[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

«Ποιανού είναι αυτή η φωτογραφία;» με ρώτησε ο άντρας μου, ο Στέφανος, κρατώντας το κιτρινισμένο χαρτί με δυο δάχτυλα, σαν να καιγόταν. Πάγωσα. Ήταν ο μόνος άνθρωπος που δεν ήθελα να τη δει. Εγώ στα...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

«Ποιανού είναι αυτή η φωτογραφία;» με ρώτησε ο άντρας μου, ο Στέφανος, κρατώντας το κιτρινισμένο χαρτί με δυο δάχτυλα, σαν να καιγόταν. Πάγωσα.

Ήταν ο μόνος άνθρωπος που δεν ήθελα να τη δει.

Εγώ στα δεκαεννιά, με φουσκωτό μαλλί και εκείνο το λουλουδάτο φόρεμα, κι ο Μανώλης δίπλα μου, έξω από την παραλία της Θεσσαλονίκης, να με κοιτάει όπως δεν με κοίταξε κανείς ξανά. «Ένας παλιός γνωστός», είπα. Ο Στέφανος γέλασε ξερά. «Σαράντα χρόνια γάμου και ακόμα λες ψέματα τόσο άσχημα;» Δεν του απάντησα.

Μάζεψα τη φωτογραφία, την έβαλα στην τσάντα μου και το ίδιο βράδυ έκλεισα εισιτήριο για Θεσσαλονίκη.

Δεν ήταν παρορμητικό, όσο κι αν έτσι έμοιαζε.

Ήταν κάτι που σάπιζε μέσα μου δεκαετίες.

Το ταξίδι με το ΚΤΕΛ μού φάνηκε ατελείωτο.

Έβλεπα τον κάμπο να περνάει και σκεφτόμουν πόσο εύκολα χάνεται ένας άνθρωπος όταν δεν υπάρχουν κινητά, όταν οι επιστολές δεν φτάνουν ποτέ, όταν οι γονείς σου φοβούνται πιο πολύ το «τι θα πει ο κόσμος» από το τι θα γίνει η ζωή σου.

Το 1976 ήμουν είκοσι.

Ο πατέρας μου είχε μπλεξίματα από τα χρόνια της χούντας, ο αδερφός μου είχε περάσει κρατητήρια, το σπίτι μας στον Βόλο ήταν μόνιμα μέσα στην ένταση. Ο Μανώλης τότε σπούδαζε στη Θεσσαλονίκη.

Δεν ήταν «κατάλληλος» για μένα, έλεγε η μάνα μου.

Φτωχός, γιος οικοδόμου, με απόψεις, με νεύρο.

Σαν να ήταν έγκλημα να μιλάει πολύ.

Μου είχε πει πως θα με περιμένει στον σταθμό.

Δεν πήγα ποτέ.

Το ίδιο πρωί ο πατέρας μου μού έσκισε ένα γράμμα μπροστά στα μάτια. «Τέλειωσε αυτό.

Θα μας μπλέξεις όλους», φώναξε. «Τον αγαπάω!» του είπα.

Με χαστούκισε.

Μία φορά.

Μόνο μία.

Αλλά αυτή η μία ήταν αρκετή για να σωπάσω για χρόνια.

Μετά ήρθε η φήμη ότι ο Μανώλης έφυγε Γερμανία.

Το είπε μια θεία, το επιβεβαίωσε μια γειτόνισσα, το πίστεψαν όλοι.

Κι εγώ μαζί.

Τι να έκανα; Να ψάχνω στους δρόμους κάποιον που είχε, υποτίθεται, φύγει; Σιγά σιγά παντρεύτηκα τον Στέφανο.

Καλός άνθρωπος, νοικοκύρης, σταθερός.

Όχι έρωτας. Καταφύγιο.

Κάναμε δύο παιδιά, ανοίξαμε μαγαζί με ηλεκτρικά στον Βόλο, πληρώσαμε δάνεια, τσακωθήκαμε για λεφτά, για πεθερικά, για κούραση.

Ζωή κανονική.

Μόνο που κάπου κάπου, όταν άκουγα παλιό λαϊκό στο ραδιόφωνο ή μύριζα βρεγμένη άσφαλτο, μου ερχόταν εκείνο το αγόρι με το τζιν μπουφάν και τα ανήσυχα μάτια.

Τη διεύθυνση τη βρήκα από έναν ξάδερφο που «κάτι θυμόταν». Μια πολυκατοικία στην Τούμπα. Παλιά.

Με μωσαϊκό στην είσοδο και μυρωδιά από φαγητό Κυριακής, αν και ήταν Τρίτη.

Χτύπησα το κουδούνι και για μια στιγμή ήθελα να φύγω.

Άνοιξε μια γυναίκα. «Τον κύριο Μανώλη;» ψιθύρισα.

Με κοίταξε λίγο περίεργα. «Ο πατέρας μου είναι.

Ποια να πω;» Ο πατέρας μου.

Αυτές οι τρεις λέξεις με γονάτισαν πιο πολύ απ’ όσο ήμουν έτοιμη να παραδεχτώ.

Βγήκε στο διάδρομο αργά.

Άσπρα μαλλιά, σκυμμένοι ώμοι, αλλά τα μάτια… τα ίδια.

Μείναμε και οι δύο ακίνητοι.

Λες και σαράντα χρόνια μαζεύτηκαν σε ένα δευτερόλεπτο και μας χτύπησαν στο στήθος. «Ελένη;» είπε.

Κούνησα το κεφάλι.

Δεν έβγαινε φωνή.

Καθίσαμε σε μια μικρή κουζίνα.

Η κόρη του μάς έφερε καφέ και μας άφησε μόνους, αλλά πρώτα τον κοίταξε με μια απορία που την κατάλαβα.

Ποια ήταν αυτή η γριά που ήρθε και του έτρεμαν τα χέρια; «Νόμιζα ότι έφυγες», του είπα.

Με κοίταξε σαν να τον είχα μαχαιρώσει. «Εγώ νόμιζα ότι με παράτησες.» 🔗 Συνέχεια στα πρώτα σχόλια 👇👇

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης - Επικοινωνία
Update cookies preferences