Το ανεκπλήρωτο δικαίωμα στο όνειρο… Την περίοδο του κινήματος κατά της παγκοσμιοποίησης και του νεοφιλελευθερισμού ανακάλυψα μέσα από τα γραπτά τους δυο Αμερικάνους συγγραφείς. Ένα από την Βόρεια...
Το ανεκπλήρωτο δικαίωμα στο όνειρο… Την περίοδο του κινήματος κατά της παγκοσμιοποίησης και του νεοφιλελευθερισμού ανακάλυψα μέσα από τα γραπτά τους δυο Αμερικάνους συγγραφείς.
Ένα από την Βόρεια Αμερική, την Ναόμι Κλάιν γνωστή παγκοσμίως για την οξεία κριτική που ασκεί στον νεοφιλελεύθερο καπιταλισμό και την παγκοσμιοποίηση και τον Εντουάρντο Γκαλεάνο από την Νότια Αμερική με το ιδιαίτερο ύφος του, κατάφερε να παντρέψει τη δημοσιογραφική έρευνα, την πολιτική ανάλυση, την ιστορική μνήμη και την ποίηση.
Σήμερα λοιπόν καταπιάστηκα με ένα απόσπασμα από το βιβλίο του «Ένας κόσμος ανάποδα» που αναφέρεται μεν στα παιδιά αλλά καλύπτει ένα μεγάλο κομμάτι της κοινωνικής συμπεριφοράς της εποχής μας.
Αν υπάρχει κάτι που εξοργίζει περισσότερο έναν αστό από την ιδέα της επανάστασης, είναι η ιδέα ότι κάποιος μπορεί να τον κοιτάξει στα μάτια και να βάλει τα γέλια. Ο Εντουάρντο Γκαλεάνο δεν κάνει τίποτε άλλο σε αυτό το απόσπασμα, κοιτάζει το οικοδόμημα του δυτικού, καπιταλιστικού μας πολιτισμού, αυτό το περιβόητο «τέλος της Ιστορίας» που μας σερβίρουν οι επαγγελματίες της εξουσίας και διαπιστώνει το προφανές.
Ότι το τσίρκο λειτουργεί πια με τους θεατές δεμένους στα καθίσματα και τους κλόουν στη θέση των διευθυντών.
Ξεκινάει, λοιπόν, ο Ουρουγουανός από τα παιδιά.
Και πού αλλού να ξεκινήσει; Στο δικό μας «σχολείο του κόσμου», η παιδική ηλικία δεν είναι ηλικία, είναι μια βίαιη, σχεδόν στρατιωτική προετοιμασία για το ταξικό μας πεπρωμένο.
Τα παιδιά των πλουσίων εκπαιδεύονται να γίνουν χρήμα.
Όχι απλώς να έχουν χρήμα, αλλά να σκέφτονται σαν τραπεζικός λογαριασμός, να αναπνέουν σαν μετοχή, να ερωτεύονται με όρους απόδοσης κεφαλαίου.
Μαθαίνουν από τα γεννοφάσκια τους πως η ανθρώπινη αξία αποτιμάται σε ισολογισμούς.
Τα παιδιά των φτωχών, από την άλλη, αντιμετωπίζονται ως απόβλητα μιας παραγωγικής διαδικασίας που δεν τα χρειάζεται πια, παρά μόνο ως φθηνό αναλώσιμο υλικό.
Η κοινωνία τα πετάει στον κάδο των αχρήστων πριν καν προλάβουν να μάθουν την αλφαβήτα, σπρώχνοντάς τα με μαθηματική ακρίβεια στο περιθώριο.
Και η περίφημη μεσαία τάξη; Αυτή η αιώνια καταδικασμένη μάζα που τρέμει μην πέσει παρακάτω και ονειρεύεται να ανέβει παραπάνω, αφήνει τα παιδιά της στον ηλεκτρονικό ναρκωτισμό της τηλεόρασης.
Τους μαθαίνει από κούνια τη μεγαλύτερη αρετή του σύγχρονου σκλάβου, την υπακοή χωρίς αντίρρηση, την καταστολή της φαντασίας, την αποδοχή της μιζέριας ως φυσικού νόμου. «Πολλή μαγεία και πολλή τύχη έχουν στη ζωή τους τα παιδιά που εξακολουθούν να παραμένουν παιδιά», λέει ο Γκαλεάνο, και μέσα σε αυτή τη φράση συμπυκνώνεται όλη η τραγωδία μιας ανθρωπότητας που δολοφονεί το ίδιο της το μέλλον.
Ύστερα, ο Γκαλεάνο διαπράττει το απόλυτο έγκλημα καθοσιώσεως.
Ενώ οι διάφοροι διεθνείς οργανισμοί, ο ΟΗΕ και λοιπές γραφειοκρατικές φιλανθρωπικές εταιρείες, συντάσσουν εκθέσεις, χάρτες και διακηρύξεις που χρησιμεύουν μόνο για να γεμίζουν τις βιβλιοθήκες των υπουργείων και να δικαιολογούν τους μισθούς των τεχνοκρατών, εκείνος θυμάται το μοναδικό δικαίωμα που δεν γράφτηκε ποτέ σε κανένα σύνταγμα.
Το δικαίωμα στο όνειρο.
Όχι στο όνειρο της καταναλωτικής ευημερίας, όχι στο όνειρο του "αμερικανικού παραδείσου" με το γκαζόν και το διπλό γκαράζ, αλλά στο δικαίωμα της συλλογικής φαντασίας.
Διότι τι μας λέει, επί της ουσίας, ο συγγραφέας; Πως αν η πραγματικότητα που ζούμε είναι μια οργανωμένη παράνοια, αν η καθημερινότητά μας ορίζεται από τη λογική του κέρδους και του φόβου, τότε η μόνη υγιής αντίδραση είναι να απαιτήσουμε το δικό μας «παραλήρημα». Και στήνει μια ουτοπία που δεν έχει καμία σχέση με τις γλυκανάλατες χριστιανικές ή σοσιαλιστικές παραδείσους.
Στον δικό του κόσμο, τα πράγματα μπαίνουν στη θέση τους με μια σχεδόν αναρχική ειρωνεία.
Φανταστείτε το: τα σκυλιά συνθλίβουν τα αυτοκίνητα στους δρόμους, εκδικούμενα την ασφάλτινη δικτατορία.
Η τηλεόραση παύει να είναι ο οικογενειακός τοτέμ-θεός που προσκυνάμε κάθε βράδυ στο σαλόνι και παίρνει τη θέση που της αξίζει, δίπλα στο ηλεκτρικό σίδερο και το πλυντήριο —μια απλή, άψυχη συσκευή που την αφήνεις στην άκρη όταν τελειώσει η δουλειά της.
Ο άνθρωπος απελευθερώνεται από τη φασιστική επιτήρηση του υπολογιστή και την εξαγορά του σούπερ μάρκετ.
Και το κυριότερο; η εργασία παύει να είναι ο μοναδικός σκοπός της ύπαρξης.
Ζεις για να ζεις, κι όχι για να παράγεις.
Μάλιστα, ο Γκαλεάνο προτείνει να ποινικοποιηθεί η βλακεία.
Ποια βλακεία; Αυτή που θεωρεί την κατοχή αγαθών ανώτερη από την ίδια τη ζωή.
Αυτή που μετράει την ευτυχία με το ΑΕΠ, την ανάπτυξη με το τσιμέντο και την ποιότητα ζωής με το μέγεθος της πισίνας.
Στη δικιά του δικονομία, ο άνθρωπος που ζει για να συσσωρεύει είναι ένας κοινός εγκληματίας απέναντι στον εαυτό του και τη φύση, ένας αυτόχειρας που δεν το γνωρίζει.
Η ζωή, αντιθέτως, δικαιώνεται μέσα από την απλή, αυθόρμητη εκδήλωσή της: όπως τα πουλιά που κελαηδούν χωρίς να περιμένουν χειροκρότημα και τα παιδιά που παίζουν χωρίς να αναζητούν χρησιμότητα.
Και πάμε παρακάτω, στα μεγάλα και τα βαριά της πολιτικής.
Καταργείται η στρατιωτική θητεία για όσους αρνούνται να σκοτώσουν, και φυλακίζονται όσοι επιμένουν να θέλουν να γίνουν στρατιώτες.
Ο πόλεμος δεν στρέφεται πια εναντίον των φτωχών, αλλά εναντίον της ίδιας της φτώχειας, υποχρεώνοντας τη στρατιωτική βιομηχανία να βάλει λουκέτο.
Οι οικονομολόγοι υποχρεώνονται να μάθουν ελληνικά —δηλαδή να καταλάβουν τι σημαίνει «οίκος» και «νόμος»— και παύουν να αποκαλούν την αλόγιστη κατανάλωση «επίπεδο ζωής». Η τροφή και η επικοινωνία παύουν να είναι εμπορεύματα, γιατί αναγνωρίζονται ως θεμελιώδη δικαιώματα.
Η δικαιοσύνη και η ελευθερία, αυτά τα δύο σιαμαία αδέλφια που τα διαζευγμένα καθεστώτα τα έβαλαν να μισούν το ένα το άλλο, ξανασμίγουν πλάτη με πλάτη.
Και ποιους βάζει στην εξουσία; Όχι τους γραβατωμένους τεχνοκράτες της Παγκόσμιας Τράπεζας ή τους επαγγελματίες σωτήρες της πολιτικής.
Βάζει τις μαύρες γυναίκες στη Βραζιλία και τις ΗΠΑ, τις ινδιάνες στη Γουατεμάλα και το Περού.
Και στην Αργεντινή, ανακηρύσσει ως το μοναδικό πρότυπο πνευματικής υγείας τις «Τρελές της Πλάζα ντε Μάγιο». Διότι σε έναν κόσμο που επέβαλε τη λήθη για να συγχωρέσει τους βασανιστές, τους δικτάτορες και τους καταχραστές, το να αρνείσαι να ξεχάσεις θεωρείται τρέλα.
Κι όμως, αυτή η «τρέλα» της μνήμης είναι η μόνη εγγύηση ότι παραμένουμε άνθρωποι.
Ακόμη και η θρησκεία αναγκάζεται να κάνει την αυτοκριτική της. Η Εκκλησία καλείται να διορθώσει τα τυπογραφικά της λάθη στις Πλάκες του Νόμου: η έκτη εντολή προστάζει πλέον να τιμάμε το ανθρώπινο σώμα, ενώ προστίθεται και μια νέα εντολή που ο Θεός ξέχασε να υπαγορεύσει: «Αγάπα τη φύση, μέρος της οποίας είσαι κι εσύ». Έτσι, τα δάση ξαναβλασταίνουν όχι μόνο στη λεηλατημένη γη, αλλά και στις ερημωμένες, τσιμεντωμένες ψυχές μας. Ο Γκαλεάνο δεν είναι αφελής.
Ξέρει πολύ καλά ότι η τελειότητα είναι μια βαρετή εφεύρεση των θεών.
Δεν μας υπόσχεται έναν κόσμο αγγελικά πλασμένο, χωρίς αντιφάσεις ή πόνους.
Μας προσφέρει όμως κάτι πολύ πιο επικίνδυνο για το σύστημα: μας προσφέρει την επιστροφή στις αισθήσεις μας.
Την επαναφορά του σώματος, της φύσης, του γέλιου, της αλληλεγγύης και του έρωτα στη θέση των εμπορευμάτων.
Στο κάτω-κάτω της γραφής, το κείμενο αυτό δεν είναι μια απλή λογοτεχνική άσκηση ούτε ένα ευχολόγιο.
Είναι μια ευθεία βολή ενάντια στην πνευματική μας τεμπελιά και την παραίτηση.
Μας λέει πως αν ο κόσμος βαδίζει με το κεφάλι, δεν φταίει η βαρύτητα.
Φταίμε εμείς που συνηθίσαμε να βλέπουμε το ταβάνι για πάτωμα και αποδεχτήκαμε τη σκλαβιά μας σαν φυσικό φαινόμενο.
Και μας καλεί να τον αναποδογυρίσουμε ξανά — αυτή τη φορά για να τον στήσουμε στα πόδια του.
Το σχολείο του κόσμου απ’ την ανάποδη Ένας κόσμος ανάποδα – Εντουάρντο Γκαλεάνο ( αποσπάσματα)** Μέρα με τη μέρα, τα παιδιά στερούνται το δικαίωμα να είναι παιδιά.
Η πραγματικότητα, που περιγελά αυτό το δικαίωμα, επιβάλλει τα διδάγματά της στην καθημερινή ζωή.
Η κοινωνία μεταχειρίζεται τα παιδιά των πλουσίων σαν να είναι χρήμα, ώστε κι εκείνα σιγά σιγά να συνηθίζουν να δρουν σαν το χρήμα.
Η κοινωνία μεταχειρίζεται τα παιδιά των φτωχών σαν να είναι σκουπίδια, ώστε να τα μετατρέψει σιγά σιγά σε σκουπίδια.
Και τα παιδιά της μεσαίας τάξης, τα παιδιά που δεν είναι ούτε πλούσια ούτε φτωχά, η κοινωνία τα κρατάει δεμένα στο πόδι της τηλεόρασης, ώστε από πολύ νωρίς να αποδεχτούν, σαν κάτι το αναπότρεπτο, μια ζωή φυλακισμένη.
Πολλή μαγεία και πολλή τύχη έχουν στη ζωή τους τα παιδιά που εξακολουθούν να παραμένουν παιδιά.
Παρότι δεν μπορούμε να μαντέψουμε πως θα είναι τα επόμενα χρόνια, έχουμε τουλάχιστον το δικαίωμα να ονειρευτούμε πώς θα θέλαμε να είναι.
Το 1948 και το 1976 ο Οργανισμός Ηνωμένων Εθνών διατύπωσε οικουμενικές διακηρύξεις με εκτενείς καταλόγους ανθρώπινων δικαιωμάτων αλλά η μεγάλη πλειοψηφία της ανθρωπότητας δεν έχει κανένα άλλο δικαίωμα εκτός από το δικαίωμα να βλέπει, να ακούει και να σιωπά.
Τι θα γίνει αν αρχίσουμε να ασκούμε το δικαίωμα στο όνειρο που δεν διακηρύχθηκε ποτέ; Τι θα γίνει αν για μια στιγμούλα αφεθούμε στο παραλήρημα; Ας διαπεράσει το βλέμμα μας το όνειδος και ας ονειρευτούμε έναν άλλο κόσμο όπου: Ο αέρας θα είναι καθαρός, απαλλαγμένος από το μικρόβιο του ανθρώπινου φόβου και από τα ανθρώπινα πάθη.
Στους δρόμους τα σκυλιά θα συνθλίβουν αυτοκίνητα.
Τους ανθρώπους δεν θα τους ελέγχει το αυτοκίνητο, δε θα τους προγραμματίζει ο υπολογιστής, δε θα τους εξαγοράζει το σούπερ μάρκετ, δε θα τους παρακολουθεί η τηλεόραση.
Η τηλεόραση θα πάψει να είναι το πιο σημαντικό μέλος της οικογένειας και θα της συμπεριφερόμαστε όπως στο σίδερο ή το πλυντήριο ρούχων.
Οι άνθρωποι θα δουλεύουν για να ζήσουν, αντί να ζουν για να δουλεύουν.
Στους ποινικούς κώδικες θα ενταχθεί και το αδίκημα της βλακείας, το αδίκημα που διαπράττουν όσοι ζουν για να έχουν ή για να κερδίζουν, αντί να ζουν απλώς και μόνο για να ζουν, σαν τα πουλιά που κελαηδούν χωρίς να ξέρουν ότι κελαηδούν και σαν τα παιδιά που παίζουν χωρίς να ξέρουν ότι παίζουν.
Σε καμιά χώρα δεν θα φυλακίζονται οι νέοι που αρνούνται να υπηρετήσουν τη στρατιωτική τους θητεία αλλά εκείνοι που θα θέλουν να την υπηρετήσουν.
Οι οικονομολόγοι δε θα ονομάζουν επίπεδο ζωής το επίπεδο κατανάλωσης, ούτε ποιότητα ζωής την ποσότητα των υλικών αγαθών.
Οι μάγειροι δεν θα πιστεύουν ότι είναι ευχάριστο για τους αστακούς να τους βράζουν ζωντανούς.
Οι ιστορικοί δεν θα πιστεύουν ότι η εισβολή σε μια χώρα είναι κάτι που την ευχαριστεί.
Οι πολιτικοί δεν θα πιστεύουν ότι είναι ευχάριστο για τους φτωχούς να τρώνε υποσχέσεις.
Η σοβαρότητα θα πάψει να θεωρείται αρετή και κανείς δε θα παίρνει στα σοβαρά έναν άνθρωπο που δε θα είναι ικανός να γελάει με τον εαυτό του.
Ο θάνατος και το χρήμα θα χάσουν τις μαγικές τους δυνάμεις και ούτε ο θάνατος ούτε η περιουσία θα μπορούν να μετατρέψουν έναν παλιάνθρωπο σε ευυπόληπτο πολίτη.
Κανείς δε θα θεωρείται ήρωας ή χαζός επειδή κάνει αυτό που πιστεύει ότι είναι σωστό αντί να κάνει αυτό που τον συμφέρει περισσότερο.
Ο κόσμος δεν θα πολεμάει πια τους φτωχούς αλλά τη φτώχεια και η στρατιωτική βιομηχανία δε θα έχει άλλη λύση παρά να κλείσει.
Το φαγητό δε θα είναι εμπόρευμα ούτε η επικοινωνία εμπόριο, επειδή το φαγητό και η επικοινωνία είναι δικαιώματα του ανθρώπου.
Κανείς δε θα πεθαίνει από πείνα επειδή κανείς δε θα πεθαίνει από το πολύ φαΐ.
Κανείς δε θα φέρεται στα παιδιά του δρόμου σαν να είναι σκουπίδια, επειδή δε θα υπάρχουν παιδιά του δρόμου.
Κανείς δε θα φέρεται στα πλούσια παιδιά σαν να είναι λεφτά, επειδή δε θα υπάρχουν πλούσια παιδιά.
Η εκπαίδευση δε θα είναι προνόμια μόνο όσων μπορούν να την πληρώσουν.
Η αστυνομία δεν θα είναι εφιάλτης για όσους δεν μπορούν να την εξαγοράσουν.
Η δικαιοσύνη και η ελευθερία, αδέρφια σιαμαία που καταδικάστηκαν να ζουν χωριστά, θα ενωθούν και πάλι, πλάτη με πλάτη.
Μια μαύρη γυναίκα θα είναι πρόεδρος της Βραζιλίας και μια άλλη γυναίκα, επίσης μαύρη, θα είναι πρόεδρος την Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής μια ινδιάνα γυναίκα θα κυβερνάει τη Γουατεμάλα και μια άλλη το Περού. Στην Αργεντινή οι τρελές της Πλάζα ντε Μάγιο θα είναι παράδειγμα πνευματικής υγείας, επειδή εκείνες αρνήθηκαν να ξεχάσουν στα χρόνια της υποχρεωτικής λήθης. Η Αγία Μητέρα Εκκλησία θα διορθώσει τα τυπογραφικά λάθη στους πίνακες του Μωυσή και η έκτη εντολή θα προστάζει να τιμάμε το σώμα. Η Εκκλησία επίσης θα υπαγορεύσει μια ακόμη εντολή, που την ξέχασε ο Θεός: «Αγάπα τη φύση, μέρος της οποίας είσαι κι εσύ». Θα ξαναβλαστήσουν τα δάση στον ερημωμένο κόσμο μας και στις ερημωμένες ψυχές.
Οι απελπισμένοι θα ξαναβρούν την ελπίδα τους και οι χαμένοι τη ζωή τους, αφού απελπίστηκαν επειδή ήλπισαν πολύ και χάθηκαν επειδή έψαξαν πολύ.
Όσοι έχουμε θέληση για δικαιοσύνη και ομορφιά θα είμαστε όλοι αδέρφια, όποτε κι αν έχουμε γεννηθεί, όπου κι αν έχουμε ζήσει, χωρίς να χρειαστεί να αλλάξουμε καθόλου τα σύνορα του κόσμου και του χρόνου.
Η τελειότητα θα εξακολουθήσει να είναι το βαρετό προνόμιο των θεών όμως, σ’ αυτό τον όμορφο αλλά και γαμημένο κόσμο, θα ζούμε την κάθε νύχτα σαν να ‘ναι η τελευταία και την κάθε μέρα σαν να ‘ναι η πρώτη μας. ** Ο Εντουάρντο Γκαλεάνο (1940–2015) ήταν σπουδαίος Ουρουγουανός συγγραφέας και δημοσιογράφος.
Ξεκίνησε από μικρός τη δημοσιογραφία και διηύθυνε σημαντικά έντυπα της Αριστεράς.
Το 1973 φυλακίστηκε από τη δικτατορία της χώρας του και υποχρεώθηκε σε εξορία.
Έζησε στην Αργεντινή και μετά στην Ισπανία, πριν επιστρέψει στο Μοντεβιδέο το 1985.
Το σπουδαιότερο έργο του είναι «Οι ανοιχτές φλέβες της Λατινικής Αμερικής» (1971). Το βιβλίο αυτό κατήγγειλε την εκμετάλλευση της Ηπείρου και απαγορεύτηκε από τις δικτατορίες.
Άλλα γνωστά έργα του είναι η τριλογία «Μνήμη της φωτιάς» και το «Ένας κόσμος ανάποδα». Στα κείμενά του πάντρευε μοναδικά τη δημοσιογραφική έρευνα, την ιστορία και την ποίηση.
Έμεινε γνωστός ως «συλλέκτης φωνών», δίνοντας λόγο στους καταπιεσμένους και αόρατους. Έφυγε από τη ζωή το 2015, αφήνοντας πίσω του μια τεράστια πνευματική παρακαταθήκη.
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους