«Γιατί δεν μπορείς να είσαι σαν όλους τους άλλους;» Η φωνή της μητέρας μου αντηχεί ακόμα στα αυτιά μου, εκείνο το απόγευμα του Αυγούστου, με το τραπεζομάντιλο να τρίζουν οι βελονιές του κάτω από τα...
«Γιατί δεν μπορείς να είσαι σαν όλους τους άλλους;» Η φωνή της μητέρας μου αντηχεί ακόμα στα αυτιά μου, εκείνο το απόγευμα του Αυγούστου, με το τραπεζομάντιλο να τρίζουν οι βελονιές του κάτω από τα νευρικά της δάχτυλα.
Μόλις της είχα πει πως δεν θα δώσω τον διαγωνισμό του ΑΣΕΠ, κι ας το περίμεναν μήνες τώρα.
Η φωνή της έγινε ξαφνικά ψυχρή, ένας ψίθυρος σχεδόν: «Εδώ στην Ελλάδα, οι δουλειές των ονείρων γράφονται στα βιβλία.
Εμείς τη στρωμένη δουλειά θέλουμε.» Κοίταξα τον πατέρα μου. Τίποτα.
Το πρόσωπό του μια παγωμένη πανοπλία.
Όταν βγήκα στην αυλή, ο αέρας μύριζε καμένο ξύλο και τα φύλλα των λεμονιών θρόιζαν ηλεκτρισμένα πάνω απ’ το κεφάλι μου.
Ένιωθα να πνίγομαι.
Από μικρή ήξερα ότι ήθελα να γίνω ηθοποιός∙ να ανεβαίνω στη σκηνή και να ζω άλλες ζωές, να ανασαίνω άλλες ψυχές.
Εκείνοι ήξεραν ότι ήθελαν ένα δημόσιο υπάλληλο στο σπίτι.
Όλα αυτά τα χρόνια προσπάθησα να γίνω αυτό που ονειρεύονταν.
Αγνοούσα τη φωνή μέσα μου που ούρλιαζε.
Να μην τους στενοχωρήσω.
Ο αδερφός μου, ο Γιάννης, δεν είχε τέτοια προβλήματα.
Εκείνος σχεδόν αυτομάτως ακολούθησε τη δουλειά του πατέρα μας, μπήκε τελωνειακός.
Δεν τον βασάνισαν ποτέ οι ερωτήσεις, ποτέ δεν χρειάστηκε να πει όχι. «Οι τρελοί καλλιτέχνες δεν τρώνε,» μου είπε έξω απ’ το σπίτι, μόνοι ανάμεσα σε δυο ελιές. Εγώ; Μικρή, στο Δημοτικό, έδινα παραστάσεις καταμεσής στο σαλόνι.
Όταν πια άρχισα να λέω ότι ήθελα να γίνω ηθοποιός, η μητέρα άρχισε να αφήνει τις αφηγήσεις να πλανάται σαν απειλή. «Τόσες θυσίες για να σε σπουδάσουμε... Γιατί;» Μεγάλωσα με το βάρος να ικανοποιήσω τις προσδοκίες των άλλων. Στο Λύκειο άριστη, να μην προσβάλλω το καλό μας όνομα στη μικρή μας πόλη κάτω απ’ τον Όλυμπο.
Πήγα πανεπιστήμιο γιατί έπρεπε.
Η φωνή μέσα μου όμως βαρούσε ταμπούρλο σε κάθε ευκαιρία.
Εκεί, σε ένα σεμινάριο σκηνοθεσίας, γνώρισα τη Μαρία.
Ήταν ήδη δύο χρόνια ηθοποιός, μας ενθάρρυνε να ψάχνουμε τον εαυτό μας.
Κρυφά άρχισα να πηγαίνω στα δοκιμαστικά μιας ερασιτεχνικής θεατρικής ομάδας.
Το ένιωθα: κάθε φορά που ανέβαινα στη σκηνή, υπήρχε φως μέσα μου.
Κι όμως, κάθε φορά που επέστρεφα σπίτι, αισθανόμουν ένοχη.
Ήταν σαν να ζω διπλή ζωή, κι ας ήξερα ποια ήταν η πραγματική.
Το τηλεφώνημα του πατέρα με βρήκε στο σπίτι της Μαρίας, αργά. «Γιατί άκουσα ότι σε είδαν στο Πολιτιστικό Κέντρο; Γιατί ξοδεύεις το χρόνο σε βλακείες;» Ένα ρίγος φόβου, η παιδική ενοχή, κάθε λέξη του τρυπούσε σαν βελόνα το στομάχι μου. «Είναι ντροπή.
Το όνομα της οικογένειας μη το ξεχάσεις.» Έκλεισα, με τα μάτια να βουρκώνουν, ενώ η Μαρία μου ψιθύριζε «Είσαι αρκετή, όπως είσαι.
Δεν χρωστάς τίποτα σε κανέναν.» Μα εγώ γνώριζα πως χρωστούσα.
Το χρέος των προσδοκιών… βάρος ανείπωτο.
Τα βράδια έγραφα κρυφά ημερολόγιο.
Εκεί ξέδινα.
Γύρω μου φιλικά χαμόγελα, συγγενείς που ρωτούσαν βεβιασμένα «Πότε θα διοριστείς;» ή «Γιατί δεν αρραβωνιάζεσαι τον Βαγγέλη, καλό παιδί είναι;» Το ήξερα ότι, αν επέλεγα το θέατρο, θα έχανα τα πάντα: την αποδοχή, την περηφάνεια της οικογένειας, τις Κυριακές που όλοι τρώμε μαζί χωρίς κύμα σιωπής.
Την ημέρα που πήρα την απόφαση, είχα κοιμηθεί ελάχιστα.
Τους φώναξα όλους στο σαλόνι.
Ήμουν τυλιγμένη με μαύρη φόρμα, τα χέρια έτρεμαν.
Βρήκα το θάρρος και είπα: «Δεν θα δώσω τον διαγωνισμό.
Θα δώσω Πανελλαδικές για το Εθνικό.
Θέλω να προσπαθήσω να γίνω ηθοποιός.» Η μάνα ξέσπασε σε λυγμούς. «Χαλάς το μέλλον σου για μια τρέλα!» Ο πατέρας όρθιος, ψυχρός. «Εδώ είναι Ελλάδα.
Εδώ το θέατρο είναι χόμπι, όχι επάγγελμα.» Ο αδερφός έπιασε το μέτωπο με απόγνωση.
Δεν μίλησε κανείς για λεπτά.
Εκείνες οι ημέρες ήταν βασανιστικές.
Μια ανείπωτη μοναξιά, τα βλέμματα όλων επάνω μου, στη δουλειά του σούπερ μάρκετ όπου δούλευα προσωρινά, κάποιες πελάτισσες στέκονταν παραπάνω στο ταμείο να ακούσουν τα νέα. «Η κόρη του Νίκου θέλει να γίνει ηθοποιός… Αν είναι δυνατόν…» Εκείνη την περίοδο έχασα τον ύπνο μου, την ηρεμία μου.
Βγήκαν στην επιφάνεια όλοι μου οι φόβοι: θα μείνει κανείς πλάι μου; Μήπως είμαι απλώς εγωίστρια; Κι αν αποτύχω; Κι αν μείνω μόνη μου, χωρίς δουλειά και χωρίς οικογένεια γύρω από το τραπέζι; Κάθε βράδυ, μετρούσα τι είχα να χάσω και τι να κερδίσω.
Όταν ήρθε η απάντηση από το Εθνικό Θέατρο ότι με δέχονται στην πρώτη φάση, ούτε να χαρώ δεν τόλμησα.
Η μάνα, άφωνη για μέρες, μιλούσε μόνο στον αδερφό μου.
Ο πατέρας με απέφευγε.
Το σπίτι ήταν βουβό εκτός απ’ τις φωνές της τηλεόρασης.
Ξεκίνησα πρόβες, έλειπα πολλές ώρες.
Στη γειτονιά κυκλοφορούσαν φήμες ότι “η μικρή έχει ξεφύγει”. Είχα βουλιάξει σε μια φρικτή μοναξιά, μα ταυτόχρονα είχα και μια περίεργη ησυχία — εγώ είχα επιλέξει.
Δεν ήξερα αν θα άντεχα να μείνω μόνη γι’ αυτή μου την απόφαση. 📚 Το τέλος βρίσκεται στο σχόλιο 👇
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους