Μέσα στο μπαρ είχε κάτι κουδούνες - ήταν κουδούνια βοσκών, από τα Γιάννενα, τόπος καταγωγής που ο Λώρας δεν απαρνήθηκε ποτέ. Και τα κρατούσε δίπλα στη μικρή σκαλίτσα που ανέβαινε για να φτάσει τα...
Μέσα στο μπαρ είχε κάτι κουδούνες - ήταν κουδούνια βοσκών, από τα Γιάννενα, τόπος καταγωγής που ο Λώρας δεν απαρνήθηκε ποτέ.
Και τα κρατούσε δίπλα στη μικρή σκαλίτσα που ανέβαινε για να φτάσει τα ψηλά ράφια της κάβας του - μικρός στο δέμας, αλλά γερός και δυνατός.
Είχαν τρεις χρήσεις.
Τα χτυπούσε πρώτα για να αναγγείλει τον απρόβλεπτο ερχομό ενός αγαπημένου πελάτη που είχε καιρό να φανεί, να τον προϋπαντήσει και να στρέψει πάνω του την προσοχή όλων - έτσι υποδεχόταν, ας πούμε, τον Τάκη, τον σύζυγο της Άννας Παναγιωτοπούλου, ή τους θεατρικούς συγγραφείς Σκούρτη και Τσικληρόπουλο.
Τα χτυπούσε, επίσης, τις σπάνιες φορές που ήθελε να ηρεμήσει την κατάσταση, όταν κάποιος καβγάς έμοιαζε να επίκειται και ήθελε να επιβάλει την τάξη.
Και τα χτυπούσε, τρίτον, όταν έκανε ο ίδιος καμιά μικρή ζημιά - πράγμα σπανιότατο, γιατί δεν καταδεχόταν να κάνει ζημιές. «Μερικές φορές συγχυζόταν τόσο πολύ που είχε σπάσει ένα ποτήρι ο ίδιος, ή είχε ρίξει κάτι σε κάποιον, που άδειαζε το μαγαζί μέχρι να συνέλθει, να τακτοποιήσει τη ζημιά, και μας ξανακαλούσε μέσα μετά.
Αυτό δεν το έχω δει ποτέ». Μίλησα με τον Κώστα Λειβαδά, ο οποίος με την αφήγηση του ξεδιπλώνει τον μύθο του Νίκου Λώρα, του τελευταίου μπάρμαν της αναλογικής Αθήνας. Το ρεπορτάζ στην Athens Voice 👇
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους