Πόσο όμορφο κείμενο, αυτό που ακούστηκε από τον σπουδαίο συγγραφέα Panagiotis Dimakis, στην πρόσφατη παρουσίαση του βιβλίου μου "ΤΟ ΕΝΔΟΞΟ ΣΚΟΤΑΔΙ ΤΟΥ ΒΟΤΑΝΙΚΟΥ". Τον ευχαριστώ από καρδιάς! Εγώ τη...
Πόσο όμορφο κείμενο, αυτό που ακούστηκε από τον σπουδαίο συγγραφέα Panagiotis Dimakis, στην πρόσφατη παρουσίαση του βιβλίου μου "ΤΟ ΕΝΔΟΞΟ ΣΚΟΤΑΔΙ ΤΟΥ ΒΟΤΑΝΙΚΟΥ". Τον ευχαριστώ από καρδιάς! Εγώ τη Σεμίνα δεν την είχα γνωρίσει από κοντά μέχρι πρότινος.
Αλλά το περίεργο; Τελικά υπήρχε μια αμοιβαία συμπάθεια και εκτίμηση, κι ας μην το ξέραμε.
Και γι’ αυτό απεδέχθην με απέραντη χαρά την παρουσία και συμμετοχή μου στην παρουσίαση για το βιβλίο της «Το ένδοξο σκοτάδι του Βοτανικού». Πρέπει να ομολογήσω ότι το διάβασα στο ορεινό χωριό μου, τα Βέρβενα Αρκαδίας στα 1160μ υψόμετρο – υπάρχει λόγος που αναφέρω αυτή τη λεπτομέρεια.
Ξεκινώντας λοιπόν να το διαβάζω, όποτε ήμουν σε πολύ ήρεμο περιβάλλον, χωρίς άλλους θορύβους, έπιασα τον εαυτό μου να το διαβάζει από μέσα μου με… τη φωνή της.
Δεν απόρησα.
Είναι μια φωνή που τη θυμάμαι από παλιά, από τότε που έβλεπα το «Τρεις στον Αέρα». Μια φωνή βαθιά που δεν μπαίνει μόνο γλυκά στα αφτιά και τον νου, αλλά γίνεται φωνήεντα και σύμφωνα που σφραγίζονται επάνω στο χαρτί, με την ίδια ζέση και δύναμη.
Στις πρώτες σελίδες, η αίσθηση που μου γεννήθηκε διαβάζοντας για τα πρώτα χρόνια της μικρής Ασημίνας ήταν ότι βλέπω τις ζωές αυτών που παρακολουθούσα στις ελληνικές ταινίες, των ηθοποιών και των χαρακτήρων που εκείνοι ερμήνευαν.
Μα σύντομα αυτό άλλαξε.
Πλέον ένιωθα ότι παρακολουθώ τις ζωές των ανθρώπων που έβλεπαν τις ελληνικές ταινίες του ’60 και ’70. Τις χαρές και τις τραγωδίες τους, τα πάθη και τα όνειρά τους, τα κουσούρια και τις αρετές τους.
Είδα τη δυναμική της ελληνικής οικογένειας, αγίας, αμαρτωλής, πεισματάρας, ανώριμης, γλυκιάς… Γιαγιάδες, άλλες κερβερογιαγιάδες με τη μυγοσκοτώστρα αέναα στο κομοδίνο ως σύμβολο της εξουσίας τους κι άλλες σοφές γριούλες, σοφές όπως το όνομά τους.
Γονείς παρόντες κι απόντες, ένα απέραντο συγγενομάνι από θείους και θείες και ξαδέρφες και παππούδες, από γείτονες και περαστικούς στον Βοτανικό.
Άνθρωποι που ονοματίζονται, κάπως σκωπτικά, με μύρια τόσα επίθετα: Αρκουδόμαγκες, κουραδόμαγκες, αλεπουδιάρηδες, γκαγκανιασμένοι, χλέμπουρες, μπουμπάρδες, αεριτζήδες, ρεμπεσκέδες, ρούχλες, τσέτουλες, λεμέδες, κουτσαβάκια, πιτουρόμαγκες, μουλιάπες, χαμουλοπιπίτσες, παραλήδες, καλτάκες, τσάμπα μόρτες και γιαλαντζί ντερβίσια! Σκεφτόμουν, καθώς έγραφα αυτές τις λέξεις, ότι ο Βοτανικός βγαίνει από το βότανο.
Τα βότανα είναι παντού ολόγυρά μας και πρασινίζουν την πλάση.
Άλλα είναι θεραπευτικά και μας γαληνεύουν κι άλλα δηλητηριώδη και φρόνιμο είναι να τα αποφεύγουμε.
Το ίδιο που συμβαίνει με τους ανθρώπους.
Μα από όλους μαθαίνουμε.
Τι να κάνουμε και τι να μην κάνουμε.
Αυτό το βιβλίο είναι κατάστικτο με στίχους τραγουδιών και λόγια ανθρώπων.
Κάπου αναφέρει τις λέξεις της Λουίζ Γκλουκ: «Βλέπουμε τον κόσμο μια φορά, στην παιδική μας ηλικία.
Τα υπόλοιπα είναι μνήμη.» Πόσο πολύ μας επηρεάζει η παιδική ηλικία… Πόσο πολύ επηρέασε τη μικρή Ασημίνα… Μαζί με τις πάμπολλες μουσικές αναφορές, στο βιβλίο ζωντανεύει η ιστορία, γιατί εμείς οι άνθρωποι δεν μεγαλώνουμε ανεξάρτητα από εκείνη.
Διάβασα για τον σεισμό του 1967, τη φόνισσα Γκουβούση, τον Αλέκο Αλεξανδράκη, τον Γιώργο Μαρίνο, τη Βουγιουκλάκη και τη Ναθαναήλ.
Για τον Ναπολέοντα Λαπαθιώτη και τη Δέσποινα Παπαδοπούλου, για τον Άγνωστο Πόλεμο.
Και, να ξέρεις, Σεμίνα, με κατέστρεψες.
Κάθε λίγο και λιγάκι γκούγκλαρα αυτά που δεν ήξερα, όπως το γλυκό ταούκ κιοκτσού και τον Νικηφόρο Μανδηλαρά, ή για αυτά που ήξερα αλλά ήθελα περισσότερες πληροφορίες.
Έτσι έμαθα ότι η Ιταλίδα ηθοποιός δεν διαβάζεται Σιλβάνα Μανγκάνο, όπως την έλεγα τόσα χρόνια, αλλά Μάνγκανο.
Φοβερή λεπτομέρεια, θα μου πείτε, αλλά είναι το βίτσιο μου η γνώση, πώς να το κάνουμε; Σινεμά, διαφήμιση, θέατρο, μουσική, μόδα, πολιτική, κοινωνία, όλα ανασταίνουν την εποχή μέσα από το βιβλίο.
Κι εκεί που κάποιες παράγραφοι ή φράσεις ακούγονται πιο δημοσιογραφικές, όταν π.χ. μιλάει για μια διαφήμιση ή μια εκπομπή της νεογέννητης τότε τηλεόρασης, έρχεται η ζωή των ηρώων για να εντάξει όλες αυτές τις πληροφορίες στον μυθιστορηματικό ιστό τόσο αβίαστα.
Κι εδώ έρχονται τα Βέρβενα Αρκαδίας που σας έλεγα: η Σεμίνα αναφέρει δύο φορές την ΕΒΓΑ, την ΕΒΓΑ της γειτονιάς.
Ε, δεν μπορούσα να αντισταθώ να μη σας πω ότι οι ιδρυτές της ΕΒΓΑ κατάγονταν από τα Βέρβενα και μάλιστα εκεί είχε δουλέψει ο προπάππους μου.
Εγώ δεν πρόλαβα πολύ τον προπάππου μου, αλλά ξέρετε, με τους νεκρούς μπορείς να μιλήσεις ακόμα κι όταν έχουν φύγει.
Έτσι κι οι ήρωες στο βιβλίο συζητούν με τα πεθαμένα τους, αλλά εκείνοι στον άλλο κόσμο δεν τους φοβερίζουν αλλά τους νουθετούν και παραστέκονται.
Τα περισσότερα άτομα που αναφέρονται στο βιβλίο δεν ζουν πια στο 2026.
Μα τι μπορούν να μας διδάξουν οι νεκροί; Ότι η ταυτότητα συνεχίζεται μετά τον θάνατο.
Ο άνθρωπος πεθαίνει.
Η ερμηνεία του όμως συνεχίζεται.
Άρα ίσως η πραγματική ζωή ενός ανθρώπου να μην τελειώνει με τον θάνατό του.
Συνεχίζεται μέσα στις αφηγήσεις των άλλων.
Κι επίσης, ότι η κληρονομιά δεν είναι επιλογή.
Δεν διαλέγουμε τους γονείς μας.
Ούτε τη γλώσσα μας.
Το όνομά μας.
Την εποχή μας.
Κουβαλάμε πράγματα που προϋπήρχαν.
Το ερώτημα δεν είναι αν θα τα κουβαλήσουμε.
Αλλά πώς.
Μα, σε τελική ανάλυση, ίσως οι νεκροί δεν μας μαθαίνουν τίποτα.
Ίσως εμείς μαθαίνουμε κάτι για τον εαυτό μας όταν προσπαθούμε να τους καταλάβουμε.
Να ανακαλύψουμε ποιοι θέλουμε να είμαστε απέναντί τους.
Άρα οι νεκροί (ή οι παλιοί εν γένει) δεν είναι δάσκαλοι.
Είναι καθρέφτες.
Γι’ αυτό μπορούμε να παίξουμε με τον χρόνο.
Όπως η κυρα-Μάχη στο βιβλίο.
Διαβάζω ένα απόσπασμα: Η κυρα-Μάχη στήνει και παιχνίδια με το χρόνο.
Τον κάνει ό,τι θέλει.
Ο χρόνος αγαπά τους αθώους, αυτούς που τον μετράνε με τους χτύπους της καρδιάς, γι’ αυτό και τους κάνει τα χατίρια.
Σέβεται αυτούς που, ενώ ξέρουν πως είναι δωρεάν, αναγνωρίζουν πως είναι ανεκτίμητος και πως, αν τον χάσουν, δε γίνεται να τον πάρουν ποτέ πίσω.
Κι αυτό το εκτιμάει ο χρόνος. Κολακεύεται.
Κι όταν υπακούει σ’ αυτούς που τον υπολήπτονται, τότε συντελείται ένα θαύμα απίθανο.
Έτσι, το φαντασμαγορικό «μπρος πίσω» του χρόνου, που τόσο λατρεύει η μικρή, αξιώνεται να μπορεί τελικά να το βιώσει ολοζώντανο.
Κι αυτή είναι η περιουσία της, η δύναμη και η δόξα της, αυτά τα ωραία παιχνίδια με το χρόνο.
Ο φασαριόζικος θίασος του παρελθόντος των ηρώων είναι απολύτως ανθεκτικός στον ιό της λήθης. (κι αυτό από το βιβλίο). Σεμίνα, μου άρεσε η εικόνα του μακρινού πλανήτη που γράφεις, όπου μαζεύονται όλες οι αγάπες του κόσμου, οι βασανισμένες, οι θυελλώδεις, οι μισοπεθαμένες, οι σμπαραλιασμένες, οι μητρικές.
Σ’ ένα τέτοιο πλανήτη θέλω να πάνε κι οι δικές μου οι αγάπες κι οι αγάπες όλων των ανθρώπων.
Διάβασα κάπου πως εσύ, η Ασημίνα-Σεμίνα, είπες: «Θεωρώ ότι επαναστατικό σήμερα είναι η καλοσύνη.
Πάντα αυτή ήταν και πάντα αυτή θα είναι η αρετή των δυνατών ανθρώπων.
Η μεγαλύτερη ελληνική παθογένεια πιστεύω πως είναι η έλλειψη ιστορικής μνήμης.
Νομίζω πως έχουμε χρέος να διατηρήσουμε τη φλόγα της για να μη γίνει πυροτέχνημα.
Άλλωστε πάντα ο αγώνας του ανθρώπου ενάντια στην εξουσία είναι ο αγώνας της μνήμης απέναντι στη λήθη». Θεωρώ ότι αυτό το βιβλίο δεν είναι ένας απολογισμός για το πόσο καλά τα κατάφερες στη ζωή σου.
Άλλωστε σταματάει πολύ νωρίς, χωρίς να στέκεται στην καριέρα σου.
Δεν υπήρχε λόγος άλλωστε.
Μα αυτό το βιβλίο είναι η ιστορία της μικρής Ασημίνας που έγινε Σεμίνα, μα ποτέ δεν ξέχασε την ασημένια θαμπή ομορφιά της παιδικής νιότης, που αχνόφεγγε μες στο ένδοξο σκοτάδι. Εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους