Θυμάμαι την πρώτη φορά που συνάντησα την ποίηση. Ή μάλλον που με συνάντησε εκείνη. Δεν έχει μεγάλη σημασία ποιος έκανε το πρώτο βήμα. Αυτό που θυμάμαι με απόλυτη καθαρότητα είναι δύο ποιήματα του...
Θυμάμαι την πρώτη φορά που συνάντησα την ποίηση. Ή μάλλον που με συνάντησε εκείνη.
Δεν έχει μεγάλη σημασία ποιος έκανε το πρώτο βήμα.
Αυτό που θυμάμαι με απόλυτη καθαρότητα είναι δύο ποιήματα του Ελύτη στο ανθολόγιο του δημοτικού.
Το 1996 ήμουν οκτώ χρονών.
Εκείνη τη χρονιά τρεις θάνατοι μονοπώλησαν την τηλεόραση και, χωρίς να καταλαβαίνω ακριβώς γιατί, μου έδωσαν για πρώτη φορά την αίσθηση ότι υπάρχουν άνθρωποι που, όταν φεύγουν, σταματούν τα πάντα γύρω τους.
Πιο έντονα θυμάμαι τον θάνατο του Ανδρέα Παπανδρέου.
Η τηλεόραση έπαιζε ασταμάτητα την Carmina Burana, ενώ η νεκροφόρα περνούσε αργά μέσα από το πλήθος.
Από εκείνες τις μέρες, όμως, περισσότερο μου έχει μείνει ο έφηβος αδερφός μου με την παρέα του.
Όσο ο Παπανδρέου νοσηλευόταν ακόμη, κάθε φορά που άκουγαν σειρήνα ασθενοφόρου στον δρόμο φώναζαν ρυθμικά: «Πέθανε! Πέθανε!» Η ηλικία που όλα μοιάζουν αστεία, ακόμη κι αυτά που δεν είναι.
Εκείνη την χρονιά ήταν που πέθανε και η Αλίκη Βουγιουκλάκη.
Η μεγάλη και απόλυτη πρωταγωνίστρια σταρ.
Μέχρι τότε στα χρόνια της ιδιωτικής τηλεόρασης, θέλοντας και μη, είχα ήδη δει σχεδόν όλες τις ταινίες της μαζί με τη μητέρα μου.
Οι εκπομπές δεν σταματούσαν να μιλούν για τη ζωή της, για τον Δημήτρη Παπαμιχαήλ, για το περίφημο «σήκω, ρε Πίπη, να φύγουμε» που λέγεται πως της είπε στο νοσοκομείο.
Δεν καταλάβαινα πολλά, αλλά καταλάβαινα ότι είχε πεθάνει κάποια που τη γνώριζε όλη η Ελλάδα.
Πρωθυπουργός ο ένας, εθνική σταρ η άλλη.
Ο θόρυβος γύρω τους μου φαινόταν λογικός.
Όταν όμως πέθανε ένας άγνωστος γέρος με μια τραγιάσκα και η τηλεόραση αφιέρωνε ολόκληρη τη μέρα σ' εκείνον, το μόνο που μπορούσα να σκεφτώ ήταν: «Ποιος είναι πάλι αυτός και γιατί δεν βάζουν κανένα παιδικό;» Τον έλεγαν Οδυσσέα Ελύτη.
Λίγους μήνες αργότερα, στο ανθολόγιο του δημοτικού, συναντήσαμε το ποίημα «Παιδί με το γρατζουνισμένο γόνατο». Αυτή τη φορά το όνομα Ελύτης έκανε ένα μικρό «κλικ» μέσα μου.
Ήταν ο ίδιος άνθρωπος που πριν από λίγο καιρό είχε καταλάβει ολόκληρη την τηλεόραση.
Δεν θυμάμαι σχεδόν τίποτα από το ίδιο το ποίημα.
Θυμάμαι όμως μια ερώτηση του δασκάλου μας. «Γιατί, άραγε, το ονόμασε “Το παιδί με το γρατσουνισμένο γόνατο”;» Η τάξη βούλιαξε στη σιωπή.
Κανείς δεν απάντησε.
Ύστερα από λίγο χαμογέλασε και είπε: «Έχετε γνωρίσει ποτέ παιδί που να μην έχει γρατσουνίσει το γόνατό του;» Εκείνη η φράση έσκασε μέσα μου σαν μικρή αποκάλυψη.
Όχι επειδή ήταν δύσκολη.
Ακριβώς επειδή ήταν τόσο απλή.
Για πρώτη φορά κατάλαβα ότι μπορείς να μιλήσεις για όλους τους ανθρώπους χωρίς να τους κατονομάσεις.
Αρκεί να βρεις κάτι που έχουν όλοι ζήσει.
Ένα γρατσουνισμένο γόνατο.
Λίγα μαθήματα αργότερα ήρθε και το «Ο ήλιος ο ηλιάτορας». Ο ήλιος ο ηλιάτορας ο πετροπαιχνιδιάτορας από την άκρη των ακρών κατηφοράει στο Ταίναρο... Δεν καταλάβαινα σχεδόν τίποτα.
Σήκωσα το χέρι μου και ρώτησα τον κύριο Θοδωρή. «Κύριε, τι σημαίνει "ηλιάτορας";» Χαμογέλασε. «Δεν σημαίνει κάτι. Ο Ελύτης έφτιαξε αυτή τη λέξη.
Την επινόησε.» Έμεινα να τον κοιτάζω. «Δηλαδή... μπορεί να φτιάχνει μόνος του λέξεις;» «Φυσικά.» Δεν θυμάμαι αν ειπώθηκε άλλη κουβέντα μετά από αυτό.
Θυμάμαι μόνο τη σκέψη που γεννήθηκε εκείνη τη στιγμή.
Δηλαδή γίνεται; Γίνεται να παίρνεις τις λέξεις και να τις λυγίζεις όπως θέλεις.
Να τις ενώνεις, να τις χαλάς, να τις ξαναφτιάχνεις.
Να είσαι γλωσσοπλάστης! Δεν είναι όλες γραμμένες κάπου από πριν; Μου φάνηκε απίστευτα ωραίο.
Και, χωρίς να το καταλάβω, γεννήθηκε μέσα μου μια καινούργια επιθυμία.
Να μπορώ κι εγώ κάποτε να φτιάχνω λέξεις.
Τα χρόνια πέρασαν.
Μάθαινα μουσική, συνέχισα να ζωγραφίζω και, πού και πού, να σκαρώνω στιχάκια και μικρά κείμενα.
Στο λύκειο, σε ένα μάθημα που φαινόταν εντελώς άσχετο με όλα αυτά, την Οικονομία, ήρθε άλλη μία μικρή αποκάλυψη.
Αυτή τη φορά από τον καθηγητή μας, τον κύριο Τάλαρο.
Μικρή παρένθεση.
Πόσο ταιριαστό επίθετο για καθηγητή οικονομικών.
Όπως έχω γνωρίσει και καθηγητή κιθάρας που λεγόταν Γρατζούνας.
Υπάρχουν κάτι συμπτώσεις που μοιάζουν σαν να τις έχει γράψει κάποιος λίγο βιαστικός συγγραφέας.
Εγώ πάλι, με το επίθετο Ταυλάς, λογικά θα έπρεπε να έχω γίνει επιπλοποιός ή πατωματζής.
Αντί γι' αυτό, σας ζαλίζω με μελωδίες και κείμενα.
Ο κύριος Τάλαρος μας είπε λοιπόν κάποια στιγμή ότι στις διαφημιστικές εταιρείες υπάρχουν άνθρωποι που πληρώνονται μόνο και μόνο για να σκέφτονται.
Αυτό ήταν.
Θυμάμαι τη σκέψη που μου γεννήθηκε ακαριαία.
Αυτό θέλω να κάνω.
Όχι να γίνω διαφημιστής.
Να πληρώνομαι για να σκέφτομαι.
Εκείνα τα χρόνια έπαιζα ήδη πολλά χρόνια κλασική κιθάρα και είχα φτάσει στην Ανωτέρα.
Ο δάσκαλός μου, ο Γιώργος, είχε καταλάβει νωρίς ότι περισσότερο από το να μελετώ τα έργα των άλλων, με τραβούσε να φτιάχνω δικά μου.
Έτσι, παράλληλα με την κιθάρα, με παρότρυνε να ασχοληθώ σοβαρά και με τη σύνθεση.
Ίσως γι' αυτό σήμερα, τόσα χρόνια μετά, κάθε φορά που κάποιος με συστήνει ως κιθαρίστα νιώθω μια μικρή αμηχανία.
Δεν αισθάνθηκα ποτέ πραγματικά κιθαρίστας.
Ούτε καν μόνο μουσικός.
Αισθάνομαι περισσότερο σαν ένας άνθρωπος που έχει μια μόνιμη ανάγκη να δημιουργεί.
Μια μελωδία.
Ένα τετράστιχο.
Μια ζωγραφιά.
Ένα αστείο.
Μια παράγραφο.
Η κιθάρα, η σύνθεση, οι λέξεις, τα χρώματα δεν είναι η ταυτότητά μου.
Είναι τα εργαλεία μου.
Ίσως γι’ αυτό θυμάμαι ακόμη εκείνα τα σχολικά χρόνια.
Δεν μαθαίναμε μόνο μαθηματικά, φυσική, λογοτεχνία ή μουσική.
Χωρίς να το ξέρουμε, μαζεύαμε εργαλεία.
Άλλα χρήσιμα.
Άλλα λιγότερο.
Όλα όμως ικανά, κάποια στιγμή, να υπηρετήσουν το ίδιο πράγμα.
Τη δημιουργία.
Πολλές φορές με ρωτούν τι είμαι τελικά ή ακόμα χειρότερα τι μου αρέσει περισσότερο. Συνθέτης; Συγγραφέας; Κωμικός; Ζωγράφος; Δεν ξέρω ποτέ τι να απαντήσω.
Οι εποχές αγαπούν τις ταμπέλες.
Εγώ ακόμη προτιμώ τα εργαλεία.
Ίσως γι’ αυτό θυμάμαι ακόμη εκείνο το πρωινό στην τάξη.
Δεν θυμάμαι τι βαθμό πήρα εκείνη τη χρονιά.
Δεν θυμάμαι σχεδόν τίποτα από τη γραμματική.
Θυμάμαι όμως δύο πράγματα.
Ότι ένα γρατσουνισμένο γόνατο μπορεί να αφορά ολόκληρη την ανθρωπότητα.
Και ότι ένας ποιητής μπορεί να φτιάξει μια καινούργια λέξη.
Τα υπόλοιπα ήρθαν σχεδόν μόνα τους.
Γι’ αυτό εξακολουθώ να χαίρομαι όταν τελειώνω ένα κείμενο.
Όταν γράφω μια μελωδία.
Όταν βρίσκω ένα καινούργιο αστείο.
Ίσως τελικά αυτό να ήθελα πάντα.
Όχι να γίνω κιθαρίστας.
Ούτε συνθέτης.
Ούτε συγγραφέας.
Να συνεχίσω να είμαι εκείνο το παιδί που κάποτε έμαθε πως οι άνθρωποι μπορούν να φτιάχνουν καινούργιες λέξεις. Ένας αθεράπευτος σκαρωματάρης.
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους