«Η μεγάλη σφαγή των Β’ ΚΑΠΗ Αλίμου» ή πώς μπορείς να πεις πολλά λέγοντας ελάχιστα του Λύο Καλοβυρνά Να που τελικά για να φτιάξεις μια φοβερή ταινία δεν χρειάζονται ούτε μεγάλα ονόματα, ούτε τρελά...
«Η μεγάλη σφαγή των Β’ ΚΑΠΗ Αλίμου» ή πώς μπορείς να πεις πολλά λέγοντας ελάχιστα του Λύο Καλοβυρνά Να που τελικά για να φτιάξεις μια φοβερή ταινία δεν χρειάζονται ούτε μεγάλα ονόματα, ούτε τρελά μπάτζετ αλλά μια φρέσκια ιδέα, ανίερο χιούμορ και φειδώ στα μηνύματα που θες να περάσεις.
Αν δεν κινδύνευα να οδηγηθώ στο εκτελεστικό απόσπασμα από τους αυτοχρισμένους επαΐοντες της 7ης τέχνης θα έλεγα ότι «Η μεγάλη σφαγή των Β’ ΚΑΠΗ Αλίμου» του Tommy Sklavos ήταν εφάμιλλη των καλύτερων εποχών του Αλμοδόβαρ, αν όχι καλύτερη, αν συνυπολογίσουμε το πολύ μικρό μπάτζετ και, κυρίως, το γεγονός ότι οι ηθοποιοί που έπαιζαν ήταν όλες τους ερασιτέχνες.
Καταρχάς, έχουμε ένα κουφά πρωτότυπο σενάριο: ένα κινηματογραφικό συνεργείο που απαρτίζεται αποκλειστικά από λεσβίες γυρίζει ένα ντοκιμαντέρ για μια ανεξήγητη έκρηξη στα ΚΑΠΗ Αλίμου που σκότωσε 68 άτομα.
Ωστόσο, δύο είναι, κατά τη γνώμη μου, οι αρετές αυτής της ταινίας που την ξεχωρίζουν από μεγάλο μέρος του ελληνικού κινηματογράφου, το οποίο συνήθως ρέπει είτε προς τη βαριά κι ασήκωτη δυστυχία, είτε προς την Καταγγελία Κοινωνικών Δεινών ή προς χοντροκομμένες κωμωδίες τίγκα στα κλισέ. (Προσοχή, ακολουθούν σποϊλεριές!) Το πρώτο δυνατό στοιχείο είναι ότι παίζει καλοπροαίρετα με τα στερεότυπα χωρίς να προσβάλλει.
Οι λεσβίες του συνεργείου ενσαρκώνουν πολλά από τα λεσβιακά στερεότυπα, όπως επίσης και οι κυρ-Παντελήδες, οι γριές του ΚΑΠΗ κι οι νοικοκυρές της γειτονιάς τις αντίστοιχες στερεοτυπικές αντιλήψεις.
Ωστόσο, η σκηνοθετική ματιά δεν γελάει σε βάρος των χαρακτήρων, δεν κοροϊδεύει και δεν αντικειμενοποιεί.
Όλοι οι χαρακτήρες είναι πολυεπίπεδοι και μπερδευτικά αντιφατικοί· δεν κατατάσσονται εύκολα σε ντισνεϊκούς καλούς ή κακούς.
Λόγου χάρη, η ομοφοβικιά κόρη του χασάπη είναι αυτή που μαλώνει τον πατέρα της και του ζητάει να δείξει περισσότερη συμπόνια προς την μάνα που έχει χάσει την κόρη της και τα λογικά της.
Απ’ την άλλη, δεν διστάζει να συμφωνήσει με την ανόητη ιδέα του πατέρα της πως όντως είναι καλύτερο να πεθάνει προκειμένου να επιβιώσει το χασάπικό τους.
Το άλλο δυνατό στοιχείο της ταινίας είναι ότι δεν πρόκειται για στρατευμένη τέχνη που πασχίζει να περάσει όλα τα σωστά μηνύματα και να στηλιτεύσει τα κακώς κείμενα – και γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο τα περνάει πολύ πιο πετυχημένα.
Δεν καταδικάζει απερίφραστα την ομοφοβική επίθεση του χασάπη στον παρενδυτικό ηλικιωμένο, όμως η σκηνοθετική ματιά δείχνει ότι ο χασάπης τιμωρείται επαρκέστατα από τον Χορό (τους δημότες) για τη βιαιοπραγία του.
Οι λεσβίες της ταινίας δεν παρουσιάζονται ως υπερτέλεια ατομάκια, μόλις ένα σκαλί κάτω από το υπέρτατο ον, αλλά ούτε και ως κατατρεγμένα θύματα μιας άτιμης κενωνίας.
Είναι ο εαυτός τους χύμα και ακομπλεξάριστα, χωρίς την παραμικρή διάθεση απολογίας.
Η γαμήκουλας σκηνοθέτρια κάθε άλλο παρά διαψεύδει τη φήμη της, αλλά κανείς δεν την κρίνει.
Η αφελής χαζή μπίμπο που χώθηκε στην παραγωγή ένεκα μπαμπά τελικά δεν είναι ούτε χαζή ούτε αφελής.
Οι γιαγιάδες του ΚΑΠΗ δεν είναι οι κομιλφώ σοφές γερόντισσες που περιμένουμε, ούτε όμως κουρασμένα στερεότυπα κυράτσας.
Η διευθύντρια του ΚΑΠΗ δεν το έπαιξε προστάτρια των ανθρώπινων δικαιωμάτων, ούτε όμως συντάχθηκε με την ομοφοβία.
Κάποιοι θεατές θεώρησαν τρανσφοβική την απεικόνιση του παρενδυτικού ηλικιωμένου και, κυρίως, την επίθεση που δέχτηκε.
Για μένα ήταν η στιγμή που με τάραξε περισσότερο λόγω της βίας ––μιας βίας εγγεγραμμένης στο σώμα μου–– ωστόσο, κατά τη γνώμη μου μόνο τρανσφοβική δεν θα θεωρούσα τη σκηνοθετική ματιά.
Πρώτον, ο εν λόγω χαρακτήρας δεν είναι τρανς· η παρενδυσία του στοιχειοθετείται αριστοτεχνικά ως ψυχολογικός μηχανισμός άμυνας απέναντι στην οδύνη της απώλειας.
Πέρα από αυτό, ωστόσο, η αντιμετώπισή του από τον χορό του Δήμου είναι ρεαλιστικά θετική και θετικά ρεαλιστική.
Δεν πρόκειται για μια τρανς γυναίκα που κυκλοφορεί περήφανα στο Καλαμάκι, αλλά για ένα άτομο βουβό που περιφέρει την απώλειά του με τον μόνο τρόπο που βρήκε από παιδάκι – αφού ακόμα κι η κόρη του τον έχει ουσιαστικά εγκαταλείψει.
Εξάλλου, η κυρίαρχη ματιά στην ταινία είναι, κατά τη γνώμη μου αυτή του μικρού παιδιού, το οποίο αρχικά προσπαθεί να βγάλει νόημα από το άγνωστο που βλέπει («ο κυριούλης») και στο τέλος ξεκαθαρίζει ότι δεν το νοιάζει ό,τι κι αν είναι, είναι icon! Αυτό είναι το έμμεσα και ήρεμα δοσμένο μήνυμα αποδοχής άνευ ταμπελών της ταινίας.
Η ταινία είπε πολλά ακριβώς επειδή έλεγε ελάχιστα.
Πέρα από το ότι δεν μπορούσα να σταματήσω γελάω σχεδόν καθ’ όλη τη διάρκεια της ταινίας, κάτι πολύ σπάνιο πια με κωμωδίες που προσπαθούν υπερβολικά, οι χαρακτήρες δεν ήταν απλώς οχήματα αστείων· είχαν ψυχολογικό βάθος και ήταν πολυδιάστατοι.
Οι δε ηθοποιοί δεν ξέρω σε ποια μαρμίτα έπεσαν στα μικράτα τους, αλλά μόνο ερασιτεχνικά δεν έπαιζαν.
Τέλος, αόρατο πρωταγωνιστικό ρόλο είχε η υποκρισία της ελληνικής οικογένειας και κι αυτό καθιστά αυτή την ταινία υπερδημοτική και πανελλήνια.
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους