Μια υπόκωφα σφαγιαστική κριτική για την Οδύσσεια του Νόλαν δημοσιεύει ο Economist στο τελευταίο του φύλλο. Δεν είναι οργισμένη· είναι μια απολαυστικά δηκτική, σχεδόν αριστοτεχνική κατεδάφιση. Με το...
Μια υπόκωφα σφαγιαστική κριτική για την Οδύσσεια του Νόλαν δημοσιεύει ο Economist στο τελευταίο του φύλλο.
Δεν είναι οργισμένη· είναι μια απολαυστικά δηκτική, σχεδόν αριστοτεχνική κατεδάφιση.
Με το χαρακτηριστικό βρετανικό του φλέγμα ο Economist δεν υψώνει ποτέ τον τόνο, αλλά αφήνει την ειρωνεία να κάνει όλη τη δουλειά. Ο Οδυσσέας παρουσιάζεται σαν ένας σύγχρονος «καλός τύπος» που απαλλάσσεται από κάθε ηθική αμφισημία, η εξορία του θυμίζει διακοπές στην Καραϊβική, οι πολεμιστές μοιάζουν με λέγκο, ο Κύκλωπας είναι τόσο ατυχής ώστε «όσο λιγότερα ειπωθούν γι’ αυτόν, τόσο το καλύτερο», ενώ η ψυχολογία της ταινίας αντιμετωπίζεται σαν άλλη μία εκδήλωση της σύγχρονης μανίας να εξηγούνται τα πάντα με διαγνώσεις και τραύματα.
Κι όμως, το πιο ενδιαφέρον είναι ότι ο στόχος του άρθρου δεν είναι τελικά ο Νόλαν.
Η ταινία λειτουργεί απλώς ως αφορμή για μια πολύ ευρύτερη παρατήρηση: κάθε εποχή ξαναγράφει την «Οδύσσεια» σύμφωνα με τις δικές της εμμονές και αγωνίες.
Οι αρχαίοι Αθηναίοι τη μετέτρεψαν σε τραγωδία, οι μοντερνιστές σε λογοτεχνική πρωτοπορία, ενώ ο δικός μας οπτικοκεντρικός, υπεραπλουστευτικός κόσμος την έκανε πεδίο μαχών στα social media και έναν κάπως γελοίο Κύκλωπα.
Είναι μια κριτική που δεν κραυγάζει ούτε καταγγέλλει· χαμογελά ευγενικά και, με χειρουργική ακρίβεια, αφήνει ελάχιστα όρθια. H KΡΙΤΙΚΗ Η διαμάχη υπήρξε επική.
Η κινηματογραφική μεταφορά της «Οδύσσειας» από τον σερ Κρίστοφερ Νόλαν είχε προκαλέσει σπασμούς αγανάκτησης πολύ πριν τη δει κανείς.
Πριν ακόμη από την πρεμιέρα της, στις 17 Ιουλίου, οι επικρίσεις έπεφταν βροχή για τα πάντα: από την ηθοποιό που υποδύεται την Ελένη («υπερβολικά μαύρη»), μέχρι το χρώμα της φούντας στο κράνος του Οδυσσέα («υπερβολικά κόκκινη»), την πανοπλία των πολεμιστών («επίσης υπερβολικά μαύρη και υπερβολικά... Batman») και ακόμη και το λεξιλόγιο του Τηλέμαχου («υπερβολικά αμερικανικό»: σε μια σκηνή αποκαλεί τον Οδυσσέα «ντάντι»). Στο YouTube, το τρέιλερ αντιμετωπίστηκε με χλευασμό. «Αν το έβλεπα σε αεροπλάνο, πάλι θα σηκωνόμουν να φύγω», έγραφε ένα ιδιαίτερα δυσαρεστημένο σχόλιο.
Η ίδια η ταινία δύσκολα θα καθησυχάσει όσους ενοχλούνται από τους αναχρονισμούς.
Από τα τοπία μέχρι την ψυχολογία των χαρακτήρων, μιλά πολύ περισσότερο για τη σύγχρονη Δύση παρά για την αρχαία Ελλάδα.
Παίρνει εντυπωσιακές ελευθερίες με την πλοκή, μετατρέποντας τον Οδυσσέα —τον κατεξοχήν προβληματικό αρχαίο ήρωα— σε έναν απλοϊκό, σύγχρονο «καλό» τύπο, εξομαλύνοντας όλες τις αντιφάσεις του.
Κάθε ανάρμοστη συμπεριφορά του είτε αποδίδεται στη χρήση ουσιών είτε υπονοείται ότι οφείλεται σε μια πρωτόγονη μορφή μετατραυματικού στρες (λες και η επιδημία της υπερδιάγνωσης έφτασε μέχρι τις αρχαίες ακτές της Ιθάκης). Το φινάλε, όπου ο ήρωας διαπερνάται από βέλη και καταλήγει να θυμίζει έναν Άγιο Σεβαστιανό γεμάτο βέλη, είναι ακόμη πιο παράλογο.
Τα σκηνικά είναι εξίσου ακατάλληλα και συχνά καρτποσταλικά.
Οι στρατιώτες, ντυμένοι με κομψές πανοπλίες σε μεταλλικό γκρι, μοιάζουν περισσότερο με φιγούρες λέγκο παρά με αρχαίους πολεμιστές.
Τα ανάκτορα στο χρώμα της ώχρας, λουσμένα στο φως των κεριών, θυμίζουν όχι κατοικίες πολεμάρχων αλλά πολυτελή boutique ξενοδοχεία.
Στις σκηνές στην παραλία με τη νύμφη Καλυψώ (Σαρλίζ Θερόν), ο Οδυσσέας (Ματ Ντέιμον) δείχνει λιγότερο σαν εξόριστος που βασανίζεται και περισσότερο σαν τουρίστας σε σύντομες διακοπές στην Καραϊβική (φορώντας άφθονα λινά ρούχα). Και όσο λιγότερα ειπωθούν για τον Κύκλωπα, τόσο το καλύτερο.
Όλα αυτά είναι εκνευριστικά, αλλά και απολύτως τυπικά.
Κάθε διασκευή ενός αρχαίου έργου μιλά εξίσου για την εποχή της όσο και για το πρωτότυπο· είναι λιγότερο φακός προς το παρελθόν και περισσότερο καθρέφτης του παρόντος.
Οι αρχαίοι Αθηναίοι μετέτρεψαν το ομηρικό έπος σε ψυχολογικά οξυδερκή τραγωδία.
Τον 18ο αιώνα, η μετάφραση του Αλεξάντερ Πόουπ έκανε τον Οδυσσέα να ακούγεται περισσότερο σαν εκλεπτυσμένος ποιητής του Διαφωτισμού παρά σαν αρχαίος βασιλιάς-πολεμιστής.
Το 1922 ο Τζέιμς Τζόυς πρόσφερε τη δική του εκδοχή, γεμάτη σεξ, εσωτερικό μονόλογο και το αγαπημένο θέμα του μοντερνισμού: την πλήξη.
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους