιατί είχε καλοσύνη, άπειρη καλοσύνη και αφοσίωση η Ελενίτσα.

Μαζί με τη τόση νεότητα και τη ζωή ήλθε και μεγάλη ευτυχία στον άνθρωπο.

Έγινε πρόσωπο στη μικρή επαρχιακή κοινωνία.

Τον εξέλεξαν μέλος σε σωματεία και σε συλλόγους.

Αλλά έπρεπε να ζει κρυφά με την Ελενίτσα.

Αυτό δεν τον πείραζε τόσο όσο επείραζε αυτή.

Είναι αλήθεια πως της είχε πλούσιο νοικοκυριό και δεν της έλειπε τίποτε.

Και του πουλιού το γάλα αν το ζητούσε θα της το ‘φερνε.

Οι άνθρωποι όμως την περιφρονούσαν.

Ένα στεφάνι θα έκανε τη χαρά αυτής της γυναικός.

Μα εκείνος της το αρνείτο. — Δεν είναι καιρός τώρα, αργότερα, της έλεγε.

Δεν μου το επιτρέπει το συμφέρο μου.

Επήγαινε πολύ μπροστά στις δουλειές του.

Η κοινωνία τον τραβούσε με τας τιμάς και την υπόληψή της.

Είχε ανάγκη από τον κόσμο.

Τι θα ‘λεγαν οι άνθρωποι αν εμάθαιναν, ότι εστεφανώθηκε μια τέτοια γυναίκα του δρόμου; Έτσι και τα παιδιά που εγεννοβολούσε η Ελενίτσα ένα κάθε χρόνο, της τα ‘παιρνε σαν να ήταν παιδιά της γάτας και τα ‘στελνε στο βρεφοκομείο στην Αθήνα.

Τον είχαν μάθει πια στο ατμοπλοϊκό πρακτορείο και του ‘λεγε ένας υπάλληλος με ειρωνεία: — Αυτά τα ταξίδια των απογόνων σου θα μας βουλιάξουν χωρίς άλλο το βαπόρι καμιά μέρα. Η Ελενίτσα ήταν στο τρίτο έγκυος.

Δεν ήταν και μικρό πράγμα μια τέτοια συγκίνηση! Τη βύθιζε σε συλλογή.

Πού να ήταν τα άλλα της παιδάκια; Έβαζε στο νου της χίλια κακά πράγματα.

Εκείνος ζητούσε να την παρηγορήσει: — Δε βαριέσαι καημένη, της έλεγε, έτσι είναι ο κόσμος.

Οι άνθρωποι που έκαναν τα βρεφοκομεία και τα ορφανοτροφεία, κάτι ήξεραν.

Ύστερα παιδιά που δεν μας μίλησαν, δεν τα χαϊδέψαμε, δεν τα γνωρίσαμε, δεν μπορεί να κάνει λύπη η στέρησή τους… Λησμόνησέ τα αυτά τώρα, εγώ ποτές δεν θα σ’ αφήσω. — Δεν είσαι τίμιος, του είπε έξαφνα.

Δεν άξιζες ό,τι εγώ σου ‘δωκα. — Εσύ μου ‘δωκες εμένα αχάριστη; εφώναξε θυμωμένος.

Ή εγώ σ’ εμάζεψα απ’ τους δρόμους; Εσύ να μιλάς για τιμή! Ελησμόνησες ποια είσαι; — Καλύτερα να ήμουν μ’ όποιον τύχαινε και να ήταν σιμά μου τα παιδιά μου κι ας ήταν το καθένα και απ’ άλλο πατέρα.

Κι άρχισε να κλαίει. — Μην κλαις· της είπε εκείνος.

Ό,τι άλλο μου ζητήσεις είμαι πρόθυμος, αυτό όμως δε γίνεται.

Κι αυτό που θα ‘ρθει θα το στείλουμε εκεί που είναι και τ’ άλλα.

Άλλοι τα σκοτώνουν και δεν παθαίνουν τίποτα.

Εγώ γνωρίζω τέτοιους ανθρώπους.

Εσώπασε η δυστυχισμένη.

Όταν εκείνος έφυγε το πρωί στη δουλειά του, άνοιξε το παράθυρο και εκοίταξε στον κήπο.

Ήταν ολανθισμένος.

Εκοίταξε ψηλά στον ουρανό, σαν να εζητούσε κάποια ιερή απάντηση στη γήινη απορία της.

Αχνά συννεφάκια έπλεαν στο δροσερό αεράκι και το ουράνιο μυστήριο έμενε ατάραχο στην αιώνια σιωπή του.

Της ήλθε σαν σπαραγμός να φύγει, αλλά σκέφθηκε πού να πάει έτσι.

Εσυλλογίστηκε να σώσει αυτό το παιδί που έφερνε στη κοιλιά της.

Έγραψε της αδελφής της της παντρεμένης. «Πάρτε με για λίγο καιρό.

Εβαρέθηκα να κάνω παιδιά και να τα πετάω». Το γράμμα εστάλη, αλλά απάντησις δεν ήλθε.

Λησμονούνται με ντροπή οι κακοί ξενιτεμένοι.

Ύστερα από λίγες ημέρες σ’ εκείνη την ερημία έγιναν πάλι οι ίδιες προετοιμασίες.

Η μαμή ήλθε και μαζί της και η γυναίκα της εμπιστοσύνης που θα έπαιρνε και αυτό το παιδάκι.

Και της το πήραν κι αυτό αληθινά, αλλ’ απ’ τη μια πόρτα έβγαινε το δύστυχο πλασματάκι για το ατιμωτικό του ταξίδι, κι απ’ την άλλη έφευγε η μάνα για το αιώνιο, νεκρή από ασθένεια του τοκετού.

Κοινωνική ανάγκη δεν επέτρεψε εις τον εραστήν ν’ ακολουθήσει την κηδεία για να μη τον ιδεί ο κόσμος. Η ΕΛΕΝΙΤΣΑ, ΓΕΡΑΣΙΜΟΣ ΒΩΚΟΣ

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης - Επικοινωνία
Update cookies preferences