«Κοίταξέ τον καλά, Δημήτρη. Ούτε τα μάτια σου έχει ούτε τη μύτη σου. Εγώ αυτά δεν τα λέω τυχαία.» Η πεθερά μου είχε αφήσει το πιρούνι δίπλα στο πιάτο με τα γεμιστά και κοίταζε τον πεντάχρονο γιο μας...
«Κοίταξέ τον καλά, Δημήτρη. Ούτε τα μάτια σου έχει ούτε τη μύτη σου.
Εγώ αυτά δεν τα λέω τυχαία.» Η πεθερά μου είχε αφήσει το πιρούνι δίπλα στο πιάτο με τα γεμιστά και κοίταζε τον πεντάχρονο γιο μας, τον Μάρκο, σαν να ήταν ξένος μέσα στο ίδιο του το σπίτι. Ο Δημήτρης πάγωσε.
Εγώ ένιωσα το αίμα να ανεβαίνει στο κεφάλι μου. «Μαμά, φτάνει», είπε χαμηλά.
Εκείνη ανασήκωσε τους ώμους. «Εγώ λέω αυτό που βλέπω.
Και στη γειτονιά το λένε.
Παιδί μου είναι, δεν θέλω να σε κοροϊδεύουν.» Ο Μάρκος έπαιζε με το ψωμί του, αμέριμνος.
Μας κοιτούσε έναν έναν, χωρίς να καταλαβαίνει γιατί ξαφνικά κανείς δεν μιλούσε.
Σηκώθηκα τόσο απότομα που έπεσε η καρέκλα πίσω μου. «Δεν θα ξαναπείς τέτοιο πράγμα μπροστά στο παιδί μου.» «Α, τώρα θίχτηκες;» πέταξε η Αλεξάνδρα. «Αν δεν έχεις να φοβηθείς κάτι, γιατί φωνάζεις;» Ο Δημήτρης δεν με υπερασπίστηκε.
Αυτό πόνεσε περισσότερο από τα λόγια της.
Κοίταζε το τραπεζομάντιλο, σαν να υπήρχε εκεί η απάντηση που φοβόταν να ακούσει.
Εκείνο το βράδυ, αφού κοιμίσαμε τον Μάρκο, ο Δημήτρης στάθηκε στην κουζίνα με τα χέρια ακουμπισμένα στον πάγκο.
Δεν με κοίταζε. «Θέλω να κάνουμε τεστ», είπε.
Για λίγα δευτερόλεπτα άκουγα μόνο το ψυγείο να βουίζει. «Γιατί; Επειδή το είπε η μητέρα σου;» «Όχι μόνο γι’ αυτό.» Γύρισε τότε προς το μέρος μου.
Τα μάτια του ήταν κόκκινα, όχι από θυμό μόνο.
Από κάτι πιο ταπεινωτικό. «Γιατί όταν σου λέω ότι δεν μου μοιάζει, εσύ δεν λες “είσαι τρελός”. Σαν να... σαν να φοβάσαι.» Είχα φοβηθεί.
Όχι επειδή ο Μάρκος δεν ήταν παιδί του. Ήταν.
Το ήξερα βαθιά μέσα μου.
Αλλά υπήρχε μια νύχτα, επτά χρόνια πριν, που δεν μπορούσα να τη σβήσω.
Και η πιθανότητα, όσο μικρή κι αν ήταν, είχε γίνει ένα σκουλήκι στο κεφάλι μου.
Δεν μίλησα ποτέ σε κανέναν.
Ούτε στη φίλη μου τη Σοφία.
Ούτε στον ίδιο τον Δημήτρη.
Τότε δουλεύαμε κι οι δύο σαν τρελοί.
Εκείνος σε συνεργείο αυτοκινήτων στον Κολωνό, εγώ σε ένα μικρό λογιστικό γραφείο στο Περιστέρι.
Είχαμε μόλις παντρευτεί, νοικιάζαμε ένα δυάρι με υγρασία στους τοίχους και μετρούσαμε τα κέρματα πριν πάμε στο σούπερ μάρκετ. Ο Δημήτρης έπαιρνε ό,τι υπερωρία έβρισκε.
Γύριζε κουρασμένος, νευρικός, σιωπηλός.
Εγώ νόμιζα πως δεν με ήθελε πια.
Μπορεί να μην ήταν έτσι.
Μπορεί απλώς να πνιγόταν από τους λογαριασμούς και από την αγωνία να τα βγάλουμε πέρα.
Αλλά τότε ήμουν είκοσι επτά, θυμωμένη και μόνη μέσα στο ίδιο μου το σπίτι.
Ένα βράδυ, μετά από έναν καβγά που είχε ξεκινήσει για το ενοίκιο και κατέληξε σε σκληρές κουβέντες, βγήκα με τις συναδέλφους μου.
Ήπια περισσότερο απ’ όσο άντεχα.
Εκεί ήταν ο Στέργιος, από το διπλανό γραφείο.
Δεν θα πω ψέματα ότι δεν ήξερα τι έκανα. Ήξερα.
Απλώς ήθελα για λίγες ώρες να νιώσω ότι κάποιος με κοιτάζει, ότι υπάρχω.
Έγινε μία φορά.
Μία απαίσια, άδεια φορά.
Την επόμενη μέρα έκλαιγα στο μπάνιο και ήθελα να το πω στον Δημήτρη.
Δεν το είπα.
Φοβήθηκα ότι θα τελείωναν όλα.
Λίγες εβδομάδες μετά έμαθα ότι ήμουν έγκυος.
Οι ημερομηνίες ήταν κοντά.
Πολύ κοντά. Ο Δημήτρης χάρηκε τόσο πολύ, που με αγκάλιασε στη μέση της κουζίνας και γελούσε σαν παιδί.
Κι εγώ χαμογελούσα, ενώ μέσα μου γκρεμιζόμουν. «Τι εννοείς;» με ρώτησε εκείνο το βράδυ, όταν του είπα πως πριν μείνω έγκυος είχα κάνει ένα λάθος.
Δεν μπορούσα να σχηματίσω σωστά τις λέξεις. «Ήταν μία φορά, Δημήτρη.
Πριν μάθω για τον Μάρκο.
Δεν υπήρχε σχέση, δεν... δεν σημαίνει τίποτα τώρα.» Το πρόσωπό του άδειασε.
Κάθισε στην καρέκλα, αργά, λες και τον είχαν χτυπήσει. «Και τόσα χρόνια;» 🔗 Συνέχεια στα πρώτα σχόλια 👇👇
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους