Το 1959, ένας λευκός δημοσιογράφος από το Τέξας έθεσε στον εαυτό του ένα ερώτημα που οι περισσότεροι λευκοί Αμερικανοί εκείνη την εποχή αρνούνταν ακόμη και να εξετάσουν. Πώς είναι πραγματικά να είσαι...
Το 1959, ένας λευκός δημοσιογράφος από το Τέξας έθεσε στον εαυτό του ένα ερώτημα που οι περισσότεροι λευκοί Αμερικανοί εκείνη την εποχή αρνούνταν ακόμη και να εξετάσουν.
Πώς είναι πραγματικά να είσαι μαύρος στον αμερικανικό Νότο; Όχι από απόσταση.
Όχι διαβάζοντας αναφορές.
Όχι από συμπάθεια.
Αλλά από μέσα — περπατώντας στους ίδιους δρόμους, καθισμένος στα ίδια λεωφορεία, προσπαθώντας να χρησιμοποιεί τις ίδιες τουαλέτες και ζώντας υπό τους ίδιους νόμους.
Το όνομά του ήταν Τζον Χάουαρντ Γκρίφιν.
Και αυτό που έκανε στη συνέχεια ήταν είτε μία από τις πιο γενναίες πράξεις δημοσιογραφίας στην αμερικανική ιστορία — είτε, ανάλογα με το ποιον ρωτούσες, κάτι πολύ πιο περίπλοκο.
Οι αναφορές για τα αυξανόμενα ποσοστά αυτοκτονιών μεταξύ των μαύρων κατοίκων του Νότου είχαν θορυβήσει τον Γκρίφιν.
Πίστευε ότι οι λευκοί Αμερικανοί δεν είχαν κανένα πλαίσιο για να κατανοήσουν πώς ήταν η καθημερινή ζωή υπό το καθεστώς του διαχωρισμού — επειδή δεν την είχαν ζήσει ποτέ.
Οι δύο κόσμοι συνυπήρχαν, έγραψε, και ουσιαστικά είχαν σταματήσει να επικοινωνούν.
Έτσι αποφάσισε να υπερβεί τα εσκαμμένα. Κυριολεκτικά.
Με τη βοήθεια ενός δερματολόγου, ο Γκρίφιν υποβλήθηκε σε μια σειρά θεραπειών —φάρμακα που σκουραίνουν το δέρμα σε συνδυασμό με έκθεση σε υπεριώδη ακτινοβολία— οι οποίες άλλαξαν την εμφάνισή του αρκετά για να περνάει σαν μαύρος.
Ξύρισε το κεφάλι του.
Αφαίρεσε τα ορατά σημεία της λευκής επιδερμίδας του.
Ενημέρωσε το FBI για το σχέδιό του — ένας πράκτορας του είπε κατηγορηματικά ότι αν γινόταν μαύρος άνδρας, θα έπρεπε να περιμένει ανάλογη αντιμετώπιση. Τον Νοέμβριο του 1959 ο Γκρίφιν επιβιβάστηκε σε ένα λεωφορείο με προορισμό τη Νέα Ορλεάνη της Λουιζιάνα με μια βαλιτσούλα και ένα σημειωματάριο.
Επειδή ήταν γαλανομάτης φορούσε συνεχώς μαύρα γυαλιά.
Αυτό που ακολούθησε τις επόμενες έξι εβδομάδες ήταν άμεσο και συγκλονιστικό.
Ο ίδιος άνδρας που είχε κινηθεί ελεύθερα στην κοινωνία του Νότου όλη του τη ζωή, τώρα δεν γινόταν δεκτός στα εστιατόρια.
Τον κατεύθυναν σε ξεχωριστούς χώρους.
Τον προσέβαλαν ανοιχτά στο δρόμο.
Απλά πράγματα —να βρει τουαλέτα, να αγοράσει φαγητό, να βρει κάπου να κοιμηθεί για τη νύχτα— μετατράπηκαν σε ασκήσεις ταπείνωσης και, κατά καιρούς, σε πραγματικό φόβο.
Ο κίνδυνος που τον περιέβαλε ήταν συνεχής και σιωπηλός.
Συνάντησε επίσης κάτι άλλο που δεν είχε προβλέψει πλήρως.
Οι μαύρες κοινότητες σε όλη τη Λουιζιάνα, το Μισισιπή, την Αλαμπάμα και τη Γεωργία τον υποδέχτηκαν με ζεστασιά, αλληλεγγύη και ήσυχη αξιοπρέπεια.
Άνθρωποι που θεωρούσαν ότι ήταν άλλος ένας άνθρωπος που προσπαθούσε να επιβιώσει σε ένα άδικο σύστημα μοιράστηκαν τα ελάχιστα που είχαν και τον αντιμετώπισαν με εκείνη τη γενναιοδωρία που προέρχεται από ανθρώπους, οι οποίοι γνωρίζουν ακριβώς τι κοστίζει η καλοσύνη σε έναν εχθρικό κόσμο. Ο Γκρίφιν κατέγραψε τα πάντα.
Κάθε συνάντηση.
Κάθε προσβολή.
Κάθε ευγενική πράξη.
Όταν σταμάτησε τη φαρμακευτική αγωγή και η επιδερμίδα του ξαναγύρισε στο φυσιολογικό της χρώμα, επέστρεψε στο Τέξας και άρχισε να γράφει.
Η αφήγησή του δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά σε ένα περιοδικό — με χρηματοδότηση από έναν φίλο που τον είχε προειδοποιήσει πριν ξεκινήσει: «Είναι τρελή ιδέα.
Θα σκοτωθείς αν πας να χαζολογήσεις εκεί κάτω». Το 1961 εκδόθηκε το βιβλίο «Black Like Me» που σχεδόν αμέσως έγινε διεθνές μπεστ σέλερ.
Εγκωμιάστηκε από δημοσιογράφους, το διάβασαν εκατομμύρια άνθρωποι και μεταφράστηκε σε όλο τον κόσμο — παρουσιάζοντας μια μαύρη εμπειρία μέσα από τα μάτια ενός λευκού, με τρόπο που έσπασε τα τείχη της άρνησης που υψώνονταν για δεκαετίες.
Πίσω στο Τέξας, η αντίδραση ήταν εντελώς διαφορετική.
Οι γείτονές του στράφηκαν εναντίον του.
Δέχτηκε απειλές θανάτου.
Η έχθρα έγινε τόσο έντονη, τόσο επικίνδυνη, που ο Γκρίφιν μάζεψε την οικογένειά του και μετακόμισε στο Μεξικό μέχρι να ηρεμήσουν τα πράγματα.
Είχε αποδείξει το επιχείρημά του με τρόπους που δεν είχε σχεδιάσει.
Η ίδια χώρα που τον εξυμνούσε στα έντυπα ήθελε να τον διώξει επειδή είχε δείξει στους λευκούς Αμερικανούς κάτι που εκείνη προσπαθούσε απεγνωσμένα να μην βλέπει όταν κοιτάζονταν στον καθρέφτη.
Μέχρι και σήμερα, το «Black Like Me» παραμένει ένα από τα πιο ασυνήθιστα, προκλητικά και αμφιλεγόμενα έργα βιωματικής δημοσιογραφίας που έχουν γραφτεί ποτέ.
Οι κριτικοί έχουν αμφισβητήσει αν ένας λευκός άνδρας θα μπορούσε ποτέ να κατανοήσει πραγματικά τι σημαίνει να ζει κανείς ως μαύρος — έστω και προσωρινά.
Ο ίδιος ο Γκρίφιν δεν ισχυρίστηκε ποτέ το αντίθετο.
Ισχυρίστηκε μόνο ότι πέρασε από μια πόρτα και έγραψε με ειλικρίνεια για αυτό που βρήκε στην άλλη πλευρά… (Στην πρώτη φωτογραφία, ο "κακονικός" Γκρίφιν κρατώντας μια εφημερίδα με πρωτοσέλιδο που γράφει ότι λευκοί είχαν κάψει το ομοίωμά του στον Νότο και στη δεύτερη ο Γκρίφιν αιφνιδιάζεται βλέποντας τον εαυτό του ως "νέγρο" στον καθρέφτη μετά τη μεταμόρφωσή του)
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους