Ο Βασίλης Παραμανίδης υπήρξε ο «πύργος» της ομάδας μας για μία οκταετία. Ήρθε από τον Μ.Γ.Σ. Πανσερραϊκό το 1977. Με την παρουσία του κάλυψε τα χρόνια από την κατάκτηση του πρώτου μεταπολεμικού...
Ο Βασίλης Παραμανίδης υπήρξε ο «πύργος» της ομάδας μας για μία οκταετία.
Ήρθε από τον Μ.Γ.Σ. Πανσερραϊκό το 1977.
Με την παρουσία του κάλυψε τα χρόνια από την κατάκτηση του πρώτου μεταπολεμικού τίτλου μέχρι και το πρώτο νταμπλ του 1985.
Στην πρώτη του σεζόν χρειάστηκε λίγο χρόνο προσαρμογής, αλλά από τον Φεβρουάριο του 1978 και μετά ήταν εξαιρετικός, πραγματοποιώντας πολύ καλές εμφανίσεις.
Ξεχωρίζουν οι 35 πόντοι που σημείωσε απέναντι στη ΧΑΝΘ στο 90-80 τον Απρίλιο του 1978, επίδοση που αποτελεί ρεκόρ καριέρας με τη φανέλα της ομάδας μας.
Ως παίκτης ήταν βαρύς και αργός, αλλά ιδιαίτερα δυναμικός.
Τα πρώτα χρόνια αγωνίστηκε ως σέντερ, στη συνέχεια όμως αγωνίστηκε και ως πάουερ φόργουαρντ.
Ήταν πολύ καλός στην άμυνα και στα ριμπάουντ, ενώ επιθετικά διακρινόταν για την ευστοχία του τόσο κοντά στη ρακέτα όσο και από απόσταση, προσφέροντας σταθερά πολύτιμους πόντους.
Τη χρονιά του πρωταθλήματος καθιερώθηκε στη βασική πεντάδα, πραγματοποιώντας πολύ καλές εμφανίσεις με μέσο όρο 9,20 πόντους.
Οι αμέσως επόμενες σεζόν ήταν οι καλύτερες της καριέρας του, καθώς εμφανίστηκε ιδιαίτερα ανεβασμένος, κυρίως στον εκτελεστικό τομέα.
Το 1979-80 πραγματοποίησε το ντεμπούτο του στο Κύπελλο Πρωταθλητριών, όπου ξεχώρισε η παρουσία του εναντίον της Εφές στο Παλέ. Ο Άρης θριάμβευσε με 112-87 και ο Βασίλης πέτυχε 14 πόντους.
Μετά τον Ιανουάριο του 1980 κυριολεκτικά «πετούσε», κάνοντας συνεχόμενες εξαιρετικές εμφανίσεις.
Ξεχωρίζουν οι 18 πόντοι του στη δύσκολη νίκη επί του ΠΑΟΚ (88-87), ένα παιχνίδι στο οποίο κυριάρχησε κάτω από τα καλάθια.
Μαζί με τον Σκόνδρα συνέθεσαν ένα ιδανικό δίδυμο.
Το 1980-81 ήταν η κορυφαία σεζόν του στον Άρη, με τον μέσο όρο πόντων του να φτάνει τους 15 ανά αγώνα.
Οι πληρέστερες εμφανίσεις του σημειώθηκαν στην Ευρώπη, όπου είχε μέσο όρο 18,75 πόντους! Ξεχωρίζουν οι εμφανίσεις του εναντίον της Μαβάκ (28 πόντοι) και της Καρέρα (20 πόντοι) στο Παλέ, ενώ εκτός έδρας «έλαμψε» απέναντι στη Μπρνο (24 πόντοι) και τη Γιουγκοπλάστικα (31 πόντοι). Στην Ελλάδα, σπουδαία ήταν η επίδοσή του στη μεγάλη εκτός έδρας νίκη επί του Παναθηναϊκού με 88-89, όπου πέτυχε 22 πόντους.
Πολύ καλές ήταν οι παρουσίες του και τις σεζόν 1981-82 (12,75 πόντοι μ.ό.) και 1982-83 (10,52 πόντοι μ.ό.), έχοντας πλέον αναλάβει το περιβραχιόνιο του αρχηγού της ομάδας.
Η ανοδική του πορεία διακόπηκε απότομα στα τέλη του 1983, όταν ένας σοβαρός τραυματισμός στη μέση τον ανάγκασε να χάσει το μεγαλύτερο μέρος της σεζόν.
Μετά την επιστροφή του, τον Μάρτιο του 1984, ήταν πλέον σκιά του καλού του εαυτού, χωρίς να μπορέσει να βοηθήσει ουσιαστικά στα δύο κρίσιμα παιχνίδια στο τέλος της χρονιάς, στα οποία χάθηκαν οι δύο τίτλοι.
Τη σεζόν 1984-85 αγωνίστηκε σε 20 αγώνες, δίνοντας πολύτιμες λύσεις όποτε του ζητήθηκε.
Ξεχωρίζουν οι 11 πόντοι και τα πολλά ριμπάουντ που μάζεψε στη νίκη στην παράταση επί του Ολυμπιακού με 90-91, τον Φεβρουάριο του 1985.
Η χρονιά έκλεισε με την κατάκτηση του νταμπλ, αγωνιζόμενος στον τελικό απέναντι στον Παναθηναϊκό — παιχνίδι που ήταν και το τελευταίο του με τη φανέλα του Άρη.
Αποχώρησε έχοντας κατακτήσει 3 πρωταθλήματα και 1 κύπελλο, βάζοντας τη δική του ανεξίτηλη «υπογραφή» στα πρώτα βήματα της δημιουργίας της ομάδας του «Αυτοκράτορα». Παράλληλα, αγωνίστηκε με τη φανέλα της Εθνικής Ομάδας σε 31 αγώνες κατά την τριετία 1978-1981.
Στην συνέχεια, συνέχισε την καριέρα του στην ιδιαίτερη πατρίδα του, τις Σέρρες. Γεννήθηκε σαν σήμερα, το 1958.
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους