«Πες την αλήθεια, Ελένη. Τα λεφτά ήταν στο συρτάρι μου χθες το βράδυ. Ποιος άλλος μπήκε στο δωμάτιο;» Η μάνα μου στεκόταν στην κουζίνα με τα χέρια στη μέση. Ο πατέρας μου καθόταν στο τραπέζι...
«Πες την αλήθεια, Ελένη. Τα λεφτά ήταν στο συρτάρι μου χθες το βράδυ.
Ποιος άλλος μπήκε στο δωμάτιο;» Η μάνα μου στεκόταν στην κουζίνα με τα χέρια στη μέση.
Ο πατέρας μου καθόταν στο τραπέζι, ακίνητος, και χτυπούσε νευρικά το κουτάλι στο ποτήρι του καφέ.
Απέναντί μου ο Στέλιος είχε σκυμμένο κεφάλι, λες και στενοχωριόταν για μένα.
Μόνο που αργότερα έμαθα πως τα πενήντα χιλιάρικα ήταν χωμένα στο μπουφάν του, πίσω από τα παλιά βιβλία του στο παιδικό μας δωμάτιο.
Ήμουν δεκαέξι χρονών και δεν είχα κλέψει ούτε δραχμή. «Δεν τα πήρα εγώ», είπα.
Η φωνή μου έτρεμε, κι αυτό τους έκανε να με κοιτάξουν ακόμα πιο καχύποπτα. «Γιατί δεν ρωτάτε τον Στέλιο;» Ο πατέρας μου χτύπησε την παλάμη του στο τραπέζι. «Άσε τον αδελφό σου απ’ έξω.
Εσύ όλο μπλέκεις.
Εσύ όλο αντιμιλάς.
Και μετά φταίνε όλοι οι άλλοι.» Ο Στέλιος ήταν δύο χρόνια μεγαλύτερος.
Για τους γονείς μου ήταν το ήσυχο παιδί, το καλό παιδί, το παιδί που “θα γίνει άνθρωπος”. Είχε βέβαια αφήσει το λύκειο για μήνες, έλεγε ψέματα για το πού πήγαινε τα βράδια και γύριζε με μάτια κόκκινα από την αϋπνία.
Αλλά η μάνα μου έβρισκε πάντα μια εξήγηση. «Περνάει φάση.
Αγόρι είναι.
Έχει πίεση.» Εγώ, αν αργούσα δέκα λεπτά από το φροντιστήριο, άκουγα πως ντροπιάζω το σπίτι.
Δεν ήταν μόνο εκείνα τα λεφτά.
Ήταν τα ψιλά από το πορτοφόλι της μάνας μου.
Ήταν ένα χρυσό σταυρουδάκι που χάθηκε και ξαφνικά όλοι κοίταξαν εμένα.
Ήταν κάθε φορά που ο Στέλιος έκανε κάτι και έπρεπε κάπου να πέσει η ευθύνη.
Κι εγώ ήμουν πάντα ο πιο εύκολος στόχος, επειδή δεν ήξερα να το βουλώνω.
Θυμάμαι μια Κυριακή, στο τραπέζι της γιαγιάς στη Νέα Ιωνία.
Είχα περάσει στη σχολή μου στην Πάτρα και ήμουν τόσο χαρούμενη που σχεδόν δεν κοιμήθηκα το προηγούμενο βράδυ.
Ο πατέρας μου είπε απλώς: «Καλά, να δούμε αν θα την τελειώσεις κιόλας.» Λίγο μετά, ο Στέλιος ανακοίνωσε πως θα έπιανε δουλειά σε ένα συνεργείο του φίλου του.
Η μάνα μου δάκρυσε από περηφάνια. «Μπράβο, αγόρι μου.
Πάντα ήξερα ότι θα σταθείς στα πόδια σου.» Κοίταζα το πιάτο μου και ένιωθα ότι έφταιγα ακόμα και που υπήρχα.
Μπορεί να ακούγεται υπερβολικό.
Δεν είναι.
Όταν ένα παιδί μεγαλώνει ακούγοντας πως είναι ύποπτο, αρχίζει να ψάχνει μόνο του τι έχει πάνω του και προκαλεί τέτοια δυσπιστία. Στην Πάτρα άλλαξα λίγο.
Έμενα σε ένα μικρό διαμέρισμα με υγρασία στους τοίχους και μετρούσα τα κέρματα πριν πάρω λεωφορείο.
Δούλευα τα βράδια σε καφέ, διάβαζα τα ξημερώματα και έλεγα στον εαυτό μου ότι δεν χρειάζομαι κανέναν.
Ήταν ψέμα, βέβαια.
Τους χρειαζόμουν.
Ήθελα, έστω μία φορά, να με κοιτάξει η μάνα μου και να πει: “Σε αδικησα, κορίτσι μου.” Όταν γνώρισα τον Γιώργο, του είπα από νωρίς πως οι δικοί μου είναι δύσκολοι.
Δεν του είπα πόσο. Ντρεπόμουν.
Παντρευτήκαμε μικρά, με λίγα άτομα, σε ένα δημαρχείο και μετά τραπέζι σε ταβερνάκι στον Βύρωνα. Ο Γιώργος δεν είχε πολλά λεφτά, ούτε εγώ.
Είχαμε όμως ένα νοίκι, δύο καρέκλες που δεν ταίριαζαν μεταξύ τους και μια ησυχία στο σπίτι που μου φαινόταν πολυτέλεια.
Για χρόνια κράτησα αποστάσεις.
Τους έπαιρνα τηλέφωνο στις γιορτές, πήγαινα με γλυκό στις ονομαστικές εορτές, καθόμουν όσο χρειαζόταν. Ο Στέλιος στο μεταξύ άλλαζε δουλειές, χρωστούσε λεφτά, τσακωνόταν με όλους.
Κι όμως, παρέμενε ο “καημένος ο Στέλιος”. Όταν γεννήθηκε η κόρη μου, η Δάφνη, πίστεψα πως ίσως κάτι μαλάκωνε.
Η μάνα μου την πήρε αγκαλιά και έκλαιγε. «Τώρα θα καταλάβεις τι σημαίνει μάνα», μου ψιθύρισε.
Το κατάλαβα.
Και γι’ αυτό πόνεσα περισσότερο.
Δύο χρόνια μετά, ο πατέρας μου μπήκε στο νοσοκομείο για μια επέμβαση.
Οι γονείς μου ζήτησαν να τους βοηθήσω με κάποιους λογαριασμούς και με τα φάρμακα.
Έτρεχα κάθε μέρα μετά τη δουλειά, με τη Δάφνη στο πίσω κάθισμα, κουρασμένη και γκρινιάρα. Ο Στέλιος εξαφανισμένος, όπως συνήθως. Μια Παρασκευή, η μάνα μου με πήρε τηλέφωνο σχεδόν ουρλιάζοντας. «Λείπουν τετρακόσια ευρώ από τον φάκελο του μπαμπά σου.
Μόνο εσύ ήρθες σπίτι.» Πάγωσα στο πεζοδρόμιο.
Κρατούσα μια σακούλα με ψώνια και το γάλα της Δάφνης χτύπαγε στα πόδια μου. 🔗 Συνέχεια στα πρώτα σχόλια 👇👇
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους