«Δεν έχετε ιδέα –και δεν αισθάνομαι καθόλου υπερήφανη γι’ αυτό– πόσο αφελής υπήρξα σε αυτή την ιστορία», εξομολογείται στο “NB Daily” η Κατερίνα Παπανικολάου, ανατρέχοντας στα πρώτα κεφάλαια της...
«Δεν έχετε ιδέα –και δεν αισθάνομαι καθόλου υπερήφανη γι’ αυτό– πόσο αφελής υπήρξα σε αυτή την ιστορία», εξομολογείται στο “NB Daily” η Κατερίνα Παπανικολάου, ανατρέχοντας στα πρώτα κεφάλαια της υπόθεσης των υποκλοπών.
Πρώην μέλος της Αρχής Διασφάλισης του Απορρήτου των Επικοινωνιών και μία από τις εμβληματικές μορφές της προσπάθειας για τη διαλεύκανση του σκανδάλου, περιγράφει πώς μια αμιγώς επιστημονική ανησυχία εξελίχθηκε σταδιακά σε μείζον θεσμικό ζήτημα.
Εν αρχή ην η επιστήμη.
Το 2021, μαζί με τον τότε πρόεδρο της ΑΔΑΕ, Χρήστο Ράμμο, και τον καθηγητή Ασφάλειας Πληροφοριακών Συστημάτων του Πανεπιστημίου Πειραιώς, Στέφανο Γκρίτζαλη, συνυπέγραψε άρθρο με το οποίο έκρουαν έναν πρώτο θεσμικό κώδωνα κινδύνου.
Υποστήριζαν ότι η πλήρης απαγόρευση ενημέρωσης των πολιτών που είχαν τεθεί υπό παρακολούθηση για λόγους εθνικής ασφάλειας ενδέχεται να προσκρούει σε θεμελιώδεις συνταγματικές και ευρωπαϊκές εγγυήσεις. «Πιστεύω ότι θα το έγραφα ακόμη κι αν δεν είχα αυτή την ιδιότητα, ως αρκετά σχολαστική νομικός, και μάλιστα με μια στάση του τύπου “μα πώς είναι δυνατόν;”», παρατηρεί η ίδια.
Εκείνο που τότε διατυπωνόταν ως επιστημονική θέση έμελλε, τρία χρόνια αργότερα, να αποκτήσει και δικαστική επιβεβαίωση.
Το 2024, έπειτα από προσφυγή του Νίκου Ανδρουλάκη, η Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας, με την απόφαση 465/2024, επιβεβαίωσε τη συγκεκριμένη νομική προσέγγιση.
Η διαδρομή, ωστόσο, κάθε άλλο παρά ομαλή υπήρξε. Η Κατερίνα Παπανικολάου βρέθηκε αντιμέτωπη και με τη γνωμοδότηση του τότε Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, Ισίδωρου Ντογιάκου, σύμφωνα με την οποία η ΑΔΑΕ δεν είχε αρμοδιότητα να διενεργεί ελέγχους στους τηλεπικοινωνιακούς παρόχους σχετικά με τις άρσεις του απορρήτου των επικοινωνιών από την ΕΥΠ.
Η ίδια χαρακτηρίζει τη γνωμοδότηση «επικίνδυνα αντιθεσμική πρωτοβουλία», η οποία, άλλωστε, αποδοκιμάστηκε τότε και από έγκριτους καθηγητές του συνταγματικού δικαίου.
Λίγους μήνες αργότερα, η περίπτωσή της επανήλθε στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος της νομικής κοινότητας.
Μία ημέρα πριν από τη συζήτηση για την επιβολή προστίμου ύψους 100.000 ευρώ στην ΕΥΠ, λόγω μη συνεργασίας και απόκρυψης στοιχείων στην υπόθεση των παρακολουθήσεων, αντικαταστάθηκαν μέλη της ΑΔΑΕ, μεταξύ των οποίων και η ίδια.
Η διαδικασία προκάλεσε έντονες αντιδράσεις, καθότι δεν είχε συγκεντρωθεί η αυξημένη πλειοψηφία των τριών πέμπτων που απαιτεί το Σύνταγμα στη Διάσκεψη των Προέδρων της Βουλής για τον διορισμό των μελών των ανεξάρτητων Αρχών.
Το τελευταίο –και πλέον προσωπικό– κεφάλαιο αυτής της διαδρομής γράφτηκε τον Νοέμβριο του 2023.
Η ίδια κλήθηκε, μαζί με τον Στέφανο Γκρίτζαλη, ως ύποπτη για τη διαρροή στον Τύπο τριών βουλευμάτων που αφορούσαν την άρση του απορρήτου, από την ΕΥΠ, στο κινητό τηλέφωνο του δημοσιογράφου Θανάση Κουκάκη το καλοκαίρι του 2020.
Η υπόθεση σε βάρος των μελών της ΑΔΑΕ τέθηκε τελικά στο αρχείο τον Φεβρουάριο του 2024.
Στη συνέντευξή της στο “NB Daily”, η Κατερίνα Παπανικολάου επισημαίνει ότι, όσο η υπόθεση παραμένει ανεξιχνίαστη, δεν μπορεί να θεωρείται λήξασα.
Για την ίδια, το απόρρητο των επικοινωνιών αποτελεί θεμελιώδη προϋπόθεση της ελεύθερης σκέψης και της ίδιας της δημοκρατίας.
Ο φόβος της παρακολούθησης, εξηγεί, οδηγεί σταδιακά τον πολίτη στον αυτοπεριορισμό και προκαλεί στην πράξη το «πάγωμα» του δικαιώματος.
Υποστηρίζει ακόμη ότι τα μέλη των ανεξάρτητων Αρχών και κάθε δημόσιος λειτουργός έχουν ως βασικό καθήκον την τήρηση της συνταγματικής νομιμότητας.
Οι θεσμικές εγγυήσεις αποκτούν ιδιαίτερη σημασία στις στιγμές κατά τις οποίες ένας δημόσιος λειτουργός καλείται να πει «δυσάρεστα πράγματα», να καταγράψει με τεχνοκρατική επάρκεια όσα διαπιστώνει και να ασκήσει απερίσπαστα τις αρμοδιότητές του.
Παράλληλα, ασκεί αυστηρή κριτική στο ισχύον πλαίσιο ενημέρωσης των πολιτών που τέθηκαν υπό παρακολούθηση για λόγους εθνικής ασφάλειας.
Χαρακτηρίζει συνταγματικά προβληματική την ανάθεση της σχετικής απόφασης σε τριμελές όργανο, στο οποίο τα δύο από τα τρία μέλη είναι οι ίδιοι εισαγγελείς που είχαν εμπλακεί στην επιβολή και την έγκριση του μέτρου.
Επισημαίνει, επίσης, ότι η γνωστοποίηση πρέπει να πραγματοποιείται μόλις παύσει να διακυβεύεται ο σκοπός της παρακολούθησης και όχι να εξαρτάται από την πάγια παρέλευση τριών ετών.
Ζητεί ουσιαστικό έλεγχο και λογοδοσία της ΕΥΠ, ως αναγκαίες εγγυήσεις της θεσμικής της αξιοπιστίας.
Σε μια ώριμη δημοκρατία, τονίζει, κάθε δημόσια υπηρεσία και κάθε όργανο που ασκεί δημόσια εξουσία οφείλει να υπόκειται σε αποτελεσματικό έλεγχο.
Τάσσεται, επίσης, υπέρ της συνένωσης της ΑΔΑΕ με την Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, καθώς θεωρεί ότι η προστασία του απορρήτου των επικοινωνιών και των προσωπικών δεδομένων αποτελούν διαφορετικές όψεις του ίδιου ευρύτερου δικαιώματος.
Ως βασικά κριτήρια για την επιλογή των μελών των ανεξάρτητων Αρχών θέτει την τεχνοκρατική επάρκεια και το δημοκρατικό ήθος, ενώ υποστηρίζει και την αλλαγή του υφιστάμενου μοντέλου επιλογής της ηγεσίας της Δικαιοσύνης, με το επιχείρημα ότι «το μοντέλο που εφαρμόστηκε μέχρι σήμερα δοκιμάστηκε και οδήγησε στα καθόλου ευχάριστα αποτελέσματα που συζητούμε τώρα». Τονίζει ακόμη ότι τα θεσμικά ζητήματα, παρά τη μειωμένη έλξη τους στα μάτια της κοινής γνώμης, συνδέονται άμεσα με την καθημερινότητα των πολιτών.
Η υγιής λειτουργία των δημόσιων Αρχών και η αποτελεσματική άσκηση των αρμοδιοτήτων των ελεγκτικών μηχανισμών επηρεάζουν την κοινωνία, την οικονομία και την καθημερινή ζωή, με ιδιαίτερες συνέπειες για τους πιο ευάλωτους.
Αν μπορούσε να γυρίσει τον χρόνο πίσω, σε εκείνα τα «αθώα χρόνια» πριν ξεκινήσει η υπόθεση, θα επέλεγε να είναι ακόμη πιο επίμονη απέναντι στις θεσμικές δυσλειτουργίες της ΑΔΑΕ και να διεκδικεί με μεγαλύτερη ένταση την ουσιαστική άσκηση των αρμοδιοτήτων της Αρχής.
Παρά τη «θεσμική μελαγχολία» που της άφησε η εμπειρία αυτή, παραμένει αισιόδοξη για την τελική έκβαση της υπόθεσης, αναγνωρίζοντας παράλληλα ότι όσα έζησε την έκαναν καλύτερη νομικό και της επέτρεψαν να κατανοήσει «τι σημαίνει αποτελεσματική προστασία του δικαιώματος στο απόρρητο των επικοινωνιών», αυτό που το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου περιγράφει ως «προστασία του δικαιώματος στην πράξη». Το 🔗 της συνέντευξης που πραγματοποιήσαμε με τον παπαγιαννιδης αντωνης, στο πρώτο σχόλιο. 📷: Bill Rebapis
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους