Ο καπετάν Ανδρέας είχε γεννηθεί στην Κατάπολα της Αμοργού και είχε μάθει να διαβάζει τον καιρό πριν μάθει να γράφει το όνομά του. Το Καπετάν Ανδρέας ήταν το καΐκι του πατέρα του, κι ύστερα δικό του...
Ο καπετάν Ανδρέας είχε γεννηθεί στην Κατάπολα της Αμοργού και είχε μάθει να διαβάζει τον καιρό πριν μάθει να γράφει το όνομά του. Το Καπετάν Ανδρέας ήταν το καΐκι του πατέρα του, κι ύστερα δικό του.
Στα 22 του είχε βουτήξει μεσοπέλαγα για να βγάλει τρεις Ιταλούς ναυαγούς.
Δεν το είπε ποτέ.
Η θάλασσα δεν θέλει καυχησιές.
Η γυναίκα του, η Καλλιόπη, έφυγε πριν οκτώ χειμώνες.
Από τότε κοιμόταν στο καΐκι τα καλοκαίρια. «Η θάλασσα δεν γκρινιάζει», έλεγε.
Την κόρη του την είχε στη Σύρο, παντρεμένη, με δύο εγγόνια που του έστελναν ζωγραφιές με μολύβια. Κάθε Κυριακή άναβε κερί στην Παναγιά τη Χοζοβιώτισσα για τους ζωντανούς και για τους πνιγμένους. Την Μαρία την μεγάλωσε αυτός.
Ήταν κόρη της αδερφής του που χάθηκε στη γέννα.
Ο πατέρας της, ο Μιχάλης, ο αδερφοποιτός του, τον κατάπιε το Αιγαίο όταν η Μαρία ήταν έντεκα.
Στα έξι της τής έμαθε να δένει σταυρόκομπο.
Στα δέκα της να διαβάζει τα μελτέμια. «Η θάλασσα δίνει, η θάλασσα παίρνει, αλλά ποτέ δεν σε προδίδει αν τη σέβεσαι», της έλεγε.
Στα δεκάξι της η Μαρία ερωτεύτηκε τον Γιάννη, μηχανικό από τα φορτηγά.
Αρραβωνιάστηκαν το Πάσχα, με ένα δαχτυλίδι φτηνό κι έναν όρκο βαρύ.
Τώρα ο Γιάννης ήταν στη Ροδάντα.
Θα γύριζε σε δύο βδομάδες.
Το μωρό όμως βιάστηκε. Η Ελένη, η μαμή έμαθε την τέχνη από τη γιαγιά της τη Μαριγώ.
Εξήντα τρία παιδιά είχαν βγει από τα χέρια της.
Το εξηκοστό τέταρτο ερχόταν.
Ο άντρας της, ο Λευτέρης, είχε καφενείο στο λιμάνι.
Τσακώνονταν κάθε πρωί και συγχωρνιόνταν κάθε βράδυ εδώ και τριάντα δύο χρόνια.
Δικά τους παιδιά δεν έκαναν. «Έχω όλο το νησί παιδιά», έλεγε.
Στην τσέπη της είχε πάντα ένα φθαρμένο Ευαγγέλιο κι ένα σουγιαδάκι.
Το ένα για την ψυχή, το άλλο για τον ομφάλιο λώρο.
Στις 04:30 η Μαρία ξύπνησε από έναν πόνο που της έκοψε το στήθος, έτρεξε και χτύπησε την πόρτα της Ελένης ξυπόλητη, με τη νυχτικιά να κολλάει πάνω της από τη βροχή. «Έσπασαν τα νερά, θεία». Ο καπετάν Ανδρέας έβραζε καφέ όταν τις είδε.
Δεν ρώτησε.
Κοίταξε τον ουρανό. «Φουρτούνα θα έχει», μουρμούρισε. «Αλλά αν ο πατέρας σου γεννήθηκε μέσα σε φουρτούνα και έζησε, θα ζήσει κι αυτό». Το λιμενικό είχε βγάλει απαγορευτικό. «Θα πάμε από τον Άγιο Παύλο.
Είναι πιο ήρεμα», είπε ψέματα ο Ανδρέας.
Ήξερε πως δεν ήταν.
Μα το νοσοκομείο της Σύρου ήταν η μόνη ελπίδα, έλυσαν τους κάβους και ανοίχτηκαν στο πέλαγο.
Η καταιγίδα τους πρόλαβε στα ανοιχτά.
Ήταν η χειρότερη κακοκαιρία που είχε δει ο γέρο-Ανδρέας στα 40 χρόνια του στο Αιγαίο.
Έσφιγγε το τιμόνι με χέρια ρόζους, κόκκινα από το κρύο και το αλάτι.
Το κόκκινο μαντήλι του είχε κολλήσει στο μέτωπο.
Δεν κοιτούσε τη θάλασσα, την ήξερε.
Κοιτούσε το νησί πίσω, θολό μέσα στη μπόρα.
Τρία μίλια ακόμα.
Δίπλα του η Ελένη, η μαμή του χωριού, κρατούσε σφιχτά μια στοίβα λευκές πετσέτες. «Κουράγιο, Μαρία μου», ψιθύρισε. Η Μαρία, 19 χρονών, ούρλιαζε κρατώντας την κοιλιά της.
Το πρώτο της παιδί αποφάσισε να έρθει στον κόσμο σήμερα.
Μέσα στη φουρτούνα. «Δεν προλαβαίνουμε το λιμάνι!» φώναξε ο Ανδρέας πάνω από τον άνεμο. «Θα γεννήσεις εδώ!» Η Μαρία τον κοίταξε με μάτια γεμάτα τρόμο και με εμπιστοσύνη.
Ήταν ο θείος της.
Αυτός που της έμαθε να δένει κόμπους όταν ήταν μικρή.
Αυτός που της είπε «η θάλασσα δίνει, η θάλασσα παίρνει, αλλά ποτέ δεν σε προδίδει αν τη σέβεσαι». Ένα κύμα σήκωσε τη βάρκα ψηλά και την έριξε με δύναμη.
Νερό μπήκε μέσα. Η Ελένη γονάτισε δίπλα στη Μαρία, προστατεύοντάς την με το σώμα της. «Σπρώξε, κορίτσι μου. Σπρώξε!» Μέσα στην τρικυμία, ανάμεσα σε αστραπές και στο ουρλιαχτό του ανέμου, ακούστηκε ένα άλλο ουρλιαχτό.
Πιο δυνατό.
Πιο ζωντανό.
Ο καπετάν Ανδρέας δεν γύρισε να κοιτάξει.
Χαμογέλασε μόνο και έστριψε το τιμόνι προς το φως της Παναγιάς, στην κορυφή του νησιού. «Καλώς ήρθες, μικρέ ναύτη», μουρμούρισε. «Η θάλασσα σε βάφτισε πρώτη». Το όνομα του; Φουρτούνας.
Πώς αλλιώς; Γιατί μερικές φορές, για να γεννηθεί ζωή, πρέπει να σταθείς όρθιος στην πιο άγρια θάλασσα με τους ανθρώπους που κουβαλάνε όλο σου το παρελθόν στις χούφτες τους. Άννα Δανάλη
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους