[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

ΕΣΥ αθάνατε νεκρέ, με τα χέρια σου τα δοξασμένα αρραβώνιασες τα Ελληνόπουλα, κι εγώ με τα θνητά μου χέρια, τα πήρα μέσα απ’ την ανεμοζάλη της ζωής και τα στεφάνωσα για μνημόσυνό σου. ΜΕΣΑ στην...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

ΕΣΥ αθάνατε νεκρέ, με τα χέρια σου τα δοξασμένα αρραβώνιασες τα Ελληνόπουλα, κι εγώ με τα θνητά μου χέρια, τα πήρα μέσα απ’ την ανεμοζάλη της ζωής και τα στεφάνωσα για μνημόσυνό σου.

ΜΕΣΑ στην ανεμοζάλη της ζωής, στο αγριοβόρι της ξενιτιάς, την ξέχασε την τρυφερή παιδούλα, την αρραβωνιαστική του, που μια μέρα ―το θυμάται σαν όνειρο― μέσα σε χαρές, σε γέλια τον αρραβώνιασε ο γέρος ο παππάς.

Στ’ αυτιά του αντιλαλούνε αδύνατα τώρα οι ευχές και τα προφητικά τραγούδια που πρόλεγαν τον ερχομό του τον καλό.

Θαμπά, θαμπά, τη βλέπει και την ξανθή παιδούλα, μισοφοβισμένη να κρύβεται στης μανούλας της την ποδιά.

Τίποτε δεν σβήσθηκε, μα η ξενιτιά είναι ξενιτιά, και τώρα η καρδιά του κτυπά για μια μελαχρινή βλάχα που έχει μέλι στα χείλη και μάγια στη ματιά και τον μάγεψε.

Μεθά το λεβεντόπαιδο με κρασί δ ρ α γ α σ ά ν ι, πίνει της Διμποβίτσας το νερό και ξεπλένει το μύρο του το άγιο, της βλάβας η αμαρτωλή αναπνοή . Τι τους πειράζει σαν την αγαπά τη ξένη; Μη δεν στέλνει στη μάνα του το μερτικό της απ’ τον ίδρω του; Μήπως για την πατρίδα δεν λύνει πρώτος τη σακούλα του και δεν είναι πάντα έτοιμος να χύσει το αίμα του για να την ελευθερώσει; Τι τους πειράζει, η βλάχα με την κεντημένη την ποδιά και με τα φλουριά; Α… θα την πάρει γυναίκα του και να το μάθουν όλοι, και να φυτρώνουν όπου δεν τους σπέρνουν, γιατί αν τον παραθυμώσουν, θα ξεχάσει και της μάνας του το γάλα, και της πατρίδας του τα χώματα, και του γέρου του παππά το μύρο και για όλα, μα για όλα η αγάπη του θα τον παρηγορήσει.

Και ποιος τους είπε να τον αρραβωνιάσουνε παιδί ανήλικο έτσι τυφλά, αρώτηχτα; Η κοιμισμένη του καρδιά ξύπνησε και ούτε καν θυμάται το πλάνο όνειρο, μόνο βλέπει την αλήθεια την παχουλή βλάχα με φλόγα στα μάτια που θαμπώνει τα φλουριά της.

Βουτά τη γραφίδα στης καρδιάς του τη λαύρα και γράφει γραφή φαρμακωμένη και στέλνει στην πατρίδα.

Ανατριχά σαν συλλογίζεται τη γριά μάνα του να τραγουδεί Αρβανίτικα εκείνη τη φαρμακερή κατάρα για τον Δούναβη.

Άδικα τους έστειλε τη γραφή· ο γέρος ο παππάς δεν την διάβασε στη μάνα του.

Εκείνη έχασε το φως της.

Πολλούς ξενίτεψε και πολλούς έθαψε και για τη ξενιτιά και για το χάρο, πολλά δάκρυα έχυσε και τώρα έσβησε το φως της και δεν βλέπει την ερημιά της. * * * Ο Φίλιππος άμα έμαθε την συμφορά, έτρεξε στο χωριό του.

Άδικα η βλάχα ζαχαρομιλεί.

Πετά εκείνος μακριά απ’ τα μάγια της.

Πετά να γλυκοφιλήσει τα σβησμένα μάτια, να πάρει την ευχή.

Στα δρόμο ένας πατριώτης τον παρηγορεί. ― Μη νοιάζεσαι· σαν έχασε η κερά Μήτραινα τα μάτια της, έτρεξε η Αγγελικούλα και κλείσθηκε στο σπίτι μέσα και την καλοκοιτάζει σαν κόρη της αληθινή, αν και ξέρει πως την έχεις ξεχασμένη. Ο Φίλιππος κοκκίνισε.

Το σπίτι το ίδιο· όλο καθάρια γύρω, όλα λαμπρά· στον τοίχο κρέμεται το καριοφίλι του πατέρα του.

Η γωνιά χύνει γύρω κόκκινο φως παιχνιδιάρικο και φωτίζει τη γριά μάνα του.

Πάντα εύμορφη, αρχοντικιά μέσα στης χήρας τη μαύρη φορεσιά που την φορεί αντρόπιαστα τριάντα χρόνια.

Τα μάτια της μεγάλα, πιο μεγάλα, μα σβησμένα δεν φωτίζουν το λιωμένο πρόσωπό της.

Στάθηκε και την έβλεπε τη μάνα την αγαπημένη, που ο ίσκιος της εστοίχειωσε το σπίτι.

Θαρρείς ήθελε να μετρήσει όλα τα ποτάμια τα δάκρυα που έχυσε, και να ξεχωρίσει το πιο φαρμακεμένο, εκείνο που έσβησε το φως της.

Η αγκαλιά ανοίγεται ολόθερμη, τον σφίγγει, τα χείλη κάτι λένε, τα μάτια χύνουν δάκρυα γλυκά.

Τον ψηλαφά. Μεγάλωσε· Χριστός και Παναγιά, παλικάρι.

Η φωνή του της θυμίζει το Μήτρο· Αν είχε τα ματάκια της, θα τους έβλεπε αχόρταστα.

Μα έτσι ήθελ’ ο Θεός. ― Ε, ας μη σε βλέπω εγώ.

Τα ψηλά βουνά, οι κρουσταλλένιες βρύσες σε είδανε.

Πάτησες της μεγάλης μάνας, της πατρίδας, το χώμα.

Σηκώνει το λιωμένο χέρι της, στηλώνει στην καπνισμένη οροφή τη σβησμένη ματιά της και λέγει μέσ’ απ’ τα φυλλοκάρδια της. ― Έχε την ευχή μου. * * * Συγγενείς, γειτόνισσες, πλημμύρησαν το σπίτι και μια πεντάμορφη ξανθούλα με πλεξίδα ολόχρυση για όλους φροντίζει, όλους τους κερνά και στρώνει τραπέζι να φάνε και να χαιρετίσουνε. ― Και ο γέρος ο παππάς; ― Ζει και βασιλεύει. ― Θα τρέξω να φιλήσω το χέρι του.

Δύο πατριωτάκια τον φέρνουνε και λέγει: ― Μη λαβαίνεις τον κόπο.

Ήρτα εγώ.

Όλοι σηκώθηκαν με σεβασμό.

Ο γέρος ευλόγησε το τραπέζι και αφού ήπιανε για το «κ α λ ώ ς ό ρ ι σ ε ς» και για τη μάνα την καλότυχη και για τον γιο, ο γέρος ο παππάς σήκωσε την τσότρα αψηλά, εσιγότρεμαν τα γεροντικά δάχτυλά του, έτρεμε και η φωνή του και είπε. ― Εγώ πίνω στην υγειά της Αγγελικούλας που σαν άγγελος κοίταξε την κερά Μήτραινα στην αρρώστια της. Η Αγγελικούλα κοκκίνισε· τα μάτια της τα θαλασσιά γέμισαν από δάκρυα και του Φιλίππου η ματιά είδε το δαχτυλίδι του στο δάχτυλό της και τα τριαντάφυλλα που άνθισαν στο πρόσωπό της.

Η βλάχα κοκκίνιζε μόνο με το κρασί· τέτοια τριαντάφυλλα ποτέ δεν την περέχυσαν. ― Σ’ ευχαριστώ, παπά, που ήπιες για την Αγγελικούλα μου, είπε ο Φίλιππος, κι έδωκε την τσότρα απ’ τα χείλη του στην Αγγελικούλα.

Ψαλμοί, παιχνίδια, γέλια, αντήχησαν στο βουβό χωριό· πιστολιές συχνά συχνά φοβίζουν τα πουλάκια.

Ο γέρος ο παππάς φορεί τα ολόχρυσα άμφιά του, χαρούμενος που αξιώθηκε να ευλογήσει το γάμο των παιδιών που τ’ αρραβώνιασε μικρά μικρά.

Η κυρά Μήτραινα έβγαλε της χηρείας τη φορεσιά και λάμπει από χαρά όλο το πρόσωπό της κι ας είναι σβησμένα τα μάτια της.

Ο γαμπρός λεβέντης, η νύφη πεντάμορφη ντροπαλή, οι καλεσμένοι, όλο το χωριό χαρούμενοι.

Η εκκλησιά φωτοπεριχυμένη θυμίζει την ανάσταση· και αληθινά ανεστήθηκε ένας νεκρός Λάζαρος, μια πεθαμένη αγάπη. ΓΑΜΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΠΑΠΑΛΟΠΟΥΛΟΥ https://logotechnikoistologio.wordpress.com/2019/05/29/%ce%b4%ce%b9%ce%b7%ce%b3%ce%b7%ce%bc%ce%b1%cf%84%ce%b1-3-%ce%b1%ce%bb%ce%b5%ce%be%ce%b1%ce%bd%ce%b4%cf%81%ce%b1-%cf%80%ce%b1%cf%80%ce%b1%ce%b4%ce%bf%cf%80%ce%bf%cf%85%ce%bb%ce%bf%cf%85/#4

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης - Επικοινωνία
Update cookies preferences