[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

𝐏𝐚𝐮𝐥 𝐌𝐜𝐂𝐚𝐫𝐭𝐧𝐞𝐲 𝐚𝐧𝐝 𝐖𝐢𝐧𝐠𝐬, 𝐁𝐚𝐧𝐝 𝐨𝐧 𝐭𝐡𝐞 𝐑𝐮𝐧 (𝐀𝐩𝐩𝐥𝐞, 𝟏𝟗𝟕𝟑) Πάντα θα βρεις έναν δίσκο που δεν εκτίμησες στην ώρα του. Πάντα υπάρχει ένα άλμπουμ από το παρελθόν που σε περιμένει. Πάντα παραμονεύει το...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

𝐏𝐚𝐮𝐥 𝐌𝐜𝐂𝐚𝐫𝐭𝐧𝐞𝐲 𝐚𝐧𝐝 𝐖𝐢𝐧𝐠𝐬, 𝐁𝐚𝐧𝐝 𝐨𝐧 𝐭𝐡𝐞 𝐑𝐮𝐧 (𝐀𝐩𝐩𝐥𝐞, 𝟏𝟗𝟕𝟑) Πάντα θα βρεις έναν δίσκο που δεν εκτίμησες στην ώρα του.

Πάντα υπάρχει ένα άλμπουμ από το παρελθόν που σε περιμένει.

Πάντα παραμονεύει το επόμενο πράγμα που θα ανακαλύψεις και θα σε εκπλήξει.

Έτσι γίνεται και θα γίνεται, έτσι γινόταν πάντα.

Αλλιώς δεν έχει υποκειμενικότητα, δηλαδή δεν έχει πλάκα.

Γι’ αυτό λοιπόν κι εγώ, στο πλαίσιο του παρόντος αφιερώματος, δε θα σας αραδιάσω όλες τις πάμπολλες φορές που μετάνιωσα, αναθεώρησα ή/και αυτομαστιγώθηκα για κάτι που έχασα ή ξέχασα.

Θα αναφέρω απλά την τελευταία.

Με ένα τσαλίμι του ο αλγόριθμος με έστειλε, ιδροκοπώντας ενώ ανέβαινα τον λόφο προς τον Λυκαβηττό για μια θεατρική παράσταση, στο “Nineteen Hundred and Eighty Five”. Όχι τυχαία, με τέτοια θηριώδη πλήκτρα και κλιμάκωση, ένα κομμάτι του Sir Paul που έχει κάνει και club καριέρα στα χέρια αρχικά του Timo Maas, κατόπιν των Paul Woolford, Kerri Chandler και άλλων.

Αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία.

Καλά, το “1984+1” του McCartney (τραγούδι για έναν ανεκπλήρωτο εις το διηνεκές έρωτα, σε ένα αρκετά τραβηγμένο twist της οργουελικής αναφοράς) έχει και λογοτεχνικό πάτημα, αφού «ακούγεται» σε μια πολύ χαρακτηριστική σκηνή στο μυθιστόρημα Glamorama του Bret Easton Ellis.

Αλλά, αυτό κι αν είναι μια άλλη ιστορία.

Η δική μας ιστορία είναι το άλμπουμ που συμπεριλαμβάνεται, για την ακρίβεια το κλείνει.

Είναι το Band on the Run που κυκλοφόρησε στο τέλος του 1973 - τρίτο στον κατάλογο του McCartney με τους Wings και πεμπτο στη σολο καριέρα του αφότου αποχώρησε από τους Beatles τον Απρίλιο του 1970. O Macca δεν είναι στα καλύτερά του.

Τα δύο πρώτα άλμπουμ με τους Wings δεν έχουν πάει καλά ούτε με το κοινό, ούτε με τους κριτικούς.

Κι ο Lennon μοιάζει να κερδίζει το άτυπο μετά-τους-Beatles ντέρμπι τους, αφήστε που τον έχει στολίσει κιόλας με το “How Do You Sleep?” του 1971. Ο McCartney βρίσκεται, όσο περίεργο κι αν φαίνεται σήμερα που τον περιβάλλει η αστρόσκονη του θρύλου, σε μια “make it or break it” στιγμή.

Χρειάζεται το επόμενο άλμπουμ να πάει καλά.

Το “Live and Let Die” που έχει κυκλοφορήσει πριν λίγους μήνες ως το τραγούδι της ομώνυμης ταινίας με ήρωα τον James Bond (η πρώτη με πρωταγωνιστή τον Roger Moore) είναι ένας καλός οιωνός, τα πλήκτρα πάλι δείχνουν τον δρόμο.

Η ηχογράφηση του Band on the Run θα γίνει στο μακρινό Λάγος, στο στούντιο που διατηρούσε η EMI στην πρωτεύουσα της Νιγηρίας.

Και θα είναι φουλ επεισοδιακή. Ο McCartney και τα μέλη της μπάντας (δηλαδή ο Denny Laine και η γυναίκα του Linda, αφού έχουν υπάρξει αποχωρήσεις) το παίζουν τουρίστες τα πρωινά και τα σαββατοκύριακα και δουλεύουν απογεύματα και βράδια.

Στην πραγματικότητα, ο McCartney γράφει σχεδόν όλα τα όργανα και μετά φοράει το καπέλο του παραγωγού μαζί με τον Laine για να κόψει και να ράψει.

Στο μεταξύ, δεχονται την επίθεση του afrobeat θρύλου Fela Kuti που τους χαρακτηρίζει ως ανεπιθύμητους που βρίσκονται εκεί για να σφετεριστούν την αφρικανική μουσική παράδοση, ενώ ο McCartney παθαίνει και βρογχίτιδα και γυρίζει εσπευσμένα στο Λονδίνο (η επιδημία χολέρας που ξέσπασε κατόπιν στη Νιγηρία απαγόρευσε κάθε σκέψη επιστροφής τους εκεί). Η ουσία είναι ότι, εστώ και διά πυρός και σιδήρου, ο McCartney πέτυχε τον θρίαμβο που έψαχνε.

Ένα άλμπουμ που ακούγεται τραγανό ακόμα και σήμερα, 53 χρόνια μετά.

Πετυχαίνει να κουβαλήσει την μπιτλική κληρονομιά, μόνο και μόνο το υπέροχο “Let Me Roll It” φτάνει και περισσεύει γι’ αυτό.

Να βάλει τα στοιχεία της world music που παραμονεύει για να κατακτήσει την επόμενη δεκαετία τα δυτικά ακροατήρια, να πιάσει και το glam κλίμα της εποχής.

Με έναν τρόπο, το Band on the Run μοιάζει να είναι προπομπός του απολύτως εμβληματικού Rumours των Fleetwood Mac, αλλά και σημείο αναφοράς του αποκηρυγμένου soft rock των 80s που, φυσικά, επέστρεψε τον 21ο αιώνα με νεολογισμούς τύπου “yacht rock”. Ε, κι όσο να’ ναι αυτό που έγραψε στην κριτική του ο Jon Landau στο Rolling Stone, ότι είναι «το καλύτερο άλμπουμ οποιουδήποτε από τους τέσσερις μουσικούς που ήταν κάποτε μέλη ενός συγκροτήματος που λεγόταν Beatles» θα διαβάστηκε αρκετές φορές, και αρκετά δυνατά, στην οικία McCartney… (𝜶𝝅𝝄 𝝉𝝄 ό𝝁𝝄𝝆𝝋𝝄 𝝄𝝁𝜶𝜹𝜾𝜿ό 𝜶𝝋𝜾έ𝝆𝝎𝝁𝜶 𝑳𝒂𝒕𝒆 𝒕𝒐 𝒕𝒉𝒆 𝑷𝒂𝒓𝒕𝒚 𝝉𝝄𝝊 𝗔𝘃𝗼𝗽𝗼𝗹𝗶𝘀 🔗 στα σχόλια)

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης - Επικοινωνία
Update cookies preferences