[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

Μα ας είχε τα μάτια κλειστά ο έμπορoς, φαίνεται δεν κοιμόταν κι άκουσε την ιστορία του γιατρού, γιατί το άλλο βράδυ μας είπε και κείνος τη δική του. Συνηθίζουνε στα χωριά μας —έτσι κάπως άρχισε— και...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

Μα ας είχε τα μάτια κλειστά ο έμπορoς, φαίνεται δεν κοιμόταν κι άκουσε την ιστορία του γιατρού, γιατί το άλλο βράδυ μας είπε και κείνος τη δική του.

Συνηθίζουνε στα χωριά μας —έτσι κάπως άρχισε— και μας ξενιτεύουνε μικρούς. Στη Βλαχιά και στη Ρουσία και τώρα ύστερα και στην Αμερική· ο τόπος μας είναι στενός· βουνά, τσουκάρια, γκρεμοί και σάρες.

Δε βγάζει τίποτες η γης, δε μας φτάνει να ζή­σουμε.

Και γω, σαν έμαθα δύο τρία γράμματα, έπρεπε να φύγω.

Και σα δεν είχε η μάνα μου κανένανε δικό στη Ρουσία ή στη Βλαχιά, μ’ έστειλε κάτω στην πόλη.

Ήταν εκεί ένας μπάρμπας μου που έκανε κουτσοδουλειές στο πόδι και κείνος μ’ έβαλε σ’ ένα μπακάλικο να τρώω στην αρχή μόνο ψωμί.

Έτρωγα ξύλο περσότερο κι έπλενα ποτήρια και βαρέλια και σκούπιζα τα μαγαζί και κουβαλούσα νερό από τα πηγάδια της γει­τονιάς.

Ο αφεντικός μου μ’ έστελνε στο πιο κοντινό που ήτανε σε μιαν αυλή από πίσω από το μαγαζί, μα εμένα μου άρεσε να πηγαίνω σ’ έν’ άλλο μακρινότερο, όπου μαζευότανε κόσμος περσότερος κι έπρεπε να πε­ριμένω πολλή ώρα για να πάρω αράδα να γεμίσω.

Έτσι μπορούσα και χάζευα, κουβέντιαζα, έπαιζα και συχνά ξεμαλλιαζόμουνα κιόλας με τ’ άλλα μπακαλό­πουλα.

Του αφεντικού μου, που με πρόσμενε με τα χαστούκια, του έβρισκα πρόφαση πως στο πηγάδι της γειτονιάς με πειράζανε και με πετροβολούσαν τα παιδιά.

Και δεν έλεγα και ψέματα.

Γιατί πράγματι τα παιδιά που μαζευόνταν εκεί ολόγυρα στις μυγδαλιές και γκρεμίζαν με τις πέτρες τα τσάγαλα, άμα με βλέπανε να περνώ, με περγελούσανε για τη μεγάλη μύτη μου και τα φλώρα μου μαλλιά.

Κι όταν έκανα να τους πω τίποτες και γω, γυρίζαν τις σφεντόνες τους απάνω μου.

Και καθώς έφευγα για να γλιτώσω, και τα κορί­τσια που παίζαν τα πεντόβολα και το σκοινάκι στην αυλή, με περγελούσανε και κείνα και με φωνάζαν μυ­ταρά.

Μα κι όλα τ’ άλλα παιδιά να λείπαν, έφτανε να με δει μόνο η Αννιώ, το κορίτσι του σπιτιού.

Πετιότανε στην πόρτα, τέντωνε τα δάχτυλα μπροστά στη μύτη και μου έβγαζε μια πιθαμή τη γλώσσα.

Έπρεπε να περάσουν κάμποσα χρόνια, να μεγαλώσουμε κι οι δυο, να πάψουν τα παιδιά να με πετροβολούνε, για να λείψουν και τα περιγέλια της Αννιώς.

Τώρα όχι μόνο δε μου ’βγαζε τη γλώσσα, μα σα μ’ έβλεπε να ’ρχουμαι στο πηγάδι, έπαιρνε τον κουβά της κι έβγαινε και κείνη εκεί.

Εγώ κοκκίνιζα κι έφευγα βιαστικός.

Μου φαινόταν πως κοίταζε πάντα τη μύτη μου.

Κι αφού δεν μπορούσα να την κόψω, αποφάσιζα να μην ξαναπάγω στο πηγάδι της Αννιώς.

Μα και γω δεν το ’νιωθα πως βρισκόμουν πάλε κει και την ξαναείχα μπρος μου και με κοίταζε, σα να της άρεσε να βλέπει τα μάτια μου να χαμηλώνουν ντροπαλά μπροστά της, μου γελούσε, μου μιλούσε, σα να της άρεσε ν’ ακούω τη φωνή της.

Έπειτα έπαιρνε τον κουβά και μου γύριζε την πλάτη κι έφευγε για να μου δείξει και το σβέλτο της κορμί.

Το ένιωθε πως στεκόμουν εκεί και την κοίταζα· ύστερα, άμα έφτανε στην πόρτα, γύριζε και μου γελούσε άλλη μια φορά.

Και γύριζα και γω στο μαγαζί! και πότιζα ούζο και νερά τον κόσμο.

Κι άμα ξαναρχόμουν στο πηγάδι και τύχαινε να μην μπορεί να βγει και κείνη, γιατί ήταν η μάνα της ή άλλος στην αυλή, έβγαινε μόνο στην πόρτα και μου πετούσε πετραδάκια και γελούσε και κρυβόταν.

Και γω πάλι γέμιζα τον κόρφο μου κάν­τιο ή ζάχαρη, ό,τι έβρισκα πιο του χεριού κι ερχόμουν και της τα ’δινα.

Έτσι λίγο λίγο άρχισα να ξεχνώ τη μύτη μου και να μην τη βλέπω στο μικρό καθρεφτάκι, που είχα κρυμμένο στη στοίβα τα σακιά και το ’βγαζα κι έσκυβα πίσω εκεί και χτένιζα τα μαλλιά μου βιαστικά πριν πάω στο πηγάδι. Της Αννιώς της άρεσε να με πειράζει, να μου λέει πως κάνω τη χωρίστρα μου στραβά, πως είμαι όμορφος κι ένα σωρό άλλα.

Όλο και ξε­θάρρευε περσότερο μαζί μου.

Και μια μέρα με ρώ­τησε γιατί περπατώ ξυπόλυτος.

Μα ας είχε τα μάτια κλειστά ο έμπορoς, φαίνεται δεν κοιμόταν κι άκουσε την ιστορία του γιατρού, γιατί το άλλο βράδυ μας είπε και κείνος τη δική του.

Συνηθίζουνε στα χωριά μας —έτσι κάπως άρχισε— και μας ξενιτεύουνε μικρούς. Στη Βλαχιά και στη Ρουσία και τώρα ύστερα και στην Αμερική· ο τόπος μας είναι στενός· βουνά, τσουκάρια, γκρεμοί και σάρες.

Δε βγάζει τίποτες η γης, δε μας φτάνει να ζή­σουμε.

Και γω, σαν έμαθα δύο τρία γράμματα, έπρεπε να φύγω.

Και σα δεν είχε η μάνα μου κανένανε δικό στη Ρουσία ή στη Βλαχιά, μ’ έστειλε κάτω στην πόλη.

Ήταν εκεί ένας μπάρμπας μου που έκανε κουτσοδουλειές στο πόδι και κείνος μ’ έβαλε σ’ ένα μπακάλικο να τρώω στην αρχή μόνο ψωμί.

Έτρωγα ξύλο περσότερο κι έπλενα ποτήρια και βαρέλια και σκούπιζα τα μαγαζί και κουβαλούσα νερό από τα πηγάδια της γει­τονιάς.

Ο αφεντικός μου μ’ έστελνε στο πιο κοντινό που ήτανε σε μιαν αυλή από πίσω από το μαγαζί, μα εμένα μου άρεσε να πηγαίνω σ’ έν’ άλλο μακρινότερο, όπου μαζευότανε κόσμος περσότερος κι έπρεπε να πε­ριμένω πολλή ώρα για να πάρω αράδα να γεμίσω.

Έτσι μπορούσα και χάζευα, κουβέντιαζα, έπαιζα και συχνά ξεμαλλιαζόμουνα κιόλας με τ’ άλλα μπακαλό­πουλα.

Του αφεντικού μου, που με πρόσμενε με τα χαστούκια, του έβρισκα πρόφαση πως στο πηγάδι της γειτονιάς με πειράζανε και με πετροβολούσαν τα παιδιά.

Και δεν έλεγα και ψέματα.

Γιατί πράγματι τα παιδιά που μαζευόνταν εκεί ολόγυρα στις μυγδαλιές και γκρεμίζαν με τις πέτρες τα τσάγαλα, άμα με βλέπανε να περνώ, με περγελούσανε για τη μεγάλη μύτη μου και τα φλώρα μου μαλλιά.

Κι όταν έκανα να τους πω τίποτες και γω, γυρίζαν τις σφεντόνες τους απάνω μου.

Και καθώς έφευγα για να γλιτώσω, και τα κορί­τσια που παίζαν τα πεντόβολα και το σκοινάκι στην αυλή, με περγελούσανε και κείνα και με φωνάζαν μυ­ταρά.

Μα κι όλα τ’ άλλα παιδιά να λείπαν, έφτανε να με δει μόνο η Αννιώ, το κορίτσι του σπιτιού.

Πετιότανε στην πόρτα, τέντωνε τα δάχτυλα μπροστά στη μύτη και μου έβγαζε μια πιθαμή τη γλώσσα.

Έπρεπε να περάσουν κάμποσα χρόνια, να μεγαλώσουμε κι οι δυο, να πάψουν τα παιδιά να με πετροβολούνε, για να λείψουν και τα περιγέλια της Αννιώς.

Τώρα όχι μόνο δε μου ’βγαζε τη γλώσσα, μα σα μ’ έβλεπε να ’ρχουμαι στο πηγάδι, έπαιρνε τον κουβά της κι έβγαινε και κείνη εκεί.

Εγώ κοκκίνιζα κι έφευγα βιαστικός.

Μου φαινόταν πως κοίταζε πάντα τη μύτη μου.

Κι αφού δεν μπορούσα να την κόψω, αποφάσιζα να μην ξαναπάγω στο πηγάδι της Αννιώς.

Μα και γω δεν το ’νιωθα πως βρισκόμουν πάλε κει και την ξαναείχα μπρος μου και με κοίταζε, σα να της άρεσε να βλέπει τα μάτια μου να χαμηλώνουν ντροπαλά μπροστά της, μου γελούσε, μου μιλούσε, σα να της άρεσε ν’ ακούω τη φωνή της.

Έπειτα έπαιρνε τον κουβά και μου γύριζε την πλάτη κι έφευγε για να μου δείξει και το σβέλτο της κορμί.

Το ένιωθε πως στεκόμουν εκεί και την κοίταζα· ύστερα, άμα έφτανε στην πόρτα, γύριζε και μου γελούσε άλλη μια φορά.

Και γύριζα και γω στο μαγαζί! και πότιζα ούζο και νερά τον κόσμο.

Κι άμα ξαναρχόμουν στο πηγάδι και τύχαινε να μην μπορεί να βγει και κείνη, γιατί ήταν η μάνα της ή άλλος στην αυλή, έβγαινε μόνο στην πόρτα και μου πετούσε πετραδάκια και γελούσε και κρυβόταν.

Και γω πάλι γέμιζα τον κόρφο μου κάν­τιο ή ζάχαρη, ό,τι έβρισκα πιο του χεριού κι ερχόμουν και της τα ’δινα.

Έτσι λίγο λίγο άρχισα να ξεχνώ τη μύτη μου και να μην τη βλέπω στο μικρό καθρεφτάκι, που είχα κρυμμένο στη στοίβα τα σακιά και το ’βγαζα κι έσκυβα πίσω εκεί και χτένιζα τα μαλλιά μου βιαστικά πριν πάω στο πηγάδι. Της Αννιώς της άρεσε να με πειράζει, να μου λέει πως κάνω τη χωρίστρα μου στραβά, πως είμαι όμορφος κι ένα σωρό άλλα.

Όλο και ξε­θάρρευε περσότερο μαζί μου. Και μια μέρα με ρώ­τησε γιατί περπατώ ξυπόλυτος. Η ΑΝΝΙΩ, ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης - Επικοινωνία
Update cookies preferences