“…είπον υός Γαίας και Ορανό αστερόεντος- δίψαι δ’ εμί αύος και απόλλυμαΓ αλά δότ’ όκα ψυχρόν ύδορ προρέον τες Μνεμοσύνες από λίμνας. και δε τοι ελεόσιν οι υπό Χθονίοι Βασιλέι, και δε τοι δότοισι πιέν...
“…είπον υός Γαίας και Ορανό αστερόεντος- δίψαι δ’ εμί αύος και απόλλυμαΓ αλά δότ’ όκα ψυχρόν ύδορ προρέον τες Μνεμοσύνες από λίμνας. και δε τοι ελεόσιν οι υπό Χθονίοι Βασιλέι, και δε τοι δότοισι πιέν τας Μναμοσύνας από λίμνας. και δε και συχνόν ίιοδόν έρχεαι, αν τε και άλλοι μύσται και βάχχοι ίιιεράν στείχοσι κλεινοί.
Πες: «είμαι παιδί της Γης και του έναστρου Ουρανού’ στέγνωσα απ’ την δίψα και πεθαίνω’ γι’ αυτό δώστε μου ΥΡήγορα κρύο νερό, απ’ αυτό που ρέει από την λίμνη της Μνημοσύνης». Και οι Βασιλιάδες του Κάτω Κόσμου θα σε σπλαχνιστούν, και θα σου δώσουν να πιεις απ’ της Μνημοσύνης την λίμνη.
Και τότε σύντονο δρόμο παίρνεις ιερό, που και άλλοι μύστες και βακχευτές ξακουστοί πορεύονται.” Ορφική ραψωδία σε χρυσό έλασμα του 400 π.κ.ε. από το Ιππώνιο.
Είμαστε παιδιά της Γης και του έναστρου ουρανού.
Στα στήθια μας, μια σπίθα παρμένη από την ουσία των άστρων.
Βρισκόμαστε σε τούτο τον πλανήτη εδώ και τόσο καιρό, που ξεχύσαμε τον λόγο και την αποστολή μας.
Μαζί χάσαμε και την ικανότητα να θέτουμε ερωτήσεις: «Ποιος είμαι;» «Γιατί ήρθα εδώ;» «Πού πηγαίνω μετά το θάνατο;» Αν και η ικανότητά μας να θέτουμε ερωτήσεις ήταν πάντοτε μεγαλύτερη από την ικανότητα να τις απαντούμε, όταν παύουμε να αναρωτιόμαστε, βυθιζόμαστε στο λήθαργο.
Έτσι, αποκοβόμαστε από τον πυρήνα της ύπαρξής μας και δεν μπορούμε να ξαναθυμηθούμε.
Δίχως την μνήμη της καταγωγής μας, δίχως όραμα για το πού πρέπει να πορευτούμε, περιπλανιόμαστε στα τυφλά σ’ έναν δρόμο που δεν έχει τέλος.
Όμως κάπου, έστω και σκουριασμένο, βρίσκεται το κλειδί που ανοίγει τις σφιχτές κλειδωνιές της μνήμης.
Το κλειδί αυτό, αν και προσφέρεται δίχως αντάλλαγμα, με τον καιρό έγινε αζήτητο δώρο.
Σαν ήρωες προμηθεϊκοί, προτιμάμε τα πάθη που συνοδεύουν την σταύρωση στον βράχο-μηχανισμό της ύλης, παρά την ελευθερία.
Όπως ο δολοφόνος επιστρέφει πάντοτε στον τόπο του εγκλήματος, έτσι κι εμείς προτιμάμε την περιπλάνηση από ενσάρκωση σε ενσάρκωση.
Τι φταίει; Μήπως το γεγονός ότι όλα όσα ζούμε εξουσιάζονται από την ακατάλυτη δύναμη των Μοιρών; Μήπως ότι αναπτύσσουμε ελάχιστα τον κριτικό νου, αναβάλλοντας για αύριο αυτό που έπρεπε να είχαμε πραγματώσει χθες; Ή μήπως ο αγώνας της προσαρμογής μας σε αυτόν τον κόσμο και η επιθυμία να απολαύσουμε τα δώρα που μας προσφέρονται δημιουργούν τα κοινωνικά δεσμά με τα οποία φυλακίζουμε ισόβια την ύπαρξή μας; Ό,τι κι αν φταίει, βυθισμένοι καθώς είμαστε στη δίνη που δημιουργούν όνειρα, σκέψεις και φιλοδοξίες, ποτέ δεν αναρωτιόμαστε αν η εξέλιξη συνεχίζεται και πέραν του ανθρώπου.
Έτσι, από γιοι και κόρες του έναστρου ουρανού γινόμαστε βασανισμένα παιδιά της γης και ύστερα παιδιά που μόνη τους έγνοια και ύστατο καταφύγιο μια θέση στις ανήλιαγες πτυχές της.
Και όταν αυτή μας δέχεται στην κρύα αγκαλιά της, μπορεί να θυμόμαστε τον απόηχο του τελευταίου χειροκροτήματος που μας έρανε από χέρια φιλικά, αλλά σίγουρα δεν θυμόμαστε το βροντερό γέλιο που ξεσπάει ολόγυρα από τον σαρκασμό ότι αφήσαμε ανεκμετάλλευτο το πιο πολύτιμο δώρο -το κλειδί που ανοίγει διάπλατα την πύλη για την ελευθερία- θύματα του θύτη εαυτού μας. Μεθυσμένοι από χαρά και ζωή, μεθυσμένοι από χρόνο
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους