ΜΙΑ ΟΔΥΣΣΕΙΑ ΤΗΣ ΟΔΥΣΣΕΙΑΣ July 22, 2026 Της ΑΡΙΑΔΝΗΣ ΧΑΤΖΗΓΙΩΡΓΗ Φωτογραφία: O Δούρειος ίππος στον λαιμό αρχαϊκού αμφορέα του 650 π.Χ., στο Μουσείο Μυκόνου. Την Οδύσσεια του Κρίστοφερ Νόλαν την είδα...
ΜΙΑ ΟΔΥΣΣΕΙΑ ΤΗΣ ΟΔΥΣΣΕΙΑΣ July 22, 2026 Της ΑΡΙΑΔΝΗΣ ΧΑΤΖΗΓΙΩΡΓΗ Φωτογραφία: O Δούρειος ίππος στον λαιμό αρχαϊκού αμφορέα του 650 π.Χ., στο Μουσείο Μυκόνου. Την Οδύσσεια του Κρίστοφερ Νόλαν την είδα στον θερινό της γειτονιάς καθισμένη σε καρέκλα του κυλικείου, που μου έδωσε συνωμοτικά ο ευγενέστατος κύριος που κόβει τα εισιτήρια, καθώς τυγχάνω τακτική πελάτισσα.
Ο κυλικειάρχης ήταν πανευτυχής -τέτοια πούληση δεν έχει ξανακάνει όλα τα χρόνια- ο υπεύθυνος προβολής επίσης, επηρεασμένος από τις εισπράξεις του κυλικειάρχη και από ένα σημάδι αλάνθαστο, κατά την πείρα του, ότι κάποιοι βρίσκονται να χειροκροτήσουν στο τέλος.
Η προβολή, χωρίς την τεχνολογία με την οποία έχει γυριστεί η ταινία και μπορεί να αποδώσει μόνο στους κλειστούς κινηματογράφους με τα αντίστοιχα μηχανήματα, ήταν επίπεδη, χωρίς την ψευδαίσθηση των τριών διαστάσεων, που υποτίθεται κάνει τον θεατή να μπαίνει μέσα στη δράση.
Ήμασταν όλοι απέξω, οι πολλοί στις κανονικές, βουλιαγμένες και τριζάτες καρέκλες σκηνοθέτη και οι ολίγοι μιλημένοι στις ψάθινες του κυλικείου.
Ήχοι της νύχτας.
Αερόπλανα που περνούν, μακρινά λαϊκά τραγούδια, σκνίπες που βουίζουν ετοιμάζοντας επίθεση, πατατάκια που θρυμματίζονται κάτω από τις σιαγόνες.
Και να, βαράει με άχτι το ραβδί του ο ραψωδός, σαν να θέλει να διώξει τα ποντίκια, κι αρχίζει ν’ απαγγέλλει άνευρα, χωρίς κι ο ίδιος να δίνει πολλή σημασία.
Βαράει το ραβδί σαν να λέει στους μνηστήρες, «ακούστε ρεμάλια»! Ντουπ, ντουπ, ξαναλέω: «ρεμάλια σκάστε και ακούστε». Τα ρεμάλια, ντιπ.
Βαράει για μας, αλλά η φωνή του χωρίς μέτρο, χωρίς παύσεις, αδυνατεί να ερμηνεύσει τα λόγια.
Ντουπ, ντουπ, απορία ψάλτου, ντουπ! Κι ύστερα άρχισαν να ξετυλίγονται τα προσωπικά ευρήματα του σκηνοθέτη.
Η μιγάδα Αθηνά-Ζεντάγια ακολουθεί παρά πίσω και στο πλάι τον Οδυσσέα και δεν του μιλάει σαν τρομερή θεά, αλλά σαν έμπιστη υπηρέτρια που απέκτησε θάρρητα με τα χρόνια. Ο Πολύφημος παρουσιάζεται άτριχος και κακόμοιρος γίγαντας. Ο Οδυσσέας δεν έχει καμία ευκαιρία να κοροϊδέψει τον αγροίκο, παίζοντας με τη γλώσσα και θρυλικά ονομάζοντας τον εαυτό του Κανένα. Η Κίρκη ιδρωκοπάει για να στραβώσει τα πρόσωπα των συντρόφων και να τραβήξει από αυτά μουσούδες χοίρων.
Αμ’αν είχαν τόσο κόπο τα μαγικά, δεν θα υπήρχαν μάγισσες, κυρ-σκηνοθέτη, μασατζούδες θα υπήρχαν, στα ανθυγιεινά και βαρέα! Δεν θα σχολιάσω την σούπα που σερβίρει η Κίρκη, γιατί είναι για να σιχαθείς το φαγητό και να αρχίσεις να τρέφεσαι με άγρια χόρτα σαν τον Άγιο Γιάννη τον νηστευτή. Η Ελένη, όπως ήταν γνωστό πολλούς μήνες πριν κυκλοφορήσει η ταινία, είναι μαύρη, κινηματογραφημένη καθόλου όμορφη -αν και η ηθοποιός που την υποδύεται είναι καλή ηθοποιός και μάλλον εμφανίσιμη- και έχει φυσικά μαύρη και ασκημότατη κι αυτή, την αδελφή της Κλυταιμνήστρα, που έχει όλα τα κακά μαζωμένα, μια και ραδιούργα και στυγερή φόνισσα.
Το πώς έγινε τόσο κακό γι’ αυτήν την ωραία Ελένη, ουδείς μπορεί να καταλάβει, εκτός από τον χρηματοδοτικό μηχανισμό της παραγωγής, που λογαριάζει τις ποσοστώσεις υπο-εκπροσωπούμενων ομάδων της αμερικανικής κοινωνίας στις ταινίες του Χόλυγουντ και το αναμενόμενο και τόσο επιθυμητό σκάνδαλο υποτιθέμενης ιεροσυλίας.
Άρα, μιγάδα και η Ηλέκτρα, μιγάς και ο Ορέστης, μιγάς ο οίκος των Ατρειδών και απορίας άξιον, τι περιμένουν και δεν διαμαρτύρονται οι Πελοποννήσιοι.
Δεν θα σταθώ στο υφαντό της Πηνελόπης, σκέτο κι απλούστατο σαν γύφτικο.
Αυτό, καλέ μου, δεν το ξηλώνεις για να το ξαναφτιάξεις, το δίνεις στις αρχάριες για να μάθουν κι ύστερα το βάζεις στην κουζίνα για πατάκι.
Ας πούμε μόνο ότι η Πηνελόπη μοιάζει με Πηνελόπη.
Από τις κατακτήσεις του Οδυσσέα, η άπραγη Ναυσικά κόπηκε και η έμπειρη Καλυψώ που έμεινε, περιφέρεται βαριεστημένη με διχτυωτό φόρεμα παραλίας σαν σε διαφήμιση για εξωτικά ταξίδια.
Σαν έρωτας του Σαββατοκύριακου που παρατράβηξε και πρέπει ο εραστής να βρει τρόπο να το σκάσει.
Το σημείο όμως, που η φαντασία του σκηνοθέτη έφτασε στο αποκορύφωμά της, ήταν ο Δούρειος ίππος.
Τον σκέφτηκε σε στάση καλπασμού, παραγεμισμένο με τους πολεμιστές, που είναι ένα θαύμα πώς στέκονταν τις μακρές ώρες μέχρι να αποφασίσουν οι Τρώες, τί ήταν το παράξενο κατασκεύασμα κι αν θα το μπάσουν μέσα στα τείχη.
Οι γλύπτες για να στηρίξουν άγαλμα σε καλπασμό, έπρεπε να εφεύρουν κορμούς δέντρων, κολώνες κάτω από την κοιλιά, μορφές που στέκονται δίπλα και δημιουργούσαν μια κάποια βάση.
Ο σκηνοθέτης πρωτοπόρησε.
Έβαλε το άλογο σούζα και τους πολεμιστές σαν τα τσαμπιά να χτυπιούνται με κάθε πτώση και τραμπάλισμα, ενώ οι Τρώες παιδεύονταν να τραβήξουν το θηριώδες ομοίωμα με κατρακύλια.
Η αρχαϊκή εικονογραφία είχε λύσει το ζήτημα πολύ βολικά, βάζοντας ρόδες στα πόδια του ίππου, μέχρι και παραθυράκια για να βλέπουμε εμείς το εσωτερικό και να παίρνουν και μια ανάσα οι εγκλωβισμένοι.
Ευκολία για τους Τρώες, άνεση για τους πονηρούς Έλληνες.
Αλλά είπαμε, ο σκηνοθέτης προκαλεί τη βαρύτητα και τις συμβάσεις.
Σε μια από τις αμέτρητες συνεντεύξεις που έδωσαν οι συντελεστές της ταινίας, κάποιοι αναγνώρισαν την τόλμη του, γιατί μπήκε μέσα κι αυτός μαζί με τους ηθοποιούς και για να τους βάλει στο κλίμα τους ζήτησε να αναλογιστούν τι σημαίνει στενή συνύπαρξη για πολλές μέρες, το πόσο ευώδης από τις φυσικές ανάγκες και καλαίσθητη μπορεί να είναι η συνύπαρξη αυτή.
Σε κανονικές συνθήκες, έξω από τον ποιητικό χώρο, αυτό που οραματίστηκε ο σκηνοθέτης ως ακραία ταλαιπωρία για τον ιερό σκοπό της άλωσης, θα μπορούσε να περιγραφεί ως κτηνωδία, ή σύμφωνα με κάποιες κακές γλώσσες, διαδρομή του πρώην ΟΑΣΘ, όταν κλείνει ο περιφερειακός και το μετρό ταυτοχρόνως.
Μία σχολή σκέψης πιστεύει ότι, ό,τι ντόρος γίνεται για κάτι ελληνικό, είναι καλό για τον τουρισμό, ασχέτως αν πρόκειται για κακοποίηση ή επικοινωνιακή σαπουνόφουσκα.
Και επικοινωνιακή στρατηγική υπήρξε, καλοσχεδιασμένη και πολυδάπανη, ίσως περισσότερο κι από την ίδια την παραγωγή της ταινίας.
Δεν καταλαβαίνω ωστόσο στα καθ’ ημάς, γιατί ο τουρισμός πρέπει να παίζει τέτοιο ρυθμιστικό ρόλο στη ζωή και τη σκέψη μας. Η Οδύσσεια του Κρίστοφερ Νόλαν δεν είναι τίποτα περισσότερο από τις ιδέες που κατέβασε η κεφαλή του Νόλαν με αφορμή ένα ελληνικό ποίημα αξεπέραστης απλότητας, δύναμης και ομορφιάς, που και αγράμματος να είσαι, καταλαβαίνεις το μεγαλύτερο μέρος των λέξεων που διαβάζεις στο πρωτότυπο, ακόμα και σήμερα.
Πόσα επίθετα, πόσες εικόνες, πόση μαστοριά στην αφήγηση, που σ’ αρπάζει και σε κρατάει. Ο Νόλαν χρειάζεται τα ειδικά εφέ, χρειάζεται τα σκάνδαλα και τη χοντροκοπιά για να καταλαβαίνει ο μέσος θεατής της χώρας του και όλων των χωρών, στο βαθμό που επηρεάζονται από την αμερικανική βιομηχανία του θεάματος.
Από την άλλη, μπορούν οι σημερινοί Έλληνες σκηνοθέτες να φτιάξουν κάτι το ίδιο θεαματικό πάνω στην Οδύσσεια και ν΄ ακουστούν σε τέτοια έκταση; Θέαμα δεν μπορούν να φτιάξουν.
Ακροατήριο μεγάλο δεν μπορούν να εξασφαλίσουν.
Μπορούν όμως να ερμηνεύσουν ποιητικά το αξεπέραστο ποίημα, διότι, σε αντίθεση με τον σκηνοθέτη που ξεπουλάει, ο Οδυσσέας ζει ακόμα μέσα στη γλώσσα μας, το πολύτροπο και πολυμήχανο πνεύμα του υπάρχει, όχι συχνά, όμως υπάρχει. Τον Οδυσσέα τον ξέρουμε, τον αναγνωρίζουμε στα πιο απίθανα σημεία του κόσμου και όπου μανιασμένη θάλασσα και θεοί ενάντιοι, βρίσκει τη λύση και παλεύει.
Υπάρχει κι ένας λόγος ακόμα.
Όλη η ηλιθιότητα και η ανικανότητα της φυλής μας μαζεύτηκε σαν από κακό μάτι τα τελευταία χρόνια και κοντεύει να μας σβήσει από το χάρτη. Ο Οδυσσέας είναι κι η ελπίδα.
Δεν μπορούμε κατά βάθος να πιστέψουμε ότι δεν θα ξυπνήσει κι ότι είναι δυνατόν να καταστραφούμε για τα καλά. Για τους ξένους, είναι ένας ήρωας σε ταινία δράσης. Για τους Έλληνες είναι ποίηση και πίστη.
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους