Παναγιώτης Κουστένης: «Η διατήρηση της υψηλής έντασης στην πολιτική αντιπαράθεση ωφελεί κυρίως τη ΝΔ» Ο Παναγιώτης Κουστένης, επίκουρος καθηγητής στο Πανεπιστημίο Κρήτης επιμένει στην ανάλυσή του στο...
Παναγιώτης Κουστένης: «Η διατήρηση της υψηλής έντασης στην πολιτική αντιπαράθεση ωφελεί κυρίως τη ΝΔ» Ο Παναγιώτης Κουστένης, επίκουρος καθηγητής στο Πανεπιστημίο Κρήτης επιμένει στην ανάλυσή του στο ενδεχόμενο συγκρότησης νέου κόμματος από τον Α. Σαμαρά ως έναν παράγοντα που θα καθορίσει ενδεχομένως και την προεκλογική ατζέντα, η οποία είναι ακόμα υπό διαμόρφωση.
Ο ίδιος τονίζει ότι προς το παρόν η εμφάνιση της ΕΛΑΣ και της Ελπίδας φαίνεται να αφήνουν αλώβητη τη ΝΔ σε δημοσκοπικό επίπεδο, ενώ διαμορφώνεται ένα νέο δίπολο μεταξύ ΕΛΑΣ και ΝΔ, αλλά όχι ένας νέος δικομματισμός.
Τέλος, ο Π. Κουστένης παρατηρεί πως ο εκτοπισμός του ΠΑΣΟΚ από τη δεύτερη θέση, αυξάνει πιθανόν τα περιθώρια της μετεκλογικής ευελιξίας του ως προς τη διαμόρφωση κυβερνητικών συνεργασιών, ενώ ως προς τον χώρο της ριζοσπαστικής αριστεράς διαβλέπει μια τάση απαξίωσης από πλευράς των ψηφοφόρων.
Βρισκόμαστε σε μια ακήρυχτη, παρατεταμένη προεκλογική περίοδο.
Ωφελεί κάποιον –και κυρίως τη ΝΔ που τη συντηρεί– αυτή η κατάσταση; Πράγματι η περίοδος που διανύουμε έχει έντονο προεκλογικό χαρακτήρα.
Το ερώτημα πόσο μακρά και παρατεταμένη θα αποδειχθεί εξαρτάται από το πότε θα καθοριστεί η διενέργεια των αμέσως επόμενων εκλογών, τον Σεπτέμβριο-Οκτώβριο ή Μάρτιο-Απρίλιο.
Αυτή τη στιγμή τα δύο σενάρια φαντάζουν σχεδόν ομοίως πιθανά, παρότι το δεύτερο μάλλον εξακολουθεί να αποτελεί την προτίμηση του πρωθυπουργού, επικοινωνιακά τοποθετούμενο και πιο κοντά στη «θεσμική» ολοκλήρωση της τετραετίας.
Παρόλα αυτά, είναι η πρώτη φορά στα χρόνια διακυβέρνησης ΝΔ, που ένα ενδεχόμενο πρόωρων εκλογών δείχνει να κερδίζει τόσο πολύ έδαφος και οι τελικές αποφάσεις λογικά αναμένεται να ληφθούν με βάση και τις δημοσκοπήσεις που θα διενεργηθούν αμέσως μετά το καλοκαίρι.
Για την ώρα πάντως, η διατήρηση της υψηλής έντασης στην πολιτική αντιπαράθεση κρατάει ψηλά και τα επίπεδα της πολιτικής κινητοποίησης, γεγονός που ωφελεί τα κόμματα με συγκροτημένο μηχανισμό και κυρίως την Νέα Δημοκρατία η οποία θέλει να μεγιστοποιήσει τη συσπείρωσή της ξορκίζοντας τα ενδεχόμενα μιας χαλαρής ψήφου που μπορεί να εκφραστεί είτε ως ψήφος διαμαρτυρίας υπέρ άλλων κομμάτων είτε ως αποχή, ειδικά εφόσον στη συνείδηση του εκλογικού σώματος εμπεδωθεί το σενάριο διπλών εκλογών με τις πρώτες εξ αυτών να προβλέπονται άγονες ως προς την ανάδειξη νέας κυβέρνησης.
Η διενέργεια των εκλογών αμέσως μετά την ΔΕΘ, δεν θα έδινε ένα πλεονέκτημα στην κυβέρνηση; Όπως φάνηκε στις προηγούμενες εκλογές ήταν κριτήριο ψήφου η συμμετοχή στις παροχές.
Η θεωρία της οικονομικής ψήφου στην εκλογική κοινωνιολογία λέει πράγματι ότι η οικονομική πολιτική και τα σχετικά μέτρα επηρεάζουν την ψήφο, όπως επιβεβαιώθηκε κατεξοχήν στις εκλογές του 2023.
Όμως γενικά είθισται η επίδραση αυτή να είναι περισσότερο αρνητική όταν οι πολίτες ζημιώνονται, παρά θετική όταν ωφελούνται.
Η προηγούμενη τετραετία σημαδεύτηκε από την ιδιαίτερα απειλητική –και στο οικονομικό πεδίο– συνθήκη της πανδημίας, οπότε τα οικονομικά μέτρα της κυβέρνησης ειδικά στο θέμα των επιδομάτων είχαν και έναν χαρακτήρα διασωστικό, ενώ η ενίσχυση άλλων κλάδων της οικονομίας, όπως του τουρισμού, ήταν λογικό να μεταβάλλουν προς όφελος της ΝΔ ακόμα και παγιωμένες ταυτίσεις με άλλα κόμματα.
Αυτή τη στιγμή, για τη μεγάλη πλειοψηφία του εκλογικού σώματος έχει επικρατήσει η αρνητική ατζέντα του δυσβάσταχτου κόστους ζωής, η οποία δεν αναστρέφεται παρά μόνο με ριζικά οικονομικά μέτρα, όπως π.χ. την επαναφορά του 13ου μισθού που θα της ξανάδινε πιθανότατα τη νίκη, η οποία ωστόσο δεν φαίνεται ορατή.
Από την άλλη πλευρά, η τοποθέτηση των εκλογών πιο κοντά στο τέλος της τετραετίας θα έβαζε πιο ισχυρά στη συζήτηση την προοπτική της ελληνικής προεδρίας της ΕΕ, με όποια –μικρά ή μεγάλα– επικοινωνιακά οφέλη θα έχει αυτή, συνδεόμενη και με το αίτημα της κυβερνητικής σταθερότητας.
Σε κάθε περίπτωση, όλα θα εξαρτηθούν πρωτίστως από τις δημοσκοπήσεις, αλλά και από τη στάθμιση ενδεχόμενων άλλων αρνητικών εξελίξεων, σε ζητήματα κράτους δικαίου ή ακόμα και γεωστρατηγικά, στους μήνες που μεσολαβούν μέχρι την άνοιξη του 2027.
Η προεκλογική ατζέντα Αυτή την περίοδο η ΝΔ επενδύει στην ασφάλεια: τρομοκρατία, φύλαξη συνόρων, καταλήψεις, καταστολή.
Είναι αυτός ο τομέας που θα της δώσει το προβάδισμα; Εκ των πραγμάτων τα ζητήματα ασφάλειας, καταστολής, ακόμα και εξωτερικής πολιτικής φαίνεται και δημοσκοπικά ότι ακόμα αποτελούν το «ισχυρό χαρτί» της κυβέρνησης, ειδικά στον βαθμό που αυτά συμβαδίζουν με μία έκδηλη όλο και πιο συντηρητική στροφή της ελληνικής κοινωνίας σε σχέση με το παρελθόν.
Άλλωστε, σε αυτή τη συντηρητική ατζέντα φαίνεται να επικεντρώνει την κριτική του και ο Αντώνης Σαμαράς, για αυτό και η κυβέρνηση επιχειρεί να του δώσει όλο και λιγότερο χώρο, ενόψει της αναμενόμενης ίδρυση νέου κόμματος από τον ίδιο.
Πρωτίστως όμως η ΝΔ φαίνεται να επενδύει στο αίτημα της κυβερνητικής σταθερότητας, το οποίο πράγματι αναμένεται να ενισχυθεί εφόσον πράγματι από τις αμέσως επόμενες εκλογές δεν προκύψει κυβερνητική λύση και χρειαστούν επαναληπτικές.
Το ενδεχόμενο νέου κόμματος από τον Α. Σαμαρά λειτουργεί σαν δαμόκλειος σπάθη για τη ΝΔ; Προφανώς και η ΝΔ αναμένεται να έχει κάποιες απώλειες σε σχέση με τις σημερινές δημοσκοπικές καταγραφές της, οι οποίες στην εκτίμηση ψήφου –και με όλες τις μεθοδολογικές επιφυλάξεις– φαίνεται να κινούνται κοντά στο ποσοστό των προηγούμενων ευρωεκλογών.
Όμως ήδη από εκείνη την αναμέτρηση, ένα μέρος του «ρεύματος Σαμαρά» φαίνεται να έχει πάρει ήδη αποστάσεις από την κάλπη της ΝΔ. Συνεπώς, το σύνολο της εκλογικής επιρροής ενός τέτοιου κόμματος δεν αναμένεται να αποσπαστεί εξολοκλήρου από τα δημοσκοπικά ποσοστά της ΝΔ. Εντούτοις, μία κρίσιμη απώλεια της τάξης των 2 ή 3 μονάδων εκ πρώτης όψεως, θα χαμήλωνε το σημείο εκκίνησης της ΝΔ, πιθανόν μάλιστα να την έκανε να διακινδυνεύσει και το όριο του 25%, που λόγω της απώλειας του μπόνους θα της στοίχιζε και έναν σημαντικό αριθμό 20 βουλευτών περίπου.
Από την άλλη πλευρά, ακόμα και ένα ποσοστό 3-5% θα έδινε σε ένα κόμμα Σαμαρά 10-15 βουλευτικές έδρες, οι μισές των οποίων περίπου θα ήταν ιδιαίτερα εύκολες στην κατάληψή τους από αναγνωρίσιμα στελέχη σε περιφέρειες της ελληνικής επαρχίας.
Συνεπώς, ένα κύμα αποχωρήσεων προς το νέο κόμμα δεν μπορούμε να γνωρίζουμε εν τέλει πού θα καταλήξει, ενώ ταυτόχρονα θα μπορούσε να περιορίσει και τα περιθώρια δυνητικής ανάκαμψης της ΝΔ στο σενάριο δεύτερων εκλογών.
Σε κάθε περίπτωση, το εγχείρημα Σαμαρά θα μπορούσε να χαμηλώσει τον πήχη για οποιοδήποτε δεύτερο κόμμα επιχειρήσει να ανταγωνιστεί ευθέως τη ΝΔ διεκδικώντας την πλειοψηφία.
Όσο περιμένουμε το κόμμα Σαμαρά, έχει ιδρυθεί το κόμμα Τσίπρα και το κόμμα Καρυστιανού.
Ανακάτεψαν την τράπουλα; Δεν έχουμε να κάνουμε με μία ανακατάταξη του κομματικού συστήματος, αλλά με μία αναδιάταξη του χώρου της αντιπολίτευσης.
Η εμφάνιση των δύο νέων κομμάτων φαίνεται για την ώρα να αφήνουν αλώβητη τη ΝΔ σε δημοσκοπικό επίπεδο, ενώ παράλληλα δείχνουν αυτή τη στιγμή να οδηγούν κάτω από το όριο του 3% ισάριθμα κόμματα (εν προκειμένω τον ΣΥΡΙΖΑ και τη Νίκη). Ενδεχομένως μια αντίστοιχη επίδραση να έχει η ίδρυση ενός κόμματος Σαμαρά, βλάπτοντας όμως και τη ΝΔ αυτή τη φορά.
Σε κάθε περίπτωση, μεγάλες μεταβολές ως προς τη σύνθεση ή την πολυμορφία του σημερινού κοινοβουλευτικού τοπίου ίσως δεν θα αναμένονταν.
Ως προς τη διάταξη των πολιτικών δυνάμεων προφανώς η κύρια μεταβολή αφορά τον εκτοπισμό του ΠΑΣΟΚ από τη δεύτερη θέση και την ανάδειξη της ΕΛΑΣ του Αλέξη Τσίπρα στον ρόλο του βασικού αντιπάλου της ΝΔ, μειώνοντας για πρώτη φορά τη δημοσκοπική διαφορά ακόμα και κάτω από τις 10 μονάδες για την ώρα, ως προς την πρόθεση ψήφου, αλλά όχι και στην εκτίμηση.
Δεν αποκλείεται πάντως μια εμφάνιση κόμματος Σαμαρά να βλάψει ελαφρώς και το κόμμα Τσίπρα, αντλώντας ένα μικρό έστω μέρος απογοητευμένων πρώην ψηφοφόρων της ΝΔ που αυτή τη στιγμή συντάσσονται με εκείνον σε μια εκδικητική λογική, χωρίς όμως να εκφράζονται και πολιτικά.
Το ψαλίδισμα δηλαδή της ΝΔ που θα επέφερε ένα κόμμα Σαμαρά μπορεί να μην μεταφράζεται απολύτως ισόποσα και σε κλείσιμο της διαφοράς μεταξύ ΝΔ και ΕΛΑΣ.
Οι ανταγωνισμοί Αυτή η δημοσκοπική εικόνα δείχνει δηλαδή έναν διπολισμό μεταξύ ΝΔ και ΕΛΑΣ.
Μπορεί να αποτυπωθεί και εκλογικά ένας νέος δικομματισμός; Πράγματι, με τον τρόπο που περιγράψαμε φαίνεται να διαμορφώνεται δημοσκοπικά ένα νέο δίπολο, αλλά όχι προς το παρόν με τους αριθμητικούς όρους του παραδοσιακού πολωμένου δικομματισμού, δεδομένου ότι η πρωτιά της ΝΔ δείχνει να παραμένει ακόμα ασφαλής.
Δεν θυμίζει δηλαδή τον διπολισμό του 2012 μεταξύ ΝΔ και ΣΥΡΙΖΑ, όταν η διαφορά ανάμεσά τους ήταν σχεδόν οριακή και δυνητικά αναστρέψιμη, οδηγώντας μάλιστα και τα δύο κόμματα σε μια σημαντική αύξηση των δυνάμεών τους από τον Μάιο στον Ιούνιο.
Τώρα δεν διαφαίνεται κάτι παρόμοιο, καθώς απέχουμε σημαντικά από το σενάριο ενός επί ίσοις όροις ανταγωνισμού μεταξύ των δύο κομμάτων.
Για την ώρα δηλαδή ο νέος διπολισμός αποτελεί απλά μια σαφώς βελτιωμένη εκδοχή του μέχρι πρότινος καταγραφόμενου μεταξύ ΝΔ και ΠΑΣΟΚ. Το ΠΑΣΟΚ είναι ο πρώτος χαμένος από αυτή την εξέλιξη.
Μπορεί να ανακάμψει; Έχει χάσει ανεπιστρεπτί την παρουσία του ως κόμμα εξουσίας; Μετά το πρώτο σοκ που υπέστη δημοσκοπικά το ΠΑΣΟΚ, δείχνει να σταθεροποιείται ξανά σε ποσοστά οριακά διψήφια και δύσκολα θα συμπιεστεί περαιτέρω.
Ο κύριος όγκος των δυνάμεών του άλλωστε εξακολουθεί να εντοπίζεται στην επαρχία και ειδικά σε περιφέρειες όπου είχε σίγουρη την εκλογή βουλευτή, κυρίως σε τριεδρικές και δυεδρικές.
Αυτή η συνθήκη δεν δείχνει να ανατρέπεται, έτσι ώστε να ωθήσει σε μαζική μεταπήδηση στελεχών από το ΠΑΣΟΚ στην ΕΛΑΣ, η οποία που πράγματι θα σηματοδοτούσε και περαιτέρω μαζική διαρροή ψηφοφόρων.
Γεγονός που χαράσσει άλλωστε και τα πολιτικά όρια του επιχειρούμενου rebranding Τσίπρα, που εντέλει περιορίζεται κυρίως –και ομολογουμένως επιτυχημένα– στους όρους της επικοινωνιακής τακτικής του.
Από την άλλη πλευρά, ο εκτοπισμός του ΠΑΣΟΚ από τη δεύτερη θέση, αυξάνει πιθανόν τα περιθώρια της μετεκλογικής ευελιξίας του ως προς τη διαμόρφωση κυβερνητικών συνεργασιών, καθώς δείχνει να χάνει πράγματι ανεπιστρεπτί τη μάχη της δεύτερης θέσης και τον ρόλου του βασικού αντιπάλου της σημερινής κυβέρνησης. Ο ΣΥΡΙΖΑ είναι σε φάση αυτοδιάλυσης, προκειμένου να ενταχθεί με κάποιον τρόπο στην ΕΛΑΣ.
Οι ψηφοφόροι του ΣΥΡΙΖΑ θεωρούνται δεξαμενή της ΕΛΑΣ; Εκ των πραγμάτων το μεγαλύτερο μέρος των ψηφοφόρων της ΕΛΑΣ προέρχονται από την δεξαμενή του ΣΥΡΙΖΑ του 2023.
Αυτά τα περιθώρια πλέον έχουν περιοριστεί, αν δεν έχουν ήδη εξαντληθεί, δεδομένου ότι οι εναπομείναντες οπαδοί του ΣΥΡΙΖΑ, όπως και της Νέας Αριστεράς δεν υιοθετούν το νέο εγχείρημα Τσίπρα με τους όρους που αυτό εξελίσσεται απέναντι στους πρώην συντρόφους του.
Δεν μπορεί βέβαια να αποκλειστεί το ενδεχόμενο κάποιοι από τους εναπομείναντες ψηφοφόρους να στηρίξουν στο τέλος την ΕΛΑΣ, θεωρώντας ότι δεν έχουν άλλη εξίσου αποτελεσματική επιλογή απέναντι στην ΝΔ. Αλλά σίγουρα μια τέτοια λογική δεν αφορά πλέον το σύνολο των ψηφοφόρων του ΣΥΡΙΖΑ του 2023.
Αποχή και διπλές κάλπες Στις προηγούμενες εκλογές είχαμε πολύ υψηλό ποσοστό αποχής.
Αυτή η μερίδα κόσμου, σε περίπτωση που προσελκύσει τις κάλπες μπορεί να αλλάξει το εκλογικό τοπίο; Νομίζω ότι αυτή είναι μια ιδιαίτερα φιλόδοξη εκτίμηση ότι το εκλογικό αποτέλεσμα των επόμενων βουλευτικών εκλογών μπορεί να ανατραπεί ή να επανακαθοριστεί σημαντικά από τους απέχοντες των προηγούμενων.
Άλλωστε οι αναλύσεις έδειχναν εδώ και καιρό ότι όσοι από τους ψηφοφόρους που συστηματικά απείχαν τα τελευταία χρόνια σκέφτονται να επανακάμψουν στην κάλπη, σε πρώτη φάση είχαν ως κύρια επιλογή το κόμμα Καρυστιανού, το οποίο ωστόσο δείχνει να βρίσκεται σε δημοσκοπική πτώση.
Σημαντικότερο, όπως συζητήσαμε, φαίνεται να είναι ένα πιθανό νέο ρεύμα αποχής που αυτή τη φορά θα μπορούσε να βλάψει την ΝΔ, ειδικά εφόσον παγιωθεί η αντίληψη του σεναρίου των «άγονων» πρώτων εκλογών.
Εντούτοις, αυτό σε έναν βαθμό μπορεί να αποσοβηθεί από την κινητοποίηση στελεχών και κυρίως υποψηφίων της ΝΔ που ήδη παρατηρείται, ακόμα ενδεχομένως και εκείνων που κινούνται κριτικά απέναντι στη σημερινή της ηγεσία.
Διότι στο σενάριο των διπλών εκλογών, ακόμα και αν οι πρώτες δεν δώσουν κυβέρνηση, είναι αυτές που θα καθορίσουν μέσω του σταυρού προτίμησης την σειρά επιτυχίας των υποψηφίων στις δεύτερες, οι οποίες θα διεξαχθούν με λίστα.
Δημοσκοπική κάμψη καταγράφουν και τα κόμματα της ριζοσπαστικής αριστεράς, με τη Νέα Αριστερά να εμφανίζεται πια ισχνή και το ΜέΡΑ25 να μην ξεπερνά το όριο εισόδου στη Βουλή.
Ποια εκτιμάς ότι θα είναι η πορεία τους; Το ΜέΡΑ25 φαίνεται ότι παλεύει με κάποιες αξιώσεις την είσοδό του στη Βουλή στις πρώτες κάλπες, αλλά σε περίπτωση δεύτερων εκλογών είναι πιθανόν να συμπιεστεί σημαντικά.
Για τη Νέα Αριστερά, η επιλογή της αυτόνομης καθόδου νομίζω ότι δεν δίνει σχεδόν καμία προοπτική, ειδικά μετά την αποχώρηση των έξι βασικών κοινοβουλευτικών στελεχών του.
Άλλωστε αυτός ο χώρος από το 2023 και μετά έχει βιώσει αλλεπάλληλες διαψεύσεις, που τον οδηγούν εν πολλοίς σε μια στάση απαξίωσης, ενώ κάτι ανάλογο μάλλον αρχίζει να κυριαρχεί αυτή τη στιγμή και στον εναπομείναντα χώρο του ΣΥΡΙΖΑ, μετά και τους χειρισμούς της ηγεσίας του Σ. Φάμελλου.
Έχουμε γυρίσει σε κόμματα απολύτως προσωποπαγή Η ανανέωση του πολιτικού προσωπικού πάντως είναι μια παράμετρος που προτάσσεται όταν συζητούμε τη στρατηγική των κομμάτων και πώς θα αποκτήσουν μια νέα δυναμική.
Πράγματι η ανάδειξη νέων και άφθαρτων προσώπων στην πολιτική σκηνή είναι ένα ζητούμενο.
Αυτό έδειξε άλλωστε και η αρχική δημοσκοπική υποδοχή της Μαρίας Καρυστιανού πριν ακόμα δημιουργήσει το κόμμα.
Από την άλλη πλευρά, μια τέτοια ριζική ανανέωση επιχειρεί σε επίπεδο ηγετικής ομάδας ο Αλέξης Τσίπρας παίρνοντας αποστάσεις από το κυβερνητικό και κομματικό παρελθόν του.
Εντούτοις, ο ίδιος παραμένει ένα πρόσωπο δοκιμασμένο και συνδεδεμένο με την παλιά εποχή, γεγονός που για την ώρα αποτελεί ίσως και τον βασικό περιορισμό του, κυρίως ως προς την απεύθυνση σε καινούργια για αυτόν πολιτικά κοινά, που θα ήταν και το κυριότερο στοιχείο για να τον καταστήσει ανταγωνιστικό απέναντι στον Κυριάκο Μητσοτάκη.
Από την άλλη, στην περίπτωση της ΕΛΑΣ μιλάμε για μια ανανέωση στελεχών που δεν έχει προκύψει από την κοινωνική ή την κομματική βάση, αλλά από τις επιλογές του αρχηγού.
Νομίζω ότι το καινούργιο στοιχείο που ζούμε, και όχι μόνο για την Αριστερά, αλλά γενικά για το κομματικό σύστημα στην Ελλάδα είναι ότι έχουμε γυρίσει σε κόμματα παλαιού τύπου, κόμματα απολύτως προσωπαγή γύρω από τον ηγέτη.
Έχει ανατραπεί πλήρως δηλαδή το στοιχείο που έφερε η νεωτερικότητα στα πολιτικά συστήματα, ότι ο κύκλος ζωής των πολιτικών κομμάτων ήταν μεγαλύτερος από τον κύκλο του πολιτικού βίου του αρχηγού τους.
Ανάλογα προσωπαγής πλέον εμφανίζεται και η ΝΔ υπό τον Κυριάκο Μητσοτάκη μετά και την αποστασιοποίηση των πρώην ηγετών της, ενώ το κόμμα Σαμαρά (που όλα δείχνουν ότι θα είναι μίας χρήσης και ειδικού σκοπού) έρχεται και αυτό να προστεθεί στον κατάλογο άλλων αντίστοιχων κομμάτων που έκαναν την εμφάνισή τους ακόμα και πολύ πριν το 2023. Ιωάννα Δρόσου Η ΕΠΟΧΗ
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους