[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

Οι απαρχές της αιρέσεως του Οικουμενισμού (Α μέρος) Η ΚΑΙΝΟΤΟΜΙΑ ΜΙΑΣ ΣΚΗΤΗΣ Το έτος 1754 η Σκήτη της Αγίας Άννης, στο Άγιον Όρος, αποφάσισε να κτίσει μεγαλύτερο Κυριακό. Χρειάσθηκαν πολλά χρήματα...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

Οι απαρχές της αιρέσεως του Οικουμενισμού (Α μέρος) Η ΚΑΙΝΟΤΟΜΙΑ ΜΙΑΣ ΣΚΗΤΗΣ Το έτος 1754 η Σκήτη της Αγίας Άννης, στο Άγιον Όρος, αποφάσισε να κτίσει μεγαλύτερο Κυριακό.

Χρειάσθηκαν πολλά χρήματα. Οι Χριστιανοί έστειλαν από παντού βοήθεια εις μνημόσυνον γονέων και συγγενών.

Τα μνημόσυνα όμως που έπρεπε να γίνουν στη σκήτη, και που εντάσσονταν σε αγρυπνίες, κούραζαν τους μοναχούς και δεν μπορούσαν να δουλέψουν την επομένη.

Για το λόγο αυτόν, ύστερα από συμβουλή του κοινού τους πνευματικού παπά – Φιλοθέου του Πελοποννησίου, άρχισαν να κάνουν τα μνημόσυνα τις Κυριακές που, λόγω της αργίας, δεν επρόκειτο έτσι και αλλιώς να δουλέψουν.

Η καινοτομία μαθεύτηκε στο υπόλοιπο Όρος και προκάλεσε αντιδράσεις. Οι Αγιαννανίτες όπου πήγαιναν γίνονταν αντικείμενο ελέγχων γιατί μνημόσυνο νεκρών την Κυριακή ήταν κάτι το πρωτάκουστο και αντέβαινε στο αναστάσιμο της Κυριακής.

Τότε μερικοί από τους μοναχούς της Σκήτης εξομολογήθηκαν στον πνευματικό ότι έχουν πρόβλημα συνειδήσεως.

Ο πνευματικός τους επέτρεψε να αποχωρούν από τον ναό μόλις άρχιζε το μνημόσυνο.

Η αποχώρηση όμως αυτή αναστάτωσε όσους έμεναν, εφ’ όσον ήταν έμπρακτος έλεγχος.

Έτσι άρχισε στο Άγιο Όρος η περίφημη «περί μνημοσύνων έρις» που έμεινε στην Ιστορία. Ο ΔΙΩΓΜΟΣ Στην Αγία Άννα εκείνο τον καιρό έμενε ο πρώην Πατριάρχης Κων/λεως Κύριλλος.

Όταν άκουσε για την αποχώρηση ορισμένων από τα μνημόσυνα της Κυριακής είπε: «Εγώ όταν ήμουν στον θρόνο, συνεχώς έδινα άδεια και έψαλλαν την Κυριακή μνημόσυνα νεκρών» Τα λόγια αυτά του πρώην Πατριάρχου ενίσχυσαν τους καινοτόμους που, με το επιχείρημα ότι η Κωνσταντινούπολις κάνει μνημόσυνα τις Κυριακές, εξασκούσαν ηθική βία στους διστάζοντας.

Το πείσμα των καινοτόμων δεν άργησε να μεταβληθεί σε μίσος, και το μίσος σε διωγμό αυτών που δε δέχθηκαν τελικά να υποκείψουν. Η Σκήτη της Αγίας Άννης υπάγεται στη Μεγίστη Λαύρα.

Κατήγγειλαν λοιπόν στη Λαύρα οι καινοτόμοι τους διαφωνούντες σαν ταραχοποιούς. Οι Λαυριώτες, χωρίς να καλέσουν τους κατηγορουμένους σε απολογία, έβγαλαν αμέσως αφορισμό εναντίον τους και διέταξαν τους Αγιαννανίτες να μη τους δέχονται ούτε στην εκκλησία, ούτε στα κελλιά, ούτε στο μύλο.

Ο μύλος ήταν μοναδικός στην περιοχή και η απαγόρευση να τον χρησιμοποιήσουν ήταν καίριο πλήγμα για τη διατροφή τους.

Οι υπερασπιστές της Παραδόσεως έδωσαν τόπο στην οργή και έφυγαν από την Αγία Άννα, αφήνοντας τα κελλιά τους, μερικοί σε προχωρημένη ηλικία, «μάλλον ελόμενοι κακουχείσθαι διά την εκκλησιαστικήν αλήθειαν ή πρόσκαιρον έχειν αμαρτίας απόλαυσιν». Αλλά, όπου και αν βρήκε καταφύγιο ο καθένας, οι Αγιαννανίτες δεν τους άφηναν ήσυχους.

Κοινοποιούσαν τον Λαυρεωτικό αφορισμό σε όλες τις Σκήτες και τις Μονές επισυνάπτοντας και ονομαστικό κατάλογο, όλων αυτών που είχαν εκφράσει δημόσια την υποστήριξή τους προς την Παράδοση, έστω και αν δεν υπήρξαν ποτέ κάτοικοι της Αγίας Άννας.

Και απαιτούσαν να εκδιωχθούν αμέσως! Στο διωγμό αυτόν πρωτοστάτησαν δύο Επίσκοποι που συνέπεσε να βρίσκονται τον καιρό εκείνο στο Όρος: ο προαναφερθείς πρώην Κων/λεως Κύριλλος (που είχε και την ιδέα για τον μύλο), και ο Μητροπολίτης πρώην Χαλεπίου Γεννάδιος.

Οι ορθόδοξοι διώχνονταν σαν αφορισμένοι και αιρετικοί.

Τους ονόμασαν χλευαστικά «Κολλυβάδες» και διέδωσαν εμπιστευτικά ότι ήσαν δήθεν μασόνοι.

Ο τελευταίος αυτός χαρακτηρισμός έκανε μεγάλη εντύπωση στους απλούστερους μοναχούς, που ήσαν και η πλειονότης, και οι οποίοι μόλις τον άκουσαν, χωρίς να ερευνούν περισσότερο, αποστρέφονταν τους συκοφαντούμενους με όλη τους την ψυχή.

Ακόμη και ο λαϊκός καραβοκύρης, που έκανε την συγκοινωνία, δεν δεχόταν Κολλυβά στο πλοίο του! «ΘΕΛΕΙΣ ΜΗΛΟΝ ΕΠΑΡΕ, ΘΕΛΕΙΣ ΚΥΔΩΝΙΝ ΛΑΒΕ» Μπροστά στην κατάσταση αυτήν οι παραδοσιακοί μοναχοί αποφάσισαν να καταφύγουν για τη δικαίωση και προστασία τους στο Πατριαρχείο.

Για το σκοπό αυτό μαζεύτηκαν στο κελλί του παπα – Παρθενίου του Ζωγράφου του Σκούρτου.

Εκεί έγραψαν ομολογία πίστεως που την υπέγραψαν όλοι οι παρόντες, και αργότερα και πολλοί άλλοι, και την έστειλαν στο Πατριαρχείο μαζί με αναφορά για τα γεγονότα. Οικουμενικός Πατριάρχης ήταν τότε ο Θεοδόσιος Β΄ ο Κρής, μεγάλη δε επιρροή στη Σύνοδο είχε ο Νικομηδείας Μελέτιος και ο Ιεροσολύμων Σωφρόνιος. Το Πατριαρχείο απάντησε τον Ιούνιο του 1772.

Έγραφε: «… Οι μεν γαρ εν Σάββασι τελούντες τα μνημόσυνα των κεκοιμημένων καλώς ποιούσιν, οι δε δ’ άν εν Κυριακή ουκ υποκείνται κρίματι…» Μετά ένα έτος, τον Ιούνιο του 1773, το Πατριαρχείο ξαναέγραψε: «… Ούτε οι εν Σαββάτω τελούντες τα μνημόσυνα των κεκοιμημένων να μέμφονται τους εν Κυριακή ταύτα τελείν εθέλοντας, ούτε εκείνοι ανθιστάμενοι προς αυτούς, δηλαδή τους καλώς τελούντας εν Σαββάτω τα μνημόσυνα, να τους ονομάζουν αιρετικούς και καινοτόμους, ή άλλα τοιαύτα δύσφημα ονόματα να επιφέρωσι κατ’ αυτών αδίκως, και να ταράττωσι και την των λοιπών μοναχών ησυχίαν αλλά να ειρηνεύσωσι και να συγκοινωνώσι…» Σε μια τρίτη επιστολή, λίγο μετά την προηγούμενη ξαναγράφει το Πατριαρχείο ότι «οι εν Σαββάτω τελούντες τα των αποιχομένων μνημόσυνα, κατά το αρχαίον της Εκκλησίας έθος» δεν πρέπει «να μέμφωνται τους εν Κυριακή ταύτα τελείν εθέλοντας» και ότι

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης - Επικοινωνία
Update cookies preferences