Quo vadit? Μετά την εξάμηνη διακοπή των ανοικτών διαδικασιών για το κυπριακό, επανεκκίνησαν οι διαβουλεύσεις με στόχο, αν γίνει εφικτό, τη σύγκλιση μιας νέας άτυπης πενταμερής συνάντησης για τη...
Quo vadit? Μετά την εξάμηνη διακοπή των ανοικτών διαδικασιών για το κυπριακό, επανεκκίνησαν οι διαβουλεύσεις με στόχο, αν γίνει εφικτό, τη σύγκλιση μιας νέας άτυπης πενταμερής συνάντησης για τη δημιουργία προϋποθέσεων για επανέναρξη ουσιαστικών συνομιλιών για εξεύρεση κοινά αποδεκτής λύσης. Ο Γ.Γ. του ΟΗΕ μίλησε για την ανάγκη οι δυο πλευρές να αξιοποιήσουν το παράθυρο ευκαιρίας που προσφέρεται, το οποίο όμως δεν θα πρέπει να θεωρείται δεδομένο.
Με τη δήλωση αυτή είναι ξεκάθαρο ότι τα Ηνωμένα Έθνη προσπαθούν να δώσουν μια κάποια δυναμική στην εγκυμονούσα διαδικασία, ώστε οι δυο εμπλεκόμενες πλευρές να προσέλθουν στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων για να διανυθεί το «τελευταίο μίλι», που απέμεινε στο Κραν Μοντάνα.
Επομένως διαφαίνεται ότι στα Ηνωμένα Έθνη θεωρούν ότι η νέα διαδικασία δεν θα πρέπει να «τραβήξει» σε αόριστο βάθος χρόνου και να περιπλεχθεί σε ατέρμονους νομικίστικους δικολαβισμούς.
Αυτό σημαίνει ότι καθόλου έμμεσα, αλλά με πλήρη σαφήνεια ο Γενικός Γραμματέας θεωρεί ότι το κεκτημένο των πολυετών διαπραγματεύσεων και των επιτευχθέντων σοβαρών συγκλίσεων στο κυπριακό είναι σε ισχύ και στη βάση αυτή θα πρέπει να αξιοποιηθεί τόσο το Πλαίσιο Γκουτέρες, όσο και η προταθείσα διαδικασία εφαρμογής της λύσης, που προτάθηκε από τον ίδιο την τελευταία νύχτα στο δείπνο του Κραν Μοντάνα.
Υπάρχουν όμως πολιτικές δυνάμεις στην ελληνοκυπριακή πλευρά, που διαφωνούν ή τουλάχιστον προσπαθούν να διασκεδάσουν τη δήλωση του Γ.Γ. του ΟΗΕ περί «παραθύρου ευκαιρίας», που δεν είναι όμως δεδομένο.
Έτσι δεν είναι τυχαίο ότι αμέσως μετά την τοποθέτηση αυτή του Γ.Γ. άρχισαν κάποια κύμβαλα να αλαλάζουν ότι πάντα γινόταν λόγος περί τελευταίας ευκαιρίας, αλλά πάντοτε επανερχόταν μια νέα πρωτοβουλία.
Επομένως αν και αυτή η «ευκαιρία» δεν αξιοποιηθεί όπως η δική μας πλευρά θα ήθελε σίγουρα μετά από κάποιο χρονικό διάστημα θα υπάρξει κάποια άλλη προσπάθεια.
Να μην διαφεύγει της προσοχής όμως ότι μετά το τελευταίο αδιέξοδο στο Κραν Μοντάνα το 2017 υπήρξε μια πολυετής άγονη περίοδος στασιμότητας πριν να γίνουν τα πρώτα δειλά βήματα επανέναρξης της διαδικασίας για κάποια μέτρα οικοδόμησης εμπιστοσύνης με πενιχρά μέχρι σήμερα ωστόσο αποτελέσματα.
Και είναι στον καθένα γνωστό ότι ο χρόνος, ιδιαίτερα όταν παρέρχεται παθητικά ως προς τη λύση, εδραιώνει τα κατοχικά τετελεσμένα και ενισχύει τη διαίρεση και τη διχοτόμηση.
Παρά τη συνεχή ρητορική του προεδρικού περίγυρου, που καλλιεργεί την καλή επικοινωνιακή εικόνα του Προέδρου, ότι τάχατες η ελληνοκυπριακή πλευρά είναι έτοιμη και επιδιώκει ουσιαστικές εξελίξεις προς τη λύση του κυπριακού «αν είναι εφικτό και αύριο» Τα επικοινωνιακά παιχνίδια του Ν. Χριστοδουλίδη καλά κρατούν, μια και προσπαθεί να αποδείξει ότι είναι ο κύριος διαμορφωτής των εξελίξεων, ότι βρίσκεται ένα βήμα μπροστά από τις εξελίξεις, ότι τελικά η σημερινή κινητικότητα στο κυπριακό συνδέεται και με ενέργειες της Λευκωσίας χωρίς να ξεχνούμε τις βαρύγδουπες δηλώσεις του ότι ο Γ.Γ. θα κατάθετε σχέδιο λύσης του κυπριακού.
Ταυτόχρονα όμως διακηρύττει ότι θα πρέπει οι συνομιλίες να επαναρχίσουν από εκεί που έμειναν στο Κραν Μοντάνα, ενώ είναι διάχυτη η προσπάθεια να προετοιμαστεί το έδαφος για επίρριψη ευθυνών σε τυχόν ναυάγιο στην άλλη πλευρά.
Την ίδια στιγμή όμως ο Ν. Χριστοδουλίδης δήλωσε ότι η αναφορά του Γ.Γ. περί «παραθύρου ευκαιρίας» δεν συνιστά πιεστικό χρονοδιάγραμμα, άρα θεωρεί ότι η διαπραγμάτευση θα έχει βάθος χρόνου ή τουλάχιστο μέχρι την αντικατάσταση του νυν Γ.Γ., η θητεία του οποίου λήγει τέλος του χρόνου και την εκλογή νέου, όπου εκ των πραγμάτων θα δοθεί μια νέα παράταση για προσαρμογή του νέου Γ.Γ., αλλά ήδη θα έχουμε εισέλθει στην προεκλογική περίοδο για εκλογή νέου Προέδρου αρχές του 2028, που ως γνωστό οι εξελίξεις γύρω από το κυπριακό επιβραδύνονται και δεν αγγίζουν την ουσία του κυπριακού.
Δεν θα είναι η πρώτη φορά που το κυπριακό θα βρεθεί στη δύνη προεκλογικών σκοπιμοτήτων και θα θυσιαστεί στο βωμό του προεδρικού θώκου.
Η συναγερμική δεξιά, αναθρεμμένο τέκνον της οποίας είναι ο Ν. Χριστοδουλίδης, έχει πλούσια εμπειρία σε αυτό με πρώτο διδάξαν τον Γλ. Κληρίδη το 1992-93 και τον Ν. Αναστασιάδη το 2016-17 που για τον προεδρικό θώκο πισωγύρισαν το κυπριακό με όλες τις αρνητικές συνέπειες.
Άρα δεν θα είναι κάτι πρωτοφανές αν ο Ν. Χριστοδουλίδης θα κινηθεί στα αχνάρια των δυο προηγούμενων συναγερμικών προέδρων.
Τα πιο πάνω αφορούν τον τρόπο που επικοινωνιακά ο Ν. Χριστοδουλίδης και ο περίγυρος του προεδρικού χειρίζονται το κυπριακό, πράγμα που είναι θέμα χρόνου να καταδειχθεί.
Επομένως η καλλιέργεια των όποιων ψευδαισθήσεων ότι η ελληνοκυπριακή πλευρά είναι έτοιμη και έχει τη θέληση να διανύσει το τελευταίο εναπομείναντα μίλι δεν μπορούν να στηριχθούν σε στέρεες βάσεις.
Και αυτό όχι μόνο ένεκα των επικοινωνιακών πολιτικών του Προέδρου Χριστοδουλίδη, αλλά και επί της ουσίας παρ’ όλο της όποιας ρητορικής για τη συνέχιση των διαπραγματεύσεων από το σημείο που έμειναν στο Κραν Μοντάνα το 2017.
Αν τότε ο Ν. Χριστοδουλίδης ως ΥΠΕΞ και ένας από τους στενότερους συνεργάτες του τότε Προέδρου Ν. Αναστασιάδη στη διαχείριση του κυπριακού δεν ήταν διαθέσιμος να «σπαταλήσει» πολιτικό κεφάλαιο για τη λύση του κυπριακού και να διαφοροποιηθεί από το μέντορα του, παραμένει η όποια αμφιβολία ότι σήμερα θα κινηθεί αντίστροφα; Μια τέτοια θέση δεν είναι καθόλου αυθαίρετη αν ληφθεί υπόψη το συνονθύλευμα των πολιτικών δυνάμεων που στηρίζουν το Ν. Χριστοδουλίδη και στην προσπάθεια που καταβάλλει για να διεκδικήσει εκ νέου την προεδρία το 2028 ως ο κοινός τους υποψήφιος.
Το κεκτημένο των διαπραγματεύσεων όχι μόνο δεν είναι αόριστο, αλλά έχει συγκεκριμένο περιεχόμενο, που ρυθμίζει με τη σύμφωνη γνώμη και των δυο κοινοτήτων βασικά ζητήματα εσωτερικής διακυβέρνησης και που σχετίζονται με τις εξουσίες της κεντρικής ομοσπονδιακής κυβέρνησης, τη σταθμισμένη ψήφο στις προεδρικές εκλογές, την εκ περιτροπή προεδρία, την πολιτική ισότητα κ.ά. Από τη στιγμή που κάποιες από τις ήδη συμφωνηθέντες συγκλίσεις αμφισβητούνται και αφήνεται να νοηθεί ότι θα καταβληθεί προσπάθεια για να ανοίξει εκ νέου η συζήτηση τους, όπως και η αμφισβήτηση των εξουσιών της κεντρικής ομοσπονδιακής κυβέρνησης με τις νύξεις περί χαλαρής ομοσπονδίας (πίσω από την οποία υπάρχει ερωτοτροπία και πιθανώς ο πρόδρομος της ιδέας για δυο κράτη), αντί προεδρικού συστήματος να σχεδιαστεί ένα άλλο κοινοβουλευτικό καταδεικνύουν ότι δεν είναι τυχαία η δήλωση Ν. Χριστοδουλίδη ότι δεν υπάρχει «πιεστικό χρονοδιάγραμμα». Η όποια αμφισβήτηση του διαπραγματευτικού κεκτημένου και των συμφωνημένων συγκλίσεων εξυπακούεται νέα διαπραγμάτευση με αμφίβολη κατάληξη σε περιεχόμενο και σε απροσδιόριστο βάθος χρόνου.
Επομένως ο Ν. Χριστοδουλίδης αν επιδιώκει ουσιαστικές εξελίξεις προς λύση του κυπριακού «αν είναι εφικτό αύριο» οφείλει να τοποθετηθεί ευθαρσώς για τις συμφωνημένες συγκλίσεις και την πολιτική ισότητα όπως αυτή έχει συμφωνηθεί χωρίς τις όποιες σκιές και ουρές και να αφήσει κατά μέρος τη γενικόλογη διακήρυξη από εκεί που μείναμε στο Κραν Μοντάνα.
Έντονη η ψιθυρολογία και η ειδησιογραφία περί ύπαρξης σχεδίου λύσης, προτεινόμενων ΝΑΤΟ-ικών εγγυήσεων, προώθησης μιας εξελικτικής λύσης σε συνδυασμό με την προώθηση των ευρωτουρκικών σχέσεων.
Εδώ ακριβώς είναι που απαιτείται πλήρης διαφάνεια και ενημέρωση για το τί τεκταίνεται στα παρασκήνια και πίσω από κλειστές πόρτες και δεν θεωρείται ότι ο Ν. Χριστοδουλίδης δεν έχει γνώση ή είναι αμέτοχος στις όποιες τέτοιες μεθοδεύσεις.
Γι’ αυτό οφείλει και πρέπει να μιλήσει ξεκάθαρα (σύμφωνα με το σλόγκαν του) αν όντως τεκταίνεται κάτι και τί τεκταίνεται και όχι δημοσιοποιώντας αποσπασματικά θέσεις με στόχο αποπροσανατολισμού και χειραγώγησης με έντεχνο τρόπο την κοινή γνώμη.
Επομένως quo vadit? (πού πάει;) το κυπριακό και ποιες οι προοπτικές για λύση δεν είναι δυνατόν με αξιοπιστία να λεχθεί αν δεν υπάρχει πλήρης και ολοκληρωμένη ενημέρωση για τα παρασκήνια, που τεκταίνονται μακριά από τακτικισμούς και επικοινωνιακά παιγνίδια στο βωμό προεκλογικών σκοπιμοτήτων και συσπείρωσης γύρω από την υποψηφιότητα του νυν Προέδρου λεκτικά διαφοροποιούμενων πολιτικών δυνάμεων. 14/7/2026
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους