Θεοφοβούμενος ή κοσμοφοβούμενος; Ποιον φοβάμαι τελικά; Τον Θεό ή τον κόσμο; Υπάρχουν δύο φόβοι που μπορούν να κυβερνήσουν την καρδιά του ανθρώπου. Ο ένας είναι άγιος. Ο άλλος είναι αρρώστια. Ο ένας...
Θεοφοβούμενος ή κοσμοφοβούμενος; Ποιον φοβάμαι τελικά; Τον Θεό ή τον κόσμο; Υπάρχουν δύο φόβοι που μπορούν να κυβερνήσουν την καρδιά του ανθρώπου.
Ο ένας είναι άγιος.
Ο άλλος είναι αρρώστια.
Ο ένας λέγεται φόβος Θεού.
Ο άλλος λέγεται φόβος του κόσμου.
Και όσο κι αν μοιάζουν σαν λέξεις, στην πραγματικότητα είναι δύο εντελώς διαφορετικοί δρόμοι.
Ο θεοφοβούμενος άνθρωπος δεν φοβάται τον Θεό σαν τύραννο. Δεν Τον βλέπει σαν απειλή.
Δεν ζει με τρόμο μπροστά Του.
Ο φόβος του Θεού δεν είναι πανικός· είναι σεβασμός.
Είναι αγάπη με ευθύνη.
Είναι η λεπτή εκείνη αίσθηση της ψυχής που λέει: «Δεν θέλω να λυπήσω τον Θεό μου.
Δεν θέλω να προδώσω την αγάπη Του.
Δεν θέλω να σκοτεινιάσω την καρδιά που Εκείνος φώτισε». Ο θεοφοβούμενος δεν ζει για να φαίνεται σωστός στους ανθρώπους.
Ζει για να είναι αληθινός μπροστά στον Θεό.
Δεν τον ενδιαφέρει τόσο τι θα πει ο κόσμος.
Τον ενδιαφέρει τι βλέπει ο Θεός.
Δεν μετρά τη ζωή του με τα χειροκροτήματα.
Τη μετρά με τη συνείδησή του.
Δεν ρωτά πρώτα «θα αρέσω;». Ρωτά: «είναι ευλογημένο; είναι αληθινό; είναι του Χριστού;» Απέναντι σε αυτόν υπάρχει ο κοσμοφοβούμενος άνθρωπος.
Ο άνθρωπος που δεν φοβάται μήπως χάσει τον Θεό, αλλά μήπως χάσει την εικόνα του.
Δεν φοβάται μήπως αμαρτήσει, αλλά μήπως τον σχολιάσουν.
Δεν φοβάται μήπως πληγώσει την ψυχή του, αλλά μήπως δεν τον αποδεχθούν.
Δεν φοβάται το σκοτάδι μέσα του, αλλά τη γνώμη των ανθρώπων γύρω του.
Και έτσι γίνεται δούλος.
Δούλος του «τι θα πουν». Δούλος της μόδας.
Δούλος της παρέας.
Δούλος της κοινωνικής εικόνας.
Δούλος της εποχής.
Δούλος ενός κόσμου που σήμερα σε χειροκροτεί και αύριο σε ξεχνά.
Ο κοσμοφοβούμενος άνθρωπος πολλές φορές ξέρει το σωστό, αλλά δεν το κάνει.
Ξέρει την αλήθεια, αλλά δεν τη λέει.
Ξέρει ότι πρέπει να σταθεί με αξιοπρέπεια, αλλά λυγίζει για να μη δυσαρεστήσει.
Ξέρει ότι η ψυχή του διψά για Χριστό, αλλά ντρέπεται να φανεί ότι πιστεύει.
Και το πιο τραγικό; Πολλές φορές δεν προδίδει τον Θεό από κακία.
Τον προδίδει από φόβο.
Φοβάται να κάνει τον σταυρό του.
Φοβάται να μιλήσει για την πίστη του.
Φοβάται να πει «αυτό δεν το θέλω στη ζωή μου». Φοβάται να διαφέρει.
Φοβάται να χάσει ανθρώπους, και τελικά χάνει τον εαυτό του.
Μα ο άνθρωπος που φοβάται τον κόσμο, ποτέ δεν είναι πραγματικά ελεύθερος.
Γιατί ο κόσμος δεν χορταίνει.
Πάντα κάτι θα ζητά.
Πάντα κάτι θα σχολιάζει.
Πάντα κάτι θα απαιτεί.
Σήμερα θα σου πει να σωπάσεις.
Αύριο θα σου πει να συμβιβαστείς.
Μεθαύριο θα σου πει να αρνηθείς ό,τι ιερό έχεις μέσα σου.
Και αν μάθεις να ζεις μόνο για να αρέσεις, στο τέλος δεν θα ξέρεις πια ποιος είσαι.
Ο θεοφοβούμενος όμως είναι ελεύθερος.
Μπορεί να τον ειρωνευτούν, αλλά δεν γκρεμίζεται.
Μπορεί να τον παρεξηγήσουν, αλλά δεν χάνει την ειρήνη του.
Μπορεί να μείνει μόνος, αλλά δεν είναι άδειος.
Γιατί μέσα του υπάρχει ένας σταθερός άξονας: ο Χριστός.
Ο θεοφοβούμενος δεν είναι σκληρός.
Δεν είναι φανατικός.
Δεν είναι άνθρωπος που περιφρονεί τους άλλους.
Είναι άνθρωπος που αγαπά τόσο βαθιά τον Θεό, ώστε δεν θέλει να ζήσει ψεύτικα.
Και σήμερα αυτό είναι μεγάλη ομολογία.
Να μπορείς να πεις: «Δεν θα προδώσω την ψυχή μου για να αρέσω.
Δεν θα κρύψω την πίστη μου για να χωρέσω.
Δεν θα σβήσω το φως μου επειδή κάποιοι αγάπησαν το σκοτάδι». Δεν είναι εύκολο.
Γιατί όλοι λίγο-πολύ κουβαλάμε μέσα μας τον φόβο του κόσμου.
Όλοι κάποτε σιωπήσαμε ενώ έπρεπε να μιλήσουμε.
Όλοι κάποτε συμβιβαστήκαμε για να μη χαλάσουμε σχέσεις.
Όλοι κάποτε ντραπήκαμε εκεί που έπρεπε να ομολογήσουμε.
Γι’ αυτό δεν γράφονται αυτά για να καταδικάσουμε κανέναν.
Γράφονται για να ξυπνήσουμε όλοι.
Να ρωτήσουμε τίμια την καρδιά μας: Ποιον φοβάμαι τελικά; Τον Θεό ή τον κόσμο; Φοβάμαι μήπως με δει ο Θεός να αδικώ, να σκληραίνω, να ψεύδομαι, να πληγώνω; Ή φοβάμαι μόνο μήπως με δει ο κόσμος να πιστεύω, να προσεύχομαι, να μετανοώ; Φοβάμαι μήπως χάσω την ψυχή μου; Ή μόνο μήπως χάσω την αποδοχή των ανθρώπων; Φοβάμαι μήπως λυπήσω τον Χριστό; Ή μόνο μήπως ενοχλήσω την εποχή μου; Αδελφοί μου, ο κόσμος αλλάζει πρόσωπα, ιδέες, μόδες, συνθήματα.
Σήμερα λέει ένα, αύριο λέει άλλο.
Σήμερα αποθεώνει, αύριο ακυρώνει.
Σήμερα σε ανεβάζει, αύριο σε πετά. Ο Χριστός όμως μένει.
Μένει όταν πέφτουν οι μάσκες.
Μένει όταν σβήνουν τα φώτα.
Μένει όταν τελειώνουν τα χειροκροτήματα.
Μένει όταν η ψυχή μένει μόνη και ρωτά: «Τι έκανα τη ζωή μου;» Γι’ αυτό ας μη γίνουμε κοσμοφοβούμενοι.
Ας μη ζούμε με το άγχος να μη δυσαρεστήσουμε έναν κόσμο που πολλές φορές δεν ξέρει ούτε ο ίδιος τι θέλει.
Ας γίνουμε θεοφοβούμενοι.
Με φόβο Θεού που δεν σκοτεινιάζει, αλλά φωτίζει.
Με φόβο Θεού που δεν μικραίνει τον άνθρωπο, αλλά τον ανυψώνει.
Με φόβο Θεού που γεννά ταπείνωση, αρχοντιά, καθαρότητα, ελευθερία.
Γιατί όποιος φοβάται τον Θεό σωστά, δεν φοβάται τον κόσμο αρρωστημένα.
Και όποιος σέβεται αληθινά τον Θεό, μαθαίνει να αγαπά σωστά και τους ανθρώπους.
Ας πούμε λοιπόν μέσα μας: Κύριε, λύτρωσέ με από τον φόβο του κόσμου.
Από το άγχος της γνώμης των άλλων.
Από την ανάγκη να αρέσω σε όλους.
Από τη δειλία που με κάνει να κρύβω την αλήθεια.
Δώσε μου φόβο Θεού, καθαρή καρδιά, γενναίο φρόνημα και αγάπη αληθινή.
Για να μη ζήσω μια ζωή κοσμοφοβούμενος.
Αλλά να σταθώ μπροστά Σου ελεύθερος, αληθινός, φωτεινός. Θεοφοβούμενος — όχι κοσμοφοβούμενος. Γιατί ο κόσμος περνά. Ο Χριστός μένει!
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους