[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

Ιστορίες θερινής νυκτός. Συγνώμη για το σεντόνι , αλλά νισάφι... Κρήτη, νότια. Πολλή ζέστη. Μπροστά τους το Λιβυκό, όνειρο. Οι δυο γυναίκες ήταν ξαπλωμένες κάτω από έναν ήλιο που είχε λιώσει ακόμη...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

Ιστορίες θερινής νυκτός. Συγνώμη για το σεντόνι , αλλά νισάφι... Κρήτη, νότια.

Πολλή ζέστη.

Μπροστά τους το Λιβυκό, όνειρο.

Οι δυο γυναίκες ήταν ξαπλωμένες κάτω από έναν ήλιο που είχε λιώσει ακόμη και τη διάθεση για κουβέντα. «Πίστευες ποτέ ότι κάποια στιγμή στη ζωή σου θα γνώριζες το τέλειο;» Η φωνή της Βεατρίκης έσπασε την ησυχία.

Η φίλη της νόμισε πως μιλούσε για τη θάλασσα, το τοπίο, όλο εκείνο το σκηνικό που ζούσαν. «Έλα, ρε Βεατρίκη.

Υπέροχα είναι, δεν λέω, αλλά υπάρχουν και πιο τέλεια μέρη». «Για μένα μιλούσα». Η φίλη της γύρισε και την κοίταξε. «Ότι τι; Είσαι το τέλειο;» Έδειξε βαριεστημένα με το ένα χέρι το σώμα της. «Όχι, βρε μαλάκα.

Τον χαρακτήρα μου εννοώ». Ευτυχώς δεν έπινε τίποτα, γιατί θα είχε πνιγεί.

Ακόμη και μέσα στη ντάγκλα του ήλιου βρήκε τη δύναμη να της απαντήσει: «Βεατρίκη μου, δεν υπάρχει τέλειο.

Είναι καθαρά υποκειμενικό». «Άααααντε, μωρή, που μου έμαθες και στο χωριό σου τι είναι υποκειμενικό και τι όχι». Ανασηκώθηκε στην ξαπλώστρα.

Η διάλεξη μόλις άρχιζε. «Γιατί, κούκλα μου, διαφωνείς; Είμαι μορφωμένη, είμαι ακριβοδίκαιη, είμαι πενήντα πέντε χρονών και κρατιέμαι μια χαρά, έχω τα μπερντέ μου, έχω τις φίλες μου…» Η φίλη της κατέβασε τα γυαλιά, την κοίταξε κατάματα και έσκασε στα γέλια. «Ποιες φίλες σου, μωρή; Αυτές που κρατάς κοντά σου με τα χρήματα; Ή εκείνες που, αν δεν κάνουν τα χατίρια σου, σταματάς να τους μιλάς χωρίς καν να τους εξηγείς τον λόγο; Μόνο εγώ σου έμεινα». Το υπόλοιπο το συνέχισε από μέσα της. (Ας μη σε είχα κι εγώ ανάγκη.

Ας μη σου ένιωθα και υποχρέωση.

Θα σου έλεγα τότε ποιος ακριβώς είναι ο τέλειος χαρακτήρας σου.) -Τρεις τέσσερις μήνες αργότερα ήταν στη Λάρισα.

Περίμεναν να βγει η άδεια για ένα ντέλο, του οποίου τον αέρα η φίλη της είχε χρυσοπληρώσει στη Βεατρίκη, και χαζολογούσαν για να περάσει η ώρα.

Χτύπησε το αναδιπλούμενο Nokia.

Μήνυμα από τη Μαίρη, φίλη της Βεατρίκης από χρόνια.

Είχαν πάψει να μιλούν επειδή η Μαίρη τής χρωστούσε διακόσιες χιλιάδες δραχμές. «Είναι δυνατόν να μην έρχεσαι να με δεις για διακόσια χιλιάρικα; Πεθαίνω, ρε, και θέλω να σε αποχαιρετήσω». Η Μαίρη η Σούστα.

Όλες τότε κουβαλούσαν κι από ένα παρατσούκλι.

Σαν να μην έφταναν όσα τους είχε ήδη κολλήσει ο κόσμος, υπήρχε πάντοτε χώρος για μία ετικέτα ακόμη.

Μια κοπέλα είχε πάει στην καβάτζα με έναν πελάτη που ήθελε να του κάνει την κότα για να τελειώσει.

Στο διπλανό αυτοκίνητο βρισκόταν άλλη συνάδελφος, την άκουσε και κάπως έτσι γεννήθηκε η Ντίνα η Κοκό.

Η συγχωρεμένη η Μαίρη κουνιόταν λίγο περισσότερο όταν περπατούσε.

Έγινε η Σούστα. Της Βεατρίκης το παρατσούκλι ήταν «το Έγκλημα». Κοίταξε για λίγο το μήνυμα της ετοιμοθάνατης φίλης της.

Ύστερα πληκτρολόγησε: «Η Σούστα πήγαινε μπροστά κι ο χάρος από πίσω». Και γέλασε.

Ένα γέλιο που έκανε τη φίλη της να ανατριχιάσει.

Τότε δεν κατάλαβε αν την τρόμαξε περισσότερο η ατάκα ή η ευκολία με την οποία ειπώθηκε μπροστά στην αγωνία μιας γυναίκας που πέθαινε. -Πήλιο. Η Βεατρίκη δούλευε στον Βόλο, η φίλη της στη Λάρισα, και είχαν ξεκλέψει ένα τριήμερο. Το Πήλιο ήταν γεμάτο αναμνήσεις για τη Βεατρίκη.

Εκεί είχε ζήσει μια μεγάλη καψούρα με έναν πιτσιρικά.

Είχε μείνει μέχρι και σε τροχόσπιτο για να βρίσκεται κοντά του. Ποια; Αυτή.

Η μορφωμένη, η ακριβοδίκαιη, η γυναίκα με τα μπερντέ και τον τέλειο χαρακτήρα.

Διηγούνταν την ιστορία με φιοριτούρες και δεκάδες τόνους υπερβολής, προσπαθώντας να θαμπώσει τη μικρότερη φίλη της.

Εκείνη όμως την είχε μάθει πια.

Η οικογένεια του πιτσιρικά ήταν σχεδόν άπορη, ο ίδιος μπλεγμένος με ουσίες και η μάνα του έπαιρνε από τη «νύφη» όσα περισσότερα μπορούσε.

Λες να μην το καταλάβαινε η Βεατρίκη; Φυσικά και το καταλάβαινε.

Προτιμούσε όμως να πιστεύει πως όλο αυτό ήταν αγάπη και συμπάθεια.

Είχε ανάγκη να χωρέσει σε μια οικογένεια, αφού η δική της την είχε απαρνηθεί.

Και πόσο ακριβά πλήρωσε αυτή την ανάγκη.

Στη φίλη της θύμιζε τραγική ηρωίδα.

Μια γυναίκα απελπισμένη να κλέψει λίγες οικογενειακές στιγμές, ακόμη κι αν έπρεπε να τις πληρώσει.

Η φίλη της είχε λάβει απλόχερα από τη δική της οικογένεια όσα εκείνη αγόραζε από ξένους. Η Βεατρίκη δεν το χώνεψε ποτέ. «Έλα, μωρή, αφού δεν έχουμε μυστικά μεταξύ μας.

Πες μου, πόσα στέλνεις κάθε μήνα στη μάνα σου; Δεν θα πω τίποτα σε καμία». Η φίλη της γελούσε.

Της εξηγούσε πως δεν έστελνε χρήματα στη μάνα της για να την αγαπά. Η Βεατρίκη κουνούσε το κεφάλι με εκείνο το ύφος του ανθρώπου που ξέρει καλύτερα ακόμη και τη ζωή που ζεις εσύ.

Τα ίδια έκανε και με κάθε ερωτική σχέση της φίλης της. «Τι δώρο τού πήρες;» «Τον πήγες σε κανένα καλό ξενοδοχείο στις διακοπές ή τσιγκουνεύτηκες;» «Είσαι με τα καλά σου, ρε Βεατρίκη; Τα παίρνω από τους άλλους για να τα δίνω σε άλλους; Για να είναι μαζί μου; Μη σώσει και είναι». Η Βεατρίκη μορφάζοντας γελούσε.

Δεν πίστευε λέξη.

Ή μπορεί να την πίστευε και να μην άντεχε όσα θα γκρέμιζε αυτή η παραδοχή.

Αν η μάνα αγαπούσε τη φίλη της χωρίς χρήματα και οι άντρες έμεναν δίπλα της χωρίς αντάλλαγμα, ποιο οικοδόμημα θα κρατούσε όρθια τη Βεατρίκη; Τι θα απέμενε από τη βεβαιότητα πως όλες οι ανθρώπινες σχέσεις είναι μια συναλλαγή, αρκεί να βρεις το σωστό τίμημα; Ο καθένας αναγνωρίζει στον κόσμο τα κίνητρα που γνωρίζει καλύτερα. -Αθήνα, Πρωτοχρονιά.

Τέσσερις πέντε άνθρωποι στο σπίτι της Βεατρίκης.

Κάποια στιγμή ζήτησε από μία καλεσμένη το τηλέφωνο μιας παλιάς της φίλης.

Είχαν να ανταλλάξουν ακόμη και καλημέρα δεκαοκτώ χρόνια.

Την κάλεσε και της είπε να έρθει να γιορτάσουν μαζί.

Η γυναίκα έφτασε άρον άρον. Η Βεατρίκη τής έδωσε έναν φάκελο.

Μέσα υπήρχαν χρήματα και ένα σημείωμα: «Για το αμάξι σου.

Εγώ του είχα βάλει φωτιά». Η γυναίκα την κοίταξε. «Το ήξερα πως ήσουν εσύ.

Δεν κατάλαβα ποτέ τον λόγο.

Εκείνον τον καιρό δεν είχαμε ανταλλάξει ούτε κακή κουβέντα». «Μου έφερες εκείνη την καινούρια να δουλέψει ακριβώς δίπλα μου και δεν με πλησίαζε άνθρωπος». Δεκαοκτώ χρόνια σιωπής μέσα σε έναν φάκελο.

Μια καταστροφή, μια ομολογία και μια αποζημίωση μπροστά σε κοινό.

Σαν να μην επανόρθωνε για κάτι.

Σαν να παρουσίαζε ακόμη ένα επεισόδιο από τον μύθο της.

Αυτά ήξερε.

Με αυτά καμωνόταν.

Η φίλη της χρειάστηκε χρόνια για να καταλάβει τι ακριβώς τις έδενε.

Ίσως υπήρχε κάτω από τη ζήλια και μια ιδιότυπη μορφή έρωτα, που δεν ομολογήθηκε ποτέ.

Ίσως ήταν ανάγκη κατοχής.

Ίσως και τα δύο.

Ό,τι κι αν ήταν, άντεχε τη φίλη της μόνο μικρότερη, εξαρτημένη και διαθέσιμη.

Κάθε άντρας που έμπαινε στη ζωή της γινόταν απειλή.

Κάθε βήμα ανεξαρτησίας, προδοσία.

Κάθε «όχι», αχαριστία.

Κάποια στιγμή η φίλη της ένιωσε να χάνει τον εαυτό της και ζήτησε λίγο χώρο για να τον ξαναβρεί.

Πως τόλμησε; Η άλλη της έγραψε μόνο μια λέξη. «Τέλος», ελπίζοντας πως δίνει μαχαιριά.

Η πρώην φιλενάδα , χόρευε ,ανάλαφρη και ελεύθερη.

Χρόνια αργότερα -μαθημένη σε μια οδό , απαξίωσης, λανθασμένης εκδίκησης - θα αμφισβητούσε με την ίδια ευκολία κάθε μορφή ακτιβισμού.

Θα έβλεπε χρήματα πίσω από τα σωματεία, ιδιοτέλεια πίσω από την προσφορά, ψέμα πίσω από τις ζωές των άλλων.

Θα χλεύαζε ανθρώπους που έτρεχαν, θα περιφρονούσε όσες βοηθούσαν και θα πετούσε λάσπη σε όποια τολμούσε να υπάρξει έξω από τη σκιά της.

Το έργο των άλλων φώτιζε τη δική της ανυπαρξία.

Στα τόσα χρόνια η φίλη της δεν τη θυμόταν να ανοίγει το χέρι για έναν άνθρωπο που πεινούσε.

Για να κρατηθεί όμως ένας άντρας κοντά της, άνοιγαν πορτοφόλια, λογαριασμοί και σπίτια.

Αγόραζε παρουσία και την ονόμαζε έρωτα.

Απαιτούσε υπακοή και την ονόμαζε φιλία.

Όταν κάποιος έφευγε, το βάφτιζε αχαριστία.

Που και που πλάσαρε ποιότητα —μη χέσω— πετώντας ανά διαστήματα έναν Καμύ ή έναν Ζενέ.

Λες και η λογοτεχνία είναι αποσμητικό χώρου και δυο αποφθέγματα αρκούν για να καλύψουν τη μυρωδιά του χαρακτήρα.

Καθόταν πάνω σε ξεραμένες δάφνες που της είχε φορέσει κάποτε μια εποχή επειδή είχε ανάγκη από σύμβολα.

Με τα χρόνια πείστηκε πως τις είχε κερδίσει κιόλας.

Τελικά, στον βόθρο δεν φυτρώνουν λουλούδια.

Καμιά φορά επιπλέει κάτι που από μακριά μοιάζει με άνθος.

Πλησιάζεις και σε χτυπά η μυρωδιά.

Και όσα αποφθέγματα του Καμύ και του Ζενέ κι αν ρίξεις μέσα, απόβλητα παραμένουν.

Χρόνια αργότερα, η φίλη της κατάλαβε πως η Βεατρίκη είχε δίκιο εκείνο το μεσημέρι στην Κρήτη.

Υπήρχε πράγματι κάτι τέλειο πάνω της.

Η υποκρισία της.

Συμπαγής, ακούραστη, χωρίς ούτε μία ρωγμή.

Ένα μόνο δεν μπόρεσε ποτέ να καταλάβει: πώς χωρούσε τόση υποκρισία μέσα σε μια δημόσια εικόνα ήδη χτισμένη πάνω στο ψέμα.

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης - Επικοινωνία
Update cookies preferences