[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

Το μεσημέρι της 21ης Ιουλίου 1928, ο ποιητής Κώστας Καρυωτάκης, σε ηλικία 32 χρόνων, αφού μάταια είχε δοκιμάσει να πνιγεί την προηγούμενη νύχτα, κάθεται σε κάποιο καφενείο και γράφει το...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

Το μεσημέρι της 21ης Ιουλίου 1928, ο ποιητής Κώστας Καρυωτάκης, σε ηλικία 32 χρόνων, αφού μάταια είχε δοκιμάσει να πνιγεί την προηγούμενη νύχτα, κάθεται σε κάποιο καφενείο και γράφει το αποχαιρετιστήριο γράμμα του.

Ύστερα πηγαίνει να αυτοπυροβοληθεί στα περιβόλια της Πρέβεζας.

Η φωτογραφία που τον δείχνει νεκρό είναι από τα αρχεία της Χωροφυλακής και όπως φαίνεται ο φωτογράφος διευθέτησε κατάλληλα το σώμα του ποιητή ώστε εύκολα να αναγνωρίζεται.

Σταυρωμένα χέρια, τακτοποιημένο σακάκι, το ψαθάκι δίπλα στο κεφάλι.

Η περιφανής θέση του Καρυωτάκη στη νεοελληνική λογοτεχνία και η συνακόλουθη αγιοποίησή του δεν οφείλονται φυσικά στο γεγονός της αυτοκτονίας του.

Ο ποιητής προτού καταλήξει εκεί, έχει φροντίσει να προετοιμάσει το έργο του.

Απλώς με τον πυροβολισμό που ακούστηκε μπορέσαμε να βρούμε το ακριβές, το πραγματικό σημείο που κείται ο ποιητής.

Κοίτα, λοιπόν, πλάσμα χαριτωμένο, αυτή τη σπάνια φωτογραφία ενός που συνήθιζε να ονειρεύεται το όνειρό του.

Είναι καλοκαίρι του 1928. Μήνας Ιούλιος.

Κάνει ζέστη και ο ποιητής είναι ντυμένος καλοκαιρινά.

Φορά το θερινό του κοστούμι, όπως θα έκανε οποιοσδήποτε υπάλληλος που θα έβγαινε για ένα περίπατο στην πόλη της Πρέβεζας.

Το κοστούμι φαίνεται καινούργιο.

Μονόχρωμο βαμβακερό, ραμμένο με την τέχνη και την επιτηδειότητα που διέκρινε τους εμποροράφτες των παλαιών χρόνων.

Διαγράφονται τα βάτα που κρατούν στητούς τους ώμους.

Τα πέτα είναι πλατιά, το πουκάμισο άσπρο (σχεδόν ακηλίδωτο) με τον κολλαρισμένο γιακά και την καλοδεμένη ριγωτή γραβάτα.

Μακάριος σχεδόν εικονίζεται ο ποιητής.

Τα μάτια κατάκλειστα.

Τα φρύδια καμαρωτά.

Το στόμα κλειστό, δείχνει να μην ανασαίνει καθόλου.

Αλλά κάτι φαίνεται να ανθίζει πάνω στο σφαλιγμένο στόμα.

Διατηρεί το κανονικό του σχήμα, όμως κάτι αφήνει να διαφαίνεται.

Σαν να χαίρεται ο ποιητής που ταξιδεύει μεσοπέλαγα, σαν να θλίβεται που μένει ακόμη στο χώμα.

Και τα χέρια, κοίτα με ποια τάξη τα έχει σταυρώσει πάνω στο κοιμισμένο κορμί.

Τα ημίκλειστα δάχτυλα του δεξιού ακουμπούν ελαφρά πάνω στο αριστερό χέρι.

Όμως και τα δύο σαν κάτι θέλουν να κρύψουν.

Σαν κάτι μαύρο και υγρό να έχει κυλήσει από το μέρος της καρδιάς και έχει λιμνάσει στην κοιλιά του ξαπλωμένου άντρα.

Και ο φωτογράφος, μη θέλοντας προφανώς να φανεί αυτή η κηλίδα πάνω στο άσπρο πουκάμισο του ποιητή, του σταύρωσε τα χέρια (κατά το έθιμο των χριστιανών) σε εκείνο το σημείο.

Το ίδιο έγινε και με τα πόδια.

Είναι ενωμένα με διακριτικότητα.

Αυτό εικονίζει η φωτογραφία.

Ένα διακριτικό άνθρωπο που τρέχει και κολυμπά συνεχώς χωρίς ποσώς να κινεί χέρια και πόδια.

Όμως αυτή η διευθέτηση του σώματος είναι ημιτελής.

Ωσάν ο φωτογράφος να βιάζεται να τελειώσει το έργο του, και πάλι δεν θέλει να φανεί βιαστικός.

Αποτέλεσμα: ο άνθρωπος ούτε σε στάση αγωνίας εικονίζεται, ούτε σε ηρεμία και ανάπαυση.

Το κεφάλι ακουμπά και στο χώμα της ηπειρώτικης γης και στο ψάθινο καπέλο.

Έτσι δημιουργείται η εντύπωση πως ένα ψάθινο φωτοστέφανο αρχίζει να καλύπτει το γυμνό κρανίο.

Το ίδιο αναποφάσιστος δείχνει ο φωτογράφος στη διευθέτηση του κορμού.

Ενώ δηλαδή ο ποιητής εικονίζεται πρηνής, την ίδια στιγμή έχει στραφεί προς τα δεξιά.

Επίπεδος ο κορμός του και την ίδια στιγμή πλαγιασμένος.

Ο δεξιός αγκώνας στηρίζεται στο χώμα, ο αριστερός αναπαύεται πάνω στο ίδιο του το κορμί.

Έτσι έχει διευθετηθεί το ακίνητο σώμα από τον φωτογράφο.

Να δείχνει συνάμα επίπεδο και πλαγιασμένο, να φαίνεται ξαπλωμένο μέσα σε μαύρο φέρετρο και την ίδια ώρα να κοιμάται ανέμελα πάνω στο χώμα.

Ωσάν επιτύμβια στήλη που έχει πέσει στη γη. Πάρε λοιπόν τώρα, αγαπημένε μου, την ταπεινή φωτογραφία του πεσμένου άνδρα και από οριζόντια θέση φέρε τη σε θέση κάθετη.

Πώς μοιάζει τώρα ο Καρυωτάκης; Όχι σαν πεσμένη επιτύμβια στήλη, αλλά σαν ένα ανθρώπινο σώμα που συσπειρώνεται και ετοιμάζεται να φύγει και να ανέβει ψηλά.

Τώρα φαίνεται καθαρότερα η κίνηση των χεριών.

Τα χέρια δεν δηλώνουν (όπως πρωτύτερα) ακινησία.

Δεν δείχνουν ότι θέλουν κάτι να κρύψουν! Ωσάν φτερά αρχίζουν να κινούνται και να ξεδιπλώνουν.

Τα δάχτυλα δείχνουν τη λίμνη του αίματος πάνω στην κοιλιά.

Δεν την κρύβουν.

Κοίτα τα μανίκια του καινούργιου κοστουμιού.

Δεν σου φαίνονται ότι ανοίγουν και απλώνουν σαν φτερούγες έτοιμες να χτυπήσουν το χώμα και να ωθήσουν το σώμα ψηλά; Αυτό δείχνει η φωτογραφία κοιταγμένη από άλλη γωνία.

Τον ποιητή να συσπειρώνεται μέσα στον ύπνο του, σα σφαίρα να πεταχτεί στα ουράνια.

Να και το στόμα πώς ετοιμάζεται να ανοίξει.

Να που ο λόγος πάει να ανθίσει.

Μιλά ενώ ακόμη τα χείλη είναι ημίκλειστα.

Ω εσύ, ευγενικέ διαβάτη, λέει, που περνάς, μην προσπεράσεις, αδιάφορος, καλέ μου.

Το βήμα κράτησε μια στιγμή και ρώτα εδώ ποιος κείται.

Θα μάθεις πως εδώ αναπαύεται ένας χωρίς πατρίδα και δίχως μοίρα.

Εδώ στην αμμουδιά της χλοερής Πρέβεζας κείτομαι και ατενίζω, ανάμεσα σε ίσκιους και φύλλα, το παραδείσιο τοπίο. Του Γιώργη Γιατρομανωλάκη(από τον φίλο Μανώλης Γιούργος που μας θυμίζει... Το κείμενο του Γιώργη Γιατρομανωλάκη ήταν το εναρκτήριο της παράστασής «…έως την ψυχή τα πράγματα του κόσμου» το 2018 στο καφέ-βιβλιοπωλείο των εκδόσεων Γαβριηλίδη, στην οικία Κατακουζηνού και στον Χώρο Τέχνης «Ιδιόμελο» στο Μαρούσι…) -Μία μελοποίηση του ποιητή απο τον ακριβοθωρητο - ερμηνευτικά-Νίκο Κούρκουλο https://youtu.be/I-7uYXxPDNA -Και αυτό που γράφει ένας φίλος... "Στο αγιολόγιο της ποίησης η σημερινή μέρα είναι αργία." -"Πληρώνω για όσους καθώς εγώ δεν έβλεπαν κανένα ιδανικό στη ζωή τους, έμειναν πάντα έρμαια των δισταγμών τους κι εθεώρησαν την ύπαρξή τους παιχνίδι χωρίς ουσία.

Τους βλέπω να έρχονται ολοένα και περισσότεροι μαζί με τους αιώνες. Σ'αυτούς απευθύνομαι". Τον έτρωγε η κοινωνική ηθική ατονία... Να μας τρώει...θα μας έπρεπε.

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης - Επικοινωνία
Update cookies preferences