Κάθε μέρα παρουσιάζουμε και μια έκδοσή μας. Το 2018 κυκλοφόρησε η ποιητική συλλογή του Τέλλου Φίλη «Το έσχατο έρμα». Ένα βιβλίο «απολογισμός» που δεν φοβάται να αναμετρηθεί, να κλείσει εκκρεμότητες...
Κάθε μέρα παρουσιάζουμε και μια έκδοσή μας. Το 2018 κυκλοφόρησε η ποιητική συλλογή του Τέλλου Φίλη «Το έσχατο έρμα». Ένα βιβλίο «απολογισμός» που δεν φοβάται να αναμετρηθεί, να κλείσει εκκρεμότητες, να αποδεχτεί τα αναπόφευκτα αλλά να μην συμβιβαστεί. Γιώργος Τσιτιρίδης, Παράλλαξη Η συλλογή αποτελεί μια εσωτερική, βιωματική κατάθεση που επικεντρώνεται στη νύχτα, όχι μόνο ως χρονικό διάστημα αλλά ως μια «αμετακίνητη συνθήκη». Ο ποιητής περιγράφει την εμπειρία ενός σπιτιού (ή μιας χώρας) που «δεν ξημερώνει ποτέ», όπου οι καθημερινές πληγές και η μοναξιά της πόλης αναδύονται μέσα από μια ατμόσφαιρα σιωπής και αναμονής.
Είναι ξεχωριστή γιατί Δεν «φωνάζει», ψιθυρίζει.
Δεν εξηγεί, υπαινίσσεται.
Δεν καταγγέλλει, αποκαλύπτει.
Και κυρίως: δείχνει μια γενιά, μια κοινωνία και μια εποχή που έχει κουραστεί έχει αποδεχτεί τη στασιμότητα, και μόνο κάποιες μεμονωμένες μονάδες εξακολουθούν να ελπίζουν, έστω αχνά, σε «ένα ξημέρωμα». Γιάννης Κολλιάκος, «Η Πόλη Ζει» *** ΝΥΧΤΑ, ΝΥΧΤΑ ΠΟΛΥ… Ξυπνώ σ’ ένα σπίτι που δεν ξημερώνει ποτέ.
Από ημερολόγια μαθαίνω τις μέρες που αλλάζουν.
Μοιάζει αυτή η νύχτα να είναι η πιο δυνατή, τόσο παλιά κι αμετακίνητη που όλοι ασχολούνται με τα υπόλοιπα αφήνοντάς τη στην ησυχία της.
Ζω σε αυτή τη συνθήκη νυχτερινής ησυχίας, κρύβοντας με επιμέλεια τα καθημερινά εγκαύματα της ζωής μου.
Ήδη βασικές λειτουργίες μου αδρανούν, το ίδιο και στους άλλους, σαν θέμα ταμπού δεν το συζητάμε στις συναντήσεις μας.
Προτιμούμε δημόσιες πληκτικές αντιπαραθέσεις, βολικές για να διατηρούμε τη συνθήκη νύχτας, σαν να μη νοιαζόμαστε αν ποτέ μάς αξίζει ένα αληθινό ξημέρωμα.
Υπάρχει κι ένα πέπλο σιωπής, σαν ενοχή κάποιου προπατορικού αμαρτήματος της ύπαρξής μας, που δεν πιστέψαμε κατά βάθος ποτέ.
Μας βόλευε κι αυτό, στη διατήρηση μιας υποψίας θύματος, για να μπορούμε να δικαιολογούμε τις εκρήξεις του θυμού μας.
Μαθαίνω στα χρόνια να κυκλοφορώ σε τούτη τη συλλυπητήρια νύχτα, χωρίς να χρειάζομαι αισθήσεις αφής, όρασης.
Δεν απλώνω πια τα χέρια.
Δεν σκοντάφτω πουθενά, όλα τα αντικείμενα και οι τοίχοι από χρόνια αμετακίνητα.
Τα έμαθα διά της συνηθείας.
Κι αυτό συνεχίζεται.
Μια νύχτα σιωπής, με εκρήξεις θυμού κι άχρηστες λέξεις να πονούν πάνω σε πλήκτρα.
Έχω ξεχάσει την έννοια της λέξης «φως» Έχω ξεχάσει... Κάπου μακριά μου, μα τόσο κοντά μου τελικά, στη Βαρκελώνη, στη Βηρυτό, στη Γάζα ή στο Σαντιάγο, κάποιοι ξυπνούν, άτσαλα, βίαια, άδικα κι απότομα, όμως ξυπνούν.
Εδώ «αργεί πολύ να ξημερώσει». Άλλωστε τα χρυσόψαρα ποτέ δεν σπάνε τη γυάλα τους, συνήθως πεθαίνουν μέσα της, αρκεί να βρίσκονται μέσα σε νερό, ποτέ δεν τους περνάει η ιδέα της απόδρασης, μιας άλλης συνθήκης ζωής, τους αρκεί η επιβίωση κι η λήθη.
Όποιος απ’ τους επόμενους βρει αυτό το σημείωμα, ας ψάξει στις εφημερίδες της εποχής τα γεγονότα.
Κάτι, ένα αποτύπωμα ύπαρξης, κάπου βεβαίως θα έχουμε αφήσει, μα είναι τόσο το σκοτάδι που αμφιβάλλω αν μπορεί διά γυμνού οφθαλμού να το διακρίνει η νύχτα συνεχίζεται... *** Ο Τέλλος Φίλης γεννήθηκε το 1960 στη Θεσσαλονίκη, μεγάλωσε στο Νέο Ψυχικό της Αθήνας και μένει στη Θεσσαλονίκη.
Είναι ενεργό μέλος της «Γειτονιάς της Αλεξάνδρου Σβώλου», ιδρυτικό μέλος της πολιτιστικής δράσης «Η Ποίηση Γυμνή» και τακτικός συνεργάτης του λογοτεχνικού περιοδικού «Εντευκτήριο» και της «Παράλλαξης». Είναι υπεύθυνος της «Ταινιοθήκης Θεσσαλονίκης», που υπάγεται στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης.
Κείμενά του έχουν μεταφραστεί στα γερμανικά από τη Σοφία Γεωργαλλίδη και στα γαλλικά από τον Hervé Georgelin.
Έχει δημοσιεύσει επίσης τις συλλογές: «Αποσιωποιητική ηλικία» (Bibliothèque, 2014), «Ένας απλός υπάλληλος βιντεοκλάμπ» (Εκδόσεις Εντευκτηρίου, 2015), «Μια εβδομάδα που δεν κατάφερε να γίνει μεγάλη» (Ρώμη, 2017), «Το έσχατο έρμα» (Πόλις, 2018).
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους