[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

Ο συγγραφέας και διπλωμάτης Νίκος Βλαχάκης γράφει για το διήγημα της Ισμήνης Δασκαρόλη "Spree - Athen | Έτος 2016" που περιέχεται στο συλλογικό τόμο βιβλίο «Willkommen in Deutschland, 28 ιστορίες από...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

Ο συγγραφέας και διπλωμάτης Νίκος Βλαχάκης γράφει για το διήγημα της Ισμήνης Δασκαρόλη "Spree - Athen | Έτος 2016" που περιέχεται στο συλλογικό τόμο βιβλίο «Willkommen in Deutschland, 28 ιστορίες από τη Γερμανία» εκδ.

Εύμαροες 2026.

Για την Ισμήνη Δασκαρόλη και την Αθήνα ως το νέο Βερολίνο “Athens is the New Berlin” και ο ποταμός Spree προσφέρεται να γίνει εκείνο το τοπόσημο που θα δοξάσει τον Φρειδερίκο Α’ της Πρωσίας σε ένα του ποίημα το 1706 ο Erdmann-Wircker, βαπτίζοντας το Βερολίνο ως την Αθήνα του ποταμού Spree καθορίζοντας το όραμα του νεοκλασικισμού και του νέου γερμανικού ρομαντισμού.

Από τότε έχουν περάσει τριακόσια δέκα χρόνια έως το 2016 που η Ισμήνη Δασκαρόλη στο διήγημά της αποτυπώνει τη διαδρομή από τον γερμανικό ποταμό έως το κλεινόν άστυ, με τον τίτλο: Spree-Athen/2016, διαδρομή κυρίως στο χρόνο, θα έλεγε κανείς, ή σαν ένα “τράβηγμα” της κάμερας από τη μια σκηνή στην άλλη, από την Αθήνα στο Βερολίνο και τούμπαλιν, στο συλλογικό τόμο των εκδόσεων Εύμαρος, Wilkommen in Deutschland που έχω την τιμή να συμμετέχουμε από κοινού.

Γιατί η Ισμήνη κατέχοντας πολύ καλά τους κινηματογραφικούς κώδικες τους οποίους τους μετασχηματίζει σε νευρώδη αφήγηση, ζωντανή και ρέουσα, χαρακτηριστική μιας νέας γενιάς λογοτεχνών και κινηματογραφιστών, αυτή των milenials, δεν διστάζει να φανεί ρεαλιστική διατηρώντας όμως ένα επίπεδο αφαίρεσης, που την διαφυλάσσει από κοινοτοπίες ή και βαρετά περιγραφικά στιγμιότυπα.

Αντίθετα αυτή η κινηματογραφικότητα και η σεναριακή δομή μαγνητίζει τον αναγνώστη με ανατροπές έως το τέλος. Η Ισμήνη προβάλλει το Βερολίνο μέσα από μια φασματική “αθηναϊκότητα” και ένα ισχυρό κοντράστ με την αθηναϊκή πραγματικότητα της κρίσης, ψηλαφώντας και υπονοώντας την αντίθεση μεταξύ Ελλάδας-Γερμανίας στη διάρκεια της πρόσφατης χρηματοπιστωτικής κρίσης.

Αθήνα και Βερολίνο γίνονται έτσι οι δύο πόλοι μιας αντίθεσης που ταλάνισε την Ευρώπη την περασμένη δεκαετία αλλά και ταυτόχρονα γίνονται δύο διακριτοί νοηματικοί άξονες.

Αποκτά έτσι μια πολιτική διάσταση το διήγημα, που δεν ήταν ευδιάκριτη εξ αρχής, και που βγάζει από την μικρή καθημερινή διάσταση προς κάτι ευρύτερο.

Για να καταλήξει σε μια Πρωτοχρονιά σαν αυτή που και ο διπλωμάτης και συγγραφέας πατέρας της είχε περιγράψει σε κάποιο από τα δικά του διηγήματα παλιότερα για το Βερολίνο, σαν μήτρα μιας ιστορίας που δεν επαναλαμβάνεται, αλλά ανακυκλώνεται εσαεί... Nίκος Βλαχάκης Και το κείμενο της συγγραφέως ΙΣΜΗΝΗ ΔΑΣΚΑΡΟΛΗ Spree - Athen | Έτος 2016 «Dass ganz Europa nicht von einem Fursten hort!» «Να μην ακούσει ολάκερη η Ευρώπη για άλλον Ηγεμόνα! Που τόσο των τεχνών την ουσία αγάπησε, όσο ο Βασιλιάς Φρειδερίκος.

Οι ίδιοι οι Ηγεμόνες προσέρχονται για να μαθη- τεύσουν εδώ, γι’ αυτό, για κείνους χτίσατε μια Αθήνα στον πο- ταμό του Σπρέε.

Όπου βασιλόπουλα στέκονται ανάμεσα στις λόγιες μούσες και εκεί η σοφία διαφαίνεται για πρώτη φορά μέσα στην αληθινή της λαμπρότητα», εκφώνησε το 1706 ο Erdmann- Wircker, σε ποίημα προς τον Φρειδερίκο Α΄, βαπτίζο- ντας το Βερολίνο Αθήνα του ποταμού Σπρέε.

Τριακόσια δέκα χρόνια αργότερα, στα στενά των οδών Ακαδημίας και Schonhauser Allee, οι ποιητές των δρόμων συ- νυπογράφουν με βεβαιότητα: Athens is the New Berlin.

Το βλέμμα σου, της Σικελίας, της Βενετίας, από την Ανατολή, στην Αφρική, στη Λιβύη, τα Ιεροσόλυμα, τη Γεωργία, την Οδησσό, τη Μασσαλία, την Ανδαλουσία, την Αλεξάνδρεια, των Αλεξανδρειών.

Γδαρμένο από το μεγαλείο και από την τρέλα.

Μπαλκόνια από τσιμέντο με κρεμαστό χαλί της γιαγιάς σου από τη Σμύρνη.

Ηλιοκαμένα χρώματα από το καυσαέριο και μια μυρωδιά βενζίνης.

Από κάτω ο κήπος σου άγριος και αν- θηρός, γεμάτος αρχαίες τριανταφυλλιές με άρωμα βασιλικό και χώμα πάνω σε λεπτοσκαλισμένο μάρμαρο.

Μια σπίθα του στον ήλιο.

Και αποκαλύπτεται πως είναι η μακράν χαμένη αδερφή σου που ξύπνησε από τον ύπνο.

Τη στήνεις διακοσμητική στο πεζούλι.

Κάποιοι άγνωστοι γεί- τονες την τεμαχίζουν να ξορκίσουν το χτικιό.

Θυσιαστήριο στην αισθητική των καλών ανθρώπων.

Τα κομμάτια της τα ρίχνετε στη θάλασσα.

Ένα προς Βορρά, ένα προς Ανατολή, ένα προς Δύση.

Κάποτε το δυτικό κομμάτι το ψαρεύει κάποιος ξένος, να το σπείρει προς Βορρά.

Το σμιλεύει με σίδερο να κρύψει το υλικό του.

Φυσάει τη μαρ- μαρόσκονη μέχρι να εξαφανιστεί: Να ένα μάτι, να ένα φρύδι, να ένα δάχτυλο, να το πάνω χείλος.

Πουθενά ο ομφαλός.

Και καλύπτεις τον κήπο σου με τσιμέντο να μην ξαναφυ- τρώσει ποτέ τίποτα.

Περνούν τα χρόνια, τα τζάμια σου θαμπώνουν.

Σε ποιον θα πάει το σπίτι; Τριώροφο με σκουριασμένα κάγκελα.

Από κάτω κάποτε ανοίγεις μαγαζάκι.

Γκρικ αρτ, Ολύμπους: 5 ευρώ ο Δίας, 3 ευρώ η Αφροδίτη, 15 οι διασκευές παραδοσιακών τραγου- διών στα γερμανικά.

Δώρο ένας τσολιάς.

Ένα ομοίωμα της αδερφής σου σε γύψο σε τρία μεγέθη σε ανάλογη αισθητική ξανθών ηλιοκαμένων πλατών που δεν μπο- ρούν να διαχειριστούν τον ήλιο.

Δίπλα μια γύψινη κολόνα ιω- νικού ρυθμού.

Μυρίζει σουβλάκι.

Παραδίπλα βενζινάδικο.

Ό,τι πάρεις ένα ευρώ.

Πορνογραφικές καρτ ποστάλ με αρχαία ομοιώματα αγ- γείων.

Ελαφρά πονηρά μειδιάματα από εφηβικά χείλη – τα παι- δάκια ξεφυλλίζουν ημερολόγια με γυμνά μοντέλα κρυφά από τους γονείς τους.

Η μαμά θέλει έναν μικρό αμφορέα για το τζάκι.

Τρία ευρώ, αναρωτιέται αν το ’χουν υπερτιμήσει.

Ο μπαμπάς πνίγει ένα γέλιο όταν βλέπει την Αφροδίτη με τον σάτυρο.

Αυτά θέλουν οι Άγγλοι, οι Ρώσοι, οι Γερμανοί, κάπως πρέ- πει να τα βγάλουμε πέρα. «Τι κρίμα να μην το κάνουν εδώ πραγματική μπίζνα.

Θα έβγαζαν πολλά λεφτά», σχολιάζει ο μπαμπάς.

Το παγωτό του λιώνει.

Το πετάει στον δρόμο με τα αποτσίγαρα. Στούντιοζ, Ρούμς του Λετ.

Τα κενά μάτια του Ποσειδώνα.

Ο μικρός απλώνει το χέρι του να μιμηθεί την κίνηση.

Η μαμά τού καλύπτει τα μάτια. Η Αφροδίτη είναι γυμνή. «Δεν είν’ κι άσχημο» σχολιάζει οι μπαμπάς. «Τι κρίμα να ανήκουν σε χέρια που δεν ξέρουν να τα αξιοποιήσουν». «Τι κάνεις, ρε μάστορα; Μας καταστρέφεις τις πετσέτες». Ένα κοριτσάκι δείχνει εκείνη που έχει πάνω τη Σταχτοπούτα της Ντίσνεϊ.

Της χαμογελάει γλυκά, το ροζ της πετσέτας ξεβά- φει στην πλάτη της.

Κάποτε την πλάτη αυτή την ξαναβλέπεις.

Νέα, στιβαρή και λεπτοκαμωμένη, το κορίτσι μεγάλωσε και επέστρεψε στις πα- ραλίες σου, με την άμμο στα δάχτυλα των ποδιών της να τρέ- μει υπό το βουητό αυτοενισχυόμενων ηχείων.

Κουνάει τους γοφούς της σε κάποιο παλικάρι.

Επιληπτικά φώτα, η μπλούζα της γεμάτη μικρούς καθρέφτες σε τυφλώνει.

Κοιτάς πιο προσεκτικά και βλέπεις να αντικατοπτρίζονται εύσαρκα, πλαδαρά πόδια να κυλιούνται στο έμεσμα της μπί- ρας τους.

Ηδονισμένοι αγριόχοιροι, και αυτή, βασίλισσά τους.

Η οσμή σού σφίγγει το στομάχι.

Πελάτης ζητάει πελάτης παίρνει.

Φεύγουν μεθυσμένοι αφήνοντας τον λογαριασμό απλή- ρωτο.

Τέλος σεζόν.

Πίσω πλατεία.

Έτσι είναι, αυτοί είμαστε και τα συναφή ηχούν στα καφε- νεία με πλαστικές καρέκλες και χθεσινό ξαναζεσταμένο φα-γητό.

Μπαγιάτικα λουκουμάκια σερβιρισμένα σε στενά βρό- μικα πεζοδρόμια.

Μα γύρω σου μια φύση εξαιρετική.

Χάρτινα τραπεζομάντιλα.

Καζίνο, χαρτοπαίγνιο, ανάπτυξη. «Εγώ δεν τα κάνω αυτά». «Πού να τα κάνεις; Πρέπει να ξέρεις!» Ο σταυρός της γιαγιάς ενέχυρο.

Κάπως θα τα βγάλουμε πέρα. «Μα οι πολιτικοί μας…» «Μα ο Καποδίστριας…» «Ρίξε άλλη μια ζαριά και φέρε άλλα δυο τσίπουρα». «Καλά είμαστε μωρέ». Στους δρόμους πινακίδες Ευαγγελιστών γράφουν «Μετα- νοείτε και βρείτε τη σωτηρία στο Ευαγγέλιο». Χαμένοι, υποτιμημένοι οδηγητές μιλούν για τη μεγάλη Ελ- λάδα, για να μαθαίνουν οι νεότεροι. «Καλά τα λες, πάμε να ανοίξουμε το μαγαζί». Και σαν έφηβος, βρομάει η ανάσα τους στο μάγουλό σου, αλκοόλ και τσίκνα.

Ενηλικιώνεσαι, ονειρεύεσαι Αμερική και Γερμανία.

Παίρνεις το ΚΤΕΛ, τρέχεις μακριά.

Καλή είναι και η Αθήνα.

Λαϊκά στο λεωφορείο του ΚΤΕΛ, αγορασμένο από Γερμα- νία, άλφα ποιότητας πράγμα σε τιμή διπλή της αξίας του.

Το δίχτυ του καθίσματος είναι ξεχαρβαλωμένο. Πρωτεύουσα.

Πωλείται συνθετικό γκαζόν, σιδερικά, χρώματα Ευρώπης. Ένας Πακιστανός σού πιάνει το στήθος.

Μπέργκερ και φρα- πές σε κάποιο σάπιο κατάστημα της Ομόνοιας.

Πινακίδες, «Βουλκανιζατέρ», «καφέ μπαρ Ο Τάκης». Βιτρίνες με φωτι- στικά. Μακντόναλντς, Ζάρα, κολόνια Κριστιάν Ντιορ – το μα- γαζί γράφει: «Ενοικιάζεται». «Θα ήθελα την προσοχή σας, παρακαλώ.

Είμαι άνεργος τρία χρόνια, έχω προβλήματα στην καρδιά και ένα κοριτσάκι με προβλήματα υγείας.

Δεν μπορούμε να τα βγάλουμε πέρα, σας παρακαλώ ό,τι έχετε ευχαρίστηση.

Είναι μεγάλη ανάγκη.

Δυο αναπτήρες 50 λεπτά». Πεινάμε.

Από πάνω σε μια γέφυρα κρέμεται ακόμα η αφίσα Άθενς 2004.

Προσπερνάς μαγαζιά στο κέντρο. Παίζουν ACDC, Lou Reed και Ramones.

Μπλε ανταύγειες, ψηλά ποτήρια και κα- λαμάκια.

Πάνω από τα ποτά σου, προτζέκτορες προβάλλουν την Τζίλντα.

Ένα πρεζάκι σού ζητάει 20 λεπτά.

Ένας μετανάστης σού ζητάει 20 λεπτά.

Ένα τσιγγανάκι σού ζητάει 20 λεπτά.

Ένας ντόπιος σού ζητάει 20 λεπτά.

Δίνεις σε όλους, αλλά κρύβεις το κινητό σου.

Ντρέπεσαι για αυτό. Ανεβαίνεις Λυκαβηττό, ένα σεντόνι από κιτρινοκαφέ πολυκα- τοικίες.

Ανάμεσά τους μια βυζαντινή εκκλησία.

Ακούγεται ο Εσπερινός: «Κύριε, εκέκραξα προς σε, εισάκουσόν μου, εισάκουσόν μου, Κύριε· Κύριε, εκέκραξα προς σε, εισάκουσόν μου, πρόσχες τη φωνή της δεήσεώς μου, εν τω κεκραγέναι με προς σε· εισά- κουσόν μου, Κύριε». Ο Ιερέας εξέρχεται, ο Διάκος υψώνει το θυμιατό του: «Σοφία.

Ορθοί». «Φως ιλαρόν». Απαντά ο χορός πίσω του. Βζζζζζζιινγκ! Ήχος τρύπιας εξάτμισης.

Με γκραφίτι γράφουν οι Κήρυκες των πόλεων: «Ξύπνα ρε!» «Κλείσε το χαζόκουτο μαλάκα» «Εμπρός ΛΑΕ μη σκύβεις το κεφάλι» «Θάνατος στους φασίστες» Από κάτω υπογραφές: ΑΝΤΙΦΑ, ΚΝΕ, ΣΥΝ, Θύρα 7. Και ο χειμώνας γίνεται πολύ σκληρός.

Κεραίες πάνω σε κουβουκλάκια της Τζένγκα.

Τσιμεντένιο μπαλκόνι.

Κρέμεται μια ελληνική σημαία.

Πέρα φαίνεται η παλιά κατοικία του Όθωνα (Σύνταγμα, Σύνταγμα! φώναζε ο κόσμος, λέει). Κατεβαίνει ο Όθων από το καράβι: «Μα επιτέλους τι χώρα είναι αυτή;» ξεστομίζει. «Τι χώρα είναι αυτή» λες και εσύ.

Το κεφάλι σου πάει να σπάσει. Ο Κολοκοτρώνης στη φυ- λακή και η Σουλιώτισσα σε κοιτάει.

Με λύπη και θυμό και πε- ριφρόνηση και απελπισία. «Τι έκανες;» φωνάζει και πέφτει για άλλη μια φορά στη λούπα του γκρεμού της.

Επιτέλους αναχωρείς για άλλες πόλεις και άλλες χώρες που σου αρμόζουν καλύτερα. «Εδώ είμαστε όλοι ίσοι» σου λένε.

Λάντζα, χαστούκι, σπου- δές, επιχειρήσεις. «Εγώ την αγαπάω πολύ την Ελλάδα και στεναχωριέμαι πολύ που είναι έτσι». Και η Σουλιώτισσα σιγοπαρατηρεί από ψηλά πάνω από το κενό.

Στάσου, τηλεφώνημα.

Το τσιμέντο στον κήπο σου: Ξέχασες να κλαδέψεις. «Έχει γεμίσει ο τόπος μπουκαμβίλιες και έχουν καταλάβει το μπαλ- κόνι, δεν χωράμε να σταθούμε.

Πότε θα ’ρθεις να την κόψεις;» Και δεν την κόβεις.

Και δεν την κόβεις. Καλή Χρονιά Βerlin 23:30, ακόμα κάθομαι και γράφω τη βασική ιστορία του σενα- ρίου μου και είμαι σίγουρη ότι το κείμενο είναι λάθος.

Μου ’χει πάρει ολόκληρο το απόγευμα, το ’χω σιχαθεί και το στέλνω.

Απέξω οι Γερμανοί βαράνε πυροτεχνήματα από τις 19:00, στο facebook ευχές ελληνικές μίας ώρας μπροστά, ήδη βρίσκονται στο ’16. Πλησιάζει η αλλαγή του χρόνου, πείθω τους δικούς μου να ανεβούμε στην ταράτσα να δούμε τα πυροτεχνήματα.

Βρέχει λίγο, γίνεται σαματάς.

Αλλάζει ο χρόνος και με μια κί- νηση του ποτηριού ανταλλάσσουμε ευχές με τους παρευρι- σκόμενους γείτονες, παρατεταγμένους στη σειρά παραδίπλα, οι οποίοι ανέβηκαν να κάνουν το ίδιο και μας ξεκουφαίνουν με τα δικά τους βεγγαλικά.

Εγώ χοροπηδάω και χαίρομαι με αυτή τη μικρή ανταλλαγή.

Τα πυροτεχνήματα του κόσμου όλο και πλησιάζουν.

Είμαστε σε πεδίο πολέμου και αρχίζω να φοβάμαι.

Επιστρέφουμε σαλόνι και κόβουμε βασιλόπιτα.

Παίζει μου- σική και απέξω ο αέρας είναι γεμάτος καπνούς.

Δεν βλέπεις τί- ποτα παρά μόνο πυροτεχνήματα και καπνό.

Μου πέφτει το φλουρί.

Κατά τις δύο παρά, μπίρα με Άγγλο φίλο.

Στον βρεγμένο δρόμο ένας ενθουσιασμός και σκουπίδια παντού από βεγγα- λικά που πέταξε ο κόσμος, εμένα μ’ αρέσει.

Επιτέλους ζωντά- νια.

Προσπερνάμε ντονεράδικο, θα μου μείνει απωθημένο όλη την πρωτοχρονιά να φάω ντονέρ.

Φτάνουμε σε ένα απολύτως ντεκαντάνς μπαρ που θυμίζει νοτιοανατολική Ευρώπη και είναι στολισμένο με φτηνή διακόσμηση.

Βρομάει τσιγάρο και μπο- ρούμε να καπνίσουμε.

Περιμένω τις μπίρες σε ένα ατημέλητο τραπέζι και παρατηρώ ένα κείμενο για το κινέζικο ωροσκόπιο του ’16. Με πλησιάζει ένας γέρος με μακριά νύχια αλλά γλυκό χαμόγελο, μου μιλάει γερμανικά παροτρύνοντάς με να το δια- βάσω.

Μιλάω πολύ λίγα γερμανικά του λέω, και μου εύχεται καλή χρονιά με θέρμη.

Από πίσω, η παρέα του επίσης μου εύ- χεται καλή χρονιά με ενθουσιασμό και φεύγουν.

Ο κόσμος γραφικός, όλων των ηλικιών, χορεύει τρυφερά και όμορφα στους 90’s ρυθμούς που παίζονται –Britney Spears και μετά κάποια χαρακτηριστικά γερμανικά τραγούδια– αγκαλιά.

Μας χαμογελάνε ζεστά ενώ μπαίνει νεολαία στολι- σμένη με χάρτινα καπελάκια και χριστουγεννιάτικα στολίδια.

Στο τραπέζι πλαστικές γυαλιστερές γιρλάντες διακόσμησης και τραπεζομάντιλο που μοιάζει με ύφασμα αλλά είναι χάρτινο ή πλαστικό.

Η ατμόσφαιρα είναι οικεία, από παλαιότερα χρόνια του Βερολίνου.

Και όπως τότε, η κάπνα σε κάνει να θέλεις να κόψεις το τσιγάρο.

Βγαίνω να πάρω αέρα στον στενό διάδρομο της εισόδου, ο Άγγλος ακολουθεί.

Σιχαίνομαι να αγγίξω τον τοίχο.

Στην άλλη άκρη του διαδρόμου ένας άλλος εξωγήινος ψάχνει για αναπτήρα, του βγάζω τον δικό μου.

Κάθεται δίπλα μου και ανάβει, σηκώνεται ο Άγγλος για μπίρες.

Ο ξένος πε- ριεργάζεται με ιδιαίτερη περιέργεια το λογότυπο του αναπτήρα και αναγκάζομαι να παραδεχτώ ότι είναι από τον Hondo και μου ’μεινε από έναν υπάλληλο της Πρεσβείας. «Λιβύη;» ρωτά επιτέλους. «Όχι…όχι…Griechische» «A, Griechiche… Botschaft... δύσκολο». «Ναι, ναι, δύσκολο». «Πώς είναι τα πράγματα στην Ελλάδα;» «Θεαματικά.

Όχι, θέλω να πω... καλά είναι, καλά είναι». «Ναι, ήμουν στη Λέσβο πέρυσι». «Αλήθεια;» «Ναι». «Πώς κι έτσι;» «Η βάρκα μας ανατράπηκε.

Και οι άνθρωποι ήρθαν και μας έσωσαν, μας έδωσαν κουβέρτες και φαγητό.

Έχασα τη γυναίκα μου, αλλά πήγαν τον γιο μου στο νοσοκομείο.

Είχε νερό στους πνεύμονές του... έμεινε εκεί για τρεις μέρες, αλλά επέζησε». «Ω, ήσουν…» Βγάζει μια φωτογραφία από το πορτοφόλι του. «Εκεί, εκεί είναι ο γιος μου και η γυναίκα μου». «Λυπάμαι…» «Έγινε τώρα…Άρα είσαι Ελληνίδα». «Ναι». «Ευχαριστώ».__ «Δεν έκανα τίποτα». «Σώσατε τη ζωή του γιου μου.

Δεν θα ξεχάσω ποτέ την οι- κογένεια που μας βοήθησε και όλους τους ανθρώπους εκεί.

Αγαπώ τους Έλληνες και την κουλτούρα τους.

Έχετε περάσει πολλά τα τελευταία χρόνια…» «Ενώ εσείς...» «Όχι πραγματικά, σας ευχαριστώ για όλα όσα κάνατε για μας». «Μην…» Παίρνω μια ανάσα με τα χέρια μου στο πρόσωπο. «Μόλις ψηφίσαμε έναν νόμο που θα σας απομακρύνει από τα σύνορα και θα σας βάλει σε στρατόπεδα. Η Ευρώπη έκλεισε τα σύνορα... έστειλαν αστυνομία και... δεν μπορούμε… να κά- νουμε τίποτα...» «Α, ναι... έτσι γίνεται.

Ποτέ δεν αφήνουν τους ανθρώπους απλά όπως είναι... αλλά θα τα καταφέρουμε. Η Συρία και η Ελ- λάδα... μαζί». Σύντομη παύση που αναζητά μια γουλιά μπίρα. «Συρία και Ελλάδα…» Πληρώνουμε να φύγουμε.

Δεν πληρώνουμε. Ο Άγγλος επι- στρέφει έξαλλος λέγοντάς μου ότι προσπαθούν να μας χρεώ- σουν πέντε μπίρες ενώ ήπιαμε τρεις.

Έρχεται η υπεύθυνη μαζί με τη σερβιτόρα, η σερβιτόρα μού μιλάει γερμανικά, ξέρει ότι δεν μιλάω.

Το πολεμάμε μία ώρα, η υπεύθυνη φαίνεται χαμένη αλλά απότομη και επίμονη: «Όχι, ήπιατε πέντε μπίρες, αφού η απόδειξη γράφει για πέντε». Η σερβιτόρα αρχίζει να φωνάζει στα γερμανικά, ο Άγγλος τα παίρνει κρανίο.

Ένας διπλανός παρευρισκόμενος μιλάει αγ- γλικά, μας υπερασπίζεται και προσπαθεί να βγάλει άκρη.

Υπο- ψιαζόμαστε ότι οι προηγούμενοι που έκατσαν στο τραπέζι έρι- ξαν πιστόλι και καλούμαστε να το πληρώσουμε εμείς.

Επιμέ- νουμε εμείς, επιμένουν και αυτοί, βγάζω ένα δεκάρικο και λέω δεν πειράζει είναι πρωτοχρονιά, ας πληρώσουμε τις έξτρα μπί- ρες.

Ο διπλανός μου ζητάει χίλια συγγνώμη και μου λέει πως ό,τι περισσεύει θα το πληρώσει εκείνος. Ο Άγγλος πάει στο μπαρ, αποχωρούμε γελώντας.

Στον δρόμο ανακαλύπτουμε με τον Άγγλο ότι έδωσε και αυτός άλλα δέκα ευρώ.

Σύνολο είκοσι από τα δεκατρία που ήταν οι πέντε μπίρες.

Σε καλό να μας βγει. Ο Άγγλος έξαλλος συνεχίζει να φωνάζει καταμεσής της Gendarmenmarkt: «To είδες πώς με κοιτούσε; Και εγώ την αγριοκοίταξα πίσω! Δεν σκαμπάζω από τέτοια!» Καγχάζω πονηρά ψελλίζοντας κάτι περί νομιμοφροσύνης των Γερμανών. «Ευτυχώς που δεν κατάλαβαν ότι ήμουν Ελληνίδα, τότε θα γινόταν πάρτι». «Πιστεύεις το έκαναν επίτηδες για να μας πάρουν παρα- πάνω λεφτά;» με ρωτάει. «Δεν νομίζω» του λέω, «μάλλον έγινε λάθος». «Είσαι σίγουρη ότι δεν πήραμε πέντε μπίρες;» «Ναι.

Δεν ήμασταν τόσο μεθυσμένοι». Ξαναθυμώνει. «Μα ήταν απαράδεκτοι.

Προσπαθούσαν να μας εκφοβί- σουν, και εν πάση περιπτώσει αν υπάρχει ένα πράγμα το οποίο δεν επιτρέπεται σε εμάς τους Άγγλους να φοβόμαστε, είναι οι Γερμανοί!» Υπομειδιώ. Ανταλλάσσουμε μια ματιά θερμόψυχρης αλλη- λεγγύης. Καλό βράδυ και καλή χρονιά.

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης - Επικοινωνία
Update cookies preferences