[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

Η βροχή έπεφτε λοξά πάνω στα βράχια του μικρού λιμανιού για έβδομη συνεχόμενη μέρα και είχε γίνει πια συνήθεια, σαν δεύτερο δέρμα για τα σπίτια και τους ανθρώπους που απέμειναν. Το νερό έτρεχε στα...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

Η βροχή έπεφτε λοξά πάνω στα βράχια του μικρού λιμανιού για έβδομη συνεχόμενη μέρα και είχε γίνει πια συνήθεια, σαν δεύτερο δέρμα για τα σπίτια και τους ανθρώπους που απέμειναν.

Το νερό έτρεχε στα καλντερίμια, παρέσερνε το χώμα από τις πλαγιές, και έσβηνε τα ίχνη από όσους είχαν φύγει.

Το καΐκι η Κατερίνα βογκούσε δεμένο στο μουράγιο.

Τα σκοινιά είχαν φαγωθεί από το αλάτι και τεντώνονταν με κάθε κύμα που χτυπούσε την πρύμνη, έτοιμα να σπάσουν.

Το ξύλο της ήταν μαύρο από την υγρασία και τα χρόνια.

Τα παραγάδια και τα δίχτυα στοιβαγμένα στην κουβέρτα είχαν γίνει ένα με τη σκουριά και τη μούχλα.

Πάνω στην πλώρη το όνομα ήταν ακόμα καθαρό. ΚΑΤΕΡΙΝΑ.

Το είχε βάψει ο ίδιος ο Νικόλας είκοσι πέντε χρόνια πριν, όταν γεννήθηκε η κόρη του, η Κατερίνα του, το πρώτο του παιδί.

Εκείνη μεγάλωσε, παντρεύτηκε έναν μηχανικό από τη Ρόδο και έφυγε από το νησί πριν δέκα χρόνια.

Ζούσε τώρα με την οικογένειά της μακριά από τη θάλασσα που είχε πάρει τον αδερφό της.

Τηλεφωνούσε κάθε Κυριακή αλλά ο Νικόλας σπάνια απαντούσε.

Στην ταβέρνα ο Νικόλας καθόταν στο ίδιο τραπέζι, στην ίδια καρέκλα, μπροστά στο ίδιο παράθυρο.

Το ποτήρι με το κόκκινο κρασί ήταν γεμάτο, το κοίταζε όπως κοιτάει κανείς έναν παλιό εχθρό που έμαθε να τον ανέχεται.

Στους τοίχους κρέμονταν τα δίχτυα που δεν έριχνε πια, κρέμονταν φωτογραφίες, μία από τον γάμο του με την Ελένη, με φόντο την ίδια αποβάθρα αλλά με ήλιο, μία από τη βάφτιση της Κατερίνας, με το μωρό να φοράει ένα άσπρο φόρεμα και τον Νικόλα να χαμογελάει ακόμα.

Δίπλα της, μία από τον Μιχάλη στα δέκα του, με ένα μεγάλο λαβράκι στα χέρια και λάσπη μέχρι τα γόνατα.

Ο γιος του.

Το δεύτερο παιδί.

Εφτά χρόνια μικρότερος από την Κατερίνα.

Εκείνος που έμοιασε στον πατέρα του, πήρε τα μάτια και το πείσμα του.

Τρία χρόνια πριν, μια νύχτα σαν αυτή, ο Μιχάλης είχε βγει με το καΐκι παρά την απαγόρευση.

Είκοσι δύο χρονών ήταν. Η Κατερίνα τον είχε παρακαλέσει στο τηλέφωνο να μην πάει. Η Ελένη είχε κλειδώσει την πόρτα.

Εκείνος όμως ήθελε να αποδείξει πως μπορούσε να τα βάλει με τη θάλασσα καλύτερα από τον πατέρα του.

Ήθελε να φέρει ψάρια για να πληρώσουν τα χρέη της ταβέρνας.

Η θάλασσα τον κράτησε, δεν έδωσε πίσω ούτε σώμα, μόνο ένα σωσίβιο ξεβράστηκε τρεις μέρες μετά στα βράχια του Κάβου. Η Ελένη έμεινε έξι μήνες κάθε πρωί άναβε κερί στην Παναγία την Θαλασσινή για τον γιο της, κάθε βράδυ παρακαλούσε τον Νικόλα να πουλήσουν το καΐκι και να πάνε να μείνουν με την Κατερίνα στη Ρόδο.

Εκείνος δεν μιλούσε.

Δεν μπορούσε να αφήσει το καΐκι που είχε το όνομα της κόρης του και είχε πάρει τον γιο του.

Το καλοκαίρι η Ελένη μάζεψε δύο βαλίτσες και έφυγε με το πρωινό καράβι για να μείνει με την Κατερίνα, δεν γύρισε ούτε για τα ρούχα της.

Το χωριό άδειαζε χρόνο με τον χρόνο.

Οι νέοι έφευγαν για τα καράβια ή για τις οικοδομές.

Οι γέροι πέθαιναν ήσυχοι στον ύπνο τους και τους έθαβαν στο μικρό νεκροταφείο πάνω στο λόφο.

Τα σπίτια απέναντι από την ταβέρνα είχαν κλειστά παντζούρια.

Μόνο ο μπάρμπα Στέλιος είχε απομείνει δύο στενά πιο πάνω, αλλά δεν μιλούσαν πια.

Μετά την κηδεία, ο Νικόλας σταμάτησε να χαιρετάει.

Σταμάτησε να ψαρεύει.

Άνοιγε την ταβέρνα κάθε απόγευμα στις πέντε και έσβηνε τα φώτα στις δέκα, ακόμα κι αν δεν πατούσε ψυχή.

Ήταν το τάμα του.

Να κρατάει το φως αναμμένο για τον γιο που δεν γύρισε για την κόρη που δεν άντεχε να βλέπει το καΐκι με το όνομά της να σαπίζει για τον εαυτό του για να μην ξεχάσει πως κάποτε ήταν πατέρας δύο παιδιών.

Η φουρτούνα δυνάμωσε μετά τα μεσάνυχτα.

Ο αέρας σφύριζε μέσα από τις χαραμάδες και έριξε κάτω την πινακίδα. ΤΑΒΕΡΝΑ Ο ΝΙΚΟΛΑΣ.

Ένα γράμμα έσπασε.

Το φανάρι στην πλώρη της Κατερίνας χτυπούσε λυσσασμένα στο κατάρτι.

Ο ήχος έφτανε μέχρι μέσα και τρυπούσε το κεφάλι του. Σηκώθηκε.

Τα πόδια του ήταν μουδιασμένα από την ακινησία.

Πλησίασε το παράθυρο.

Το τζάμι ήταν θολό από την ανάσα του και την υγρασία.

Το καθάρισε με το μανίκι.

Το καΐκι έγερνε επικίνδυνα.

Ένα κύμα πέρασε πάνω από την κουπαστή και πήρε μαζί του τα ξύλινα κοφίνια.

Δεύτερο κύμα έσπασε τον ένα κάβο.

Ο ήχος ήταν σαν πυροβολισμός μέσα στη νύχτα.

Θυμήθηκε τα χέρια του Μιχάλη.

Δυνατά χέρια, γεμάτα κάλους από τα δεκαπέντε του, θυμήθηκε πως του έμαθε να δένει τον ναυτικό κόμπο, θυμήθηκε το γέλιο του όταν έπιασαν εκείνον τον τεράστιο ροφό και τον κέρασαν όλο το χωριό και τον καυγά τους το τελευταίο βράδυ.

Του φώναξε πως είναι εγωιστής που δεν τον αφήνει να πάρει το καΐκι μόνος.

Του είπε πως θα σαπίσει σε αυτό το λιμάνι μαζί με το καΐκι. Ο Νικόλας του απάντησε πως η θάλασσα δεν είναι παιχνίδι. Ο Μιχάλης έφυγε βρίζοντας και δεν ξαναμπήκε στο σπίτι.

Το πρωί βρήκε την πόρτα ανοιχτή και το καΐκι να λείπει. Η Κατερίνα του τηλεφώνησε κλαίγοντας από τη Ρόδο όταν έμαθε τα νέα.

Εκείνος δεν σήκωσε το τηλέφωνο για τρεις μέρες.

Ένας κεραυνός έσκισε τον ουρανό στα δύο και φώτισε το λιμάνι σαν μέρα για μια στιγμή είδε καθαρά την αποβάθρα, τα βρεγμένα δίχτυα, την ταβέρνα του απέναντι κλειστή εδώ και δύο χρόνια, τα βουνά πίσω που τα έπνιγε η ομίχλη.

Είδε και κάτι άλλο.

Είδε τον εαυτό του.

Έναν γέρο πενήντα οχτώ χρονών που είχε γίνει σκιά του εαυτού του.

Που είχε αφήσει τον πόνο για τον γιο να γίνει φυλακή για την κόρη. Η Κατερίνα δεν ερχόταν στο νησί πια.

Δεν άντεχε να βλέπει το καΐκι, δεν άντεχε να βλέπει τον πατέρα της να πεθαίνει κάθε μέρα μπροστά σε ένα ποτήρι κρασί.

Κατάλαβε πως δεν περίμενε τον Μιχάλη.

Περίμενε τιμωρία.

Περίμενε να πληρώσει γιατί δεν σταμάτησε τον γιο του εκείνο το βράδυ.

Γιατί δεν κολύμπησε πίσω του.

Γιατί έμεινε και με την εμμονή του έδιωξε και την κόρη και τη γυναίκα του.

Το δεύτερο σκοινί έσπασε. Η Κατερίνα ελεύθερη τώρα χτυπήθηκε με δύναμη στα βράχια του μουράγιου.

Ακούστηκε το ξύλο να σπάει.

Το νερό άρχισε να μπαίνει μέσα. Ο Νικόλας φόρεσε το παλιό του νιτσεράδο, βγήκε στη βροχή.

Το νερό ήταν παγωμένο.

Τα κύματα έφταναν μέχρι τη μέση του καθώς περπατούσε στην αποβάθρα.

Έφτασε στην άκρη.

Το καΐκι χαροπάλευε τρία μέτρα μακριά, παρασυρμένο από το ρεύμα.

Είχε το όνομα της κόρης του στην πλώρη και τον θάνατο του γιου του στα αμπάρια του.

Δεν προσπάθησε να το σώσει.

Έσκυψε αργά.

Τα δάχτυλά του ψηλάφησαν τον τελευταίο κάβο που κρατούσε ακόμα.

Ήταν ο πιο γερός.

Αυτός που έδενε πάντα ο ίδιος.

Αυτός που δεν εμπιστευόταν σε άλλον.

Τον έπιασε.

Ένιωσε την τραχιά υφή της τρίχας, το αλάτι που είχε ποτίσει μέσα του, τη δύναμη της θάλασσας που τραβούσε.

Έκλεισε τα μάτια για ένα δευτερόλεπτο.

Σκέφτηκε την Κατερίνα στη Ρόδο να κοιμίζει τα παιδιά της.

Σκέφτηκε τον Μιχάλη στον πάτο της θάλασσας.

Ανέπνευσε βαθιά τη μυρωδιά της αρμύρας και του πετρελαίου και του χαμού.

Μετά έβγαλε από την τσέπη του τον σουγιά, τον άνοιξε.

Η λάμα γυάλισε στο φως του φαναριού που ακόμα έκαιγε.

Ακούμπησε το μέταλλο στο σκοινί και έκοψε.

Ήταν μια καθαρή κοφτή κίνηση, δεν δίστασε.

Ο κάβος έσπασε και το καΐκι αφέθηκε στο έλεος του καιρού. Ο Νικόλας δεν το ακολούθησε με το βλέμμα.

Γύρισε την πλάτη.

Περπάτησε πίσω προς την ταβέρνα με το νερό να στραγγίζει από πάνω του.

Ανέβηκε τα σκαλιά.

Μπήκε μέσα, πήγε στο τραπέζι του, το ποτήρι με το κρασί ήταν ακόμα εκεί.

Το ήπιε μονορούφι.

Κάθισε ξανά στην καρέκλα.

Έξω η φουρτούνα συνέχιζε, αλλά μέσα του είχε σταματήσει.

Το φανάρι της Κατερίνας τρεμόπαιξε για τελευταία φορά μέσα στη νύχτα και μετά έσβησε.

Το καΐκι έγινε ένα με το σκοτάδι.

Το πρωί το χωριό θα έβρισκε μόνο σανίδες στα βράχια. Ο Νικόλας θα άνοιγε την ταβέρνα στις πέντε όπως πάντα.

Μόνο που αυτή τη φορά θα έπαιρνε τηλέφωνο την κόρη του.

Θα της έλεγε πως το καΐκι δεν υπάρχει πια.

Θα τη ρωτούσε για τα εγγόνια του που δεν είχε δει ποτέ.

Η βροχή συνέχιζε να πέφτει.

Ξέπλενε την αποβάθρα, τα δίχτυα, τις ταφόπλακες στο λόφο, τις τύψεις.

Δεν έφερνε πίσω τον γιο.

Έδινε όμως πίσω στον πατέρα την άδεια να θυμηθεί πως είχε και μια κόρη που ζούσε και για πρώτη φορά μετά από τρία χρόνια, ο Νικόλας αποκοιμήθηκε στην καρέκλα του και στο όνειρό του δεν είδε τη θάλασσα. Είδε το πρόσωπο της Κατερίνας να του χαμογελάει. 'Αννα Δανάλη. Ομφαλός της γης

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης - Επικοινωνία
Update cookies preferences