Ο Λουίτζι Πιραντέλλο δεν πήρε τυχαία το Νόμπελ Λογοτεχνίας. Υπήρξε ένας από τους πιο καινοτόμους δραματουργούς του 20ού αιώνα, που ανανέωσε ριζικά τη θεατρική γραφή και διερεύνησε τη διάσπαση της...
Ο Λουίτζι Πιραντέλλο δεν πήρε τυχαία το Νόμπελ Λογοτεχνίας. Υπήρξε ένας από τους πιο καινοτόμους δραματουργούς του 20ού αιώνα, που ανανέωσε ριζικά τη θεατρική γραφή και διερεύνησε τη διάσπαση της ανθρώπινης προσωπικότητας, τη σχετικότητα της αλήθειας και τα ασαφή όρια ανάμεσα στη ζωή και την τέχνη με τρόπο πρωτόγνωρο.
Η θεατρική ομάδα «Prospero» από τη Θέρμη Θεσσαλονίκης επέλεξε να αναμετρηθεί με ένα από τα σημαντικότερα έργα της ώριμης δημιουργικής περιόδου του, το «Απόψε αυτοσχεδιάζουμε», που παρουσιάστηκε στο Φεστιβάλ μας στις 17 Ιουλίου.
Πρόκειται για το τελευταίο μέρος της τριλογίας του «θεάτρου εν θεάτρω» του μεγάλου συγγραφέα, όπου μέσα από τη διαρκή εναλλαγή πραγματικότητας και θεατρικής ψευδαίσθησης αναδεικνύεται η δημιουργική αλλά και συγκρουσιακή σχέση μεταξύ σκηνοθέτη, ηθοποιών και κοινού –το οποίο καλείται διαρκώς να αναρωτηθεί πού τελειώνει η πραγματικότητα και πού αρχίζει η σύμβαση η θεατρική.
Στον πυρήνα της δράσης, βρίσκεται η προσπάθεια ενός θιάσου να παρουσιάσει επί σκηνής, διασκευάζοντάς την, μία νουβέλα.
Έτσι, οι θεατές παρακολουθούν όχι μόνο την εξέλιξη της ιστορίας, αλλά και την ίδια τη διαδικασία των προβών –τις εντάσεις, τις διαφωνίες και τις ανατροπές που γεννά η θεατρική δημιουργία.
Η αντίδραση των ηθοποιών απέναντι στις σκηνοθετικές οδηγίες μετατρέπεται σε βασικό δραματουργικό άξονα, αποκαλύπτοντας, με χιούμορ αλλά και οξύτητα, τις εύθραυστες ισορροπίες που χαρακτηρίζουν κάθε θίασο.
Παράλληλα εκτυλίσσεται η ιστορία της οικογένειας Λα Κρότσε, που προέρχεται από τον Βορρά και εγκαθίσταται στη συντηρητική Σικελία.
Οι τέσσερις κόρες, η γοητεία τους πάνω στους αξιωματικούς, οι κοινωνικές προκαταλήψεις και οι διαδοχικές τραγικές ανατροπές συνθέτουν ένα πολυεπίπεδο δράμα όπου το προσωπικό πάθος συναντά την κοινωνική υποκρισία.
Η συγκλονιστική κατάληξη, με τη Μομίνα να τραγουδάει μπροστά στα παιδιά της το «Leonora, addio» (από τον «Τροβατόρε» του Βέρντι) με τέτοιο πάθος ώστε να ξεψυχήσει πάνω στη σκηνή, προσδίδει στην αφήγηση βαθιά λυρική και δραματική διάσταση (έξοχη η ερμηνεία της Σίσσυ Ζωγράφου). Γενικά η μουσική, καθώς και η απαιτητική a cappella ερμηνεία των οπερατικών αποσπασμάτων, κατείχαν στην παράσταση ξεχωριστή θέση.
Η ανοιχτή επικοινωνία ανάμεσα στη σκηνή και τις κερκίδες, βασικό στοιχείο της μεταθεατρικής σύλληψης του έργου, υπηρετήθηκε και αυτή λίαν επιτυχώς.
Ακολουθώντας τη σκηνοθετική παράδοση των σημαντικών ευρωπαϊκών ανεβασμάτων του έργου, η Ειρήνη Παπαδοπούλου προσέγγισε το απαιτητικό κείμενο με σαφή καλλιτεχνική άποψη και όχι αμήχανα.
Δημιούργησε μια ενδιαφέρουσα διαλεκτική ανάμεσα στην ανάλαφρη φάρσα και τη συγκίνηση, ισορροπώντας με επιτυχία ανάμεσα στο κωμικό και το δραματικό όπως ακριβώς επιτάσσει το πιραντελλικό ύφος.
Με αισθητική αρτιότητα μα και άμεση φυσικότητα αποδόθηκε πειστικά το αυτοσχεδιαστικό στοιχείο της παράστασης, ενώ οι σκηνές αντιπαράθεσης μεταξύ «σκηνοθέτριας» και «ηθοποιών» ανέδειξαν εύστοχα την ειρωνική και ταυτόχρονα βαθιά δημιουργική σχέση που αναπτύσσεται κατά τη διάρκεια των θεατρικών προβών.
Η συνολική παρουσία του δωδεκαμελούς θιάσου αξιόλογη.
Συνδυάζοντας υποκριτική, χορό, τραγούδι και κίνηση, οι ερασιτέχνες ηθοποιοί επέδειξαν ευρύ φάσμα εκφραστικών δυνατοτήτων.
Ιδιαίτερα επιτυχημένη υπήρξε και η –παντού, πόσο μάλλον εδώ– αναγκαία αξιοποίηση του σκηνικού χώρου.
Με ελάχιστα σκηνικά μέσα και αντικείμενα, η σκηνοθέτις κατόρθωσε να μεταμορφώσει τη σκηνή στα διαφορετικά περιβάλλοντα της δράσης, από το σπίτι της οικογένειας Λα Κρότσε ως το καμπαρέ και την κατοικία της Μομίνας, δημιουργώντας μια ατμόσφαιρα διακριτικού ποιητικού ρεαλισμού.
Τα σκηνικά, τα κοστούμια, οι φωτισμοί και οι βιντεοπροβολές λειτούργησαν οργανικά μέσα στη σκηνοθετική σύλληψη, χωρίς να επισκιάζουν τον πρωταγωνιστικό ρόλο των ηθοποιών.
Η «Prospero» ανταποκρίθηκε με επιτυχία στις απαιτήσεις ενός από τα δυσκολότερα έργα του παγκόσμιου δραματολογίου, φέρνοντας μια παράσταση με ευρηματικότητα, συνοχή, καλλιτεχνική ωριμότητα και ομορφιά.
Και ποίηση.
Μια παράσταση που ανέδειξε όχι μόνο τη διαχρονικότητα και τη δύναμη της πιραντελλικής σκέψης, αλλά και τις δημιουργικές δυνατότητες του ερασιτεχνικού θεάτρου. Ολυμπία Λαμπούση, Υπεύθυνη Θεατρικού Εργαστηρίου Νέων Δήμου Μονεμβασίας
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους