[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

Η συγκυρία δεν θα περιμένει την Κύπρο ΑΝΑΛΥΣΗ: ΑΠΟ ΤΙΣ ΣΥΜΦΩΝΙΕΣ ΥΨΗΛΟΥ ΕΠΙΠΕΔΟΥ ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΕΕΣ ΓΚΑΛΙ ΜΕΧΡΙ ΤΟ ΕΛΣΙΓΚΙ, ΤΟ ΣΧΕΔΙΟ ΑΝΑΝ ΚΑΙ ΤΟ ΚΡΑΝ ΜΟΝΤΑΝΑ ΠΟΥ ΣΥΝΟΔΕΥΤΙΚΑΝ ΜΕ ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΑΝΑΚΑΤΑΤΑΞΕΙΣ Το...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

Η συγκυρία δεν θα περιμένει την Κύπρο ΑΝΑΛΥΣΗ: ΑΠΟ ΤΙΣ ΣΥΜΦΩΝΙΕΣ ΥΨΗΛΟΥ ΕΠΙΠΕΔΟΥ ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΕΕΣ ΓΚΑΛΙ ΜΕΧΡΙ ΤΟ ΕΛΣΙΓΚΙ, ΤΟ ΣΧΕΔΙΟ ΑΝΑΝ ΚΑΙ ΤΟ ΚΡΑΝ ΜΟΝΤΑΝΑ ΠΟΥ ΣΥΝΟΔΕΥΤΙΚΑΝ ΜΕ ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΑΝΑΚΑΤΑΤΑΞΕΙΣ Το Κυπριακό έχει μια ιδιότυπη σχέση με τη συγκυρία, καθώς εδώ και μισό αιώνα, κάθε νέα πρωτοβουλία συνοδεύεται από τη διαβεβαίωση ότι πρόκειται για την τελευταία ευκαιρία.

Όταν η προσπάθεια αποτυγχάνει, ακολουθεί η συνήθης διαπίστωση ότι ο χρόνος εργάζεται σε βάρος μας.

Και ύστερα, για χρόνια, η στασιμότητα βαφτίζεται σταθερότητα, μέχρι να εμφανιστεί η επόμενη διεθνής κίνηση και να αρχίσει ο ίδιος κύκλος. Η Ιστορία, όμως, δεν επιβεβαιώνει ότι αρκεί η καλή πρόθεση ενός Προέδρου, ενός Τουρκοκύπριου ηγέτη ή ενός Γενικού Γραμματέα του ΟΗΕ για να λυθεί ένα πρόβλημα που εμπλέκει δύο κοινότητες, τρεις εγγυήτριες δυνάμεις, την Ευρωπαϊκή Ένωση, ζητήματα ασφάλειας, στρατεύματα, περιουσίες, εδάφη και έναν ολόκληρο περιφερειακό συσχετισμό ισχύος.

Οι σοβαρές προσπάθειες προχώρησαν όταν συνέπεσαν τρεις διαφορετικοί χρόνοι.

Ο χρόνος της Κύπρου, ο χρόνος της Τουρκίας και ο χρόνος του διεθνούς συστήματος.

Όταν ένας από τους τρεις απουσίαζε, η διαδικασία είτε δεν άρχιζε είτε κατέρρεε προτού ολοκληρωθεί.

Η σημερινή συγκυρία δεν εγγυάται λύση.

Για πρώτη φορά, όμως, μετά το 2017, αρκετές από τις προϋποθέσεις αρχίζουν να εμφανίζονται ταυτόχρονα.

Αυτό είναι που καθιστά την περίοδο κρίσιμη, καθότι η απόλυτη ακινησία στο Κυπριακό έπαψε να μοιάζει αναπόφευκτη.

Συνεπώς, οι μεγαλύτερες καμπές του Κυπριακού εκδηλώθηκαν, κατά κανόνα, με εξωτερικές μεταβολές.

Η διεθνής συγκυρία δεν επέβαλε ποτέ τη λύση.

Δημιούργησε, όμως, την πίεση, τα κίνητρα ή το χρονοδιάγραμμα που έφεραν τις πλευρές πιο κοντά σε μια πραγματική διαπραγμάτευση.

Αυτό συμβαίνει και τώρα.

Μπορεί να μην υπάρχει ακόμη συμφωνία για επανέναρξη συνομιλιών, ούτε κοινό έδαφος, υπάρχει, όμως, ξανά κινητικότητα.

Και, κυρίως, εμφανίζονται ταυτόχρονα παράγοντες που πριν από λίγα χρόνια έλειπαν. 1977 και 1979 και ο συμβιβασμός Η ιστορική αφετηρία της σημερινής συζήτησης βρίσκεται στις Συμφωνίες Υψηλού Επιπέδου του 1977 και του 1979.

Στις 12 Φεβρουαρίου 1977, ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος και ο Ραούφ Ντενκτάς συμφώνησαν, υπό την αιγίδα του τότε Γενικού Γραμματέα του ΟΗΕ Κουρτ Βάλντχαϊμ, τέσσερις κατευθυντήριες γραμμές.

Η επιδιωκόμενη λύση θα ήταν μια ανεξάρτητη, αδέσμευτη και δικοινοτική ομοσπονδιακή δημοκρατία.

Οι εξουσίες της κεντρικής κυβέρνησης και οι εδαφικές ρυθμίσεις θα αποτελούσαν αντικείμενο διαπραγμάτευσης, με κριτήρια, μεταξύ άλλων, την οικονομική βιωσιμότητα, την παραγωγικότητα και την ιδιοκτησία γης.

Ο όρος «διζωνική» δεν περιλαμβάνεται αυτούσιος στη συμφωνία του 1977.

Η σχετική ορολογία αποκρυσταλλώθηκε αργότερα, μέσα από τις διαπραγματεύσεις και τα ψηφίσματα του Συμβουλίου Ασφαλείας.

Η ουσία, ωστόσο, είχε τεθεί καθώς η λύση αναζητούνταν πλέον σε ομοσπονδιακή βάση.

Στις 19 Μαΐου 1979, ο Σπύρος Κυπριανού και ο Ραούφ Ντενκτάς επιβεβαίωσαν τη συμφωνία του 1977 και κατέληξαν σε δέκα σημεία.

Συμφωνήθηκε ότι θα συζητούνταν όλες οι εδαφικές και συνταγματικές πτυχές, ότι θα δινόταν προτεραιότητα στην Αμμόχωστο και ότι θα εξετάζονταν μέτρα καλής θέλησης και το ζήτημα της αποστρατιωτικοποίησης.

Οι δύο συμφωνίες μπορεί να μην έφεραν λύση, αλλά έδωσαν, όμως, μια κατεύθυνση ανθεκτική στο χρόνο.

Γι’ αυτό και η ομοσπονδιακή λύση δεν μπορεί να παρουσιάζεται ως παραχώρηση της σημερινής εποχής καθώς αποτελεί τον ιστορικό συμβιβασμό που αναζητήθηκε μετά την εισβολή, όταν η επιστροφή στην προ του 1974 κατάσταση δεν θεωρούνταν πλέον εφικτή και η αποδοχή της διχοτόμησης θα νομιμοποιούσε τα τετελεσμένα.

Η συμφωνία του 1977 επιτεύχθηκε σε ένα βαρύ διεθνές περιβάλλον.

Η κυπριακή κρίση είχε οδηγήσει Ελλάδα και Τουρκία, δύο κράτη του ΝΑΤΟ, σε βαθιά σύγκρουση.

Το αμερικανικό εμπάργκο όπλων προς την Τουρκία επιβάρυνε περαιτέρω το νοτιοανατολικό σκέλος της Συμμαχίας. Οι Ηνωμένες Πολιτείες, η Βρετανία και ο ΟΗΕ είχαν ισχυρό συμφέρον να αποτραπεί νέα ανάφλεξη.

Η γεωπολιτική δεν εξηγεί από μόνη της τη Συμφωνία Μακαρίου–Ντενκτάς.

Εξηγεί, όμως, γιατί η σταθεροποίηση της Κύπρου είχε αποκτήσει τότε σημασία πολύ μεγαλύτερη από το μέγεθος του νησιού. 1992: Η μεταψυχροπολεμική ελπίδα Η επόμενη μεγάλη προσπάθεια ήρθε μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης.

Το τέλος του Ψυχρού Πολέμου δημιούργησε την προσδοκία ότι ο ΟΗΕ, απαλλαγμένος από την παράλυση του ανταγωνισμού των δύο υπερδυνάμεων, θα μπορούσε να αντιμετωπίσει συγκρούσεις που παρέμεναν άλυτες για δεκαετίες.

Μέσα σε αυτό το κλίμα διαμορφώθηκε η Δέσμη Ιδεών του Μπούτρος Μπούτρος Γκάλι.

Με τα ψηφίσματα 750 και 774 του 1992, το Συμβούλιο Ασφαλείας επαναβεβαίωσε τη λύση ενός κράτους με μία κυριαρχία, μία διεθνή προσωπικότητα και μία ιθαγένεια, αποτελούμενου από δύο πολιτικά ισότιμες κοινότητες σε δικοινοτική, διζωνική ομοσπονδία.

Απέκλεισε επίσης την ένωση με άλλη χώρα, τη διχοτόμηση και την απόσχιση. Η Δέσμη Ιδεών επιχείρησε να μετατρέψει τις γενικές αρχές των Συμφωνιών Υψηλού Επιπέδου σε πιο ολοκληρωμένη πρόταση.

Αυτό είναι ένα στοιχείο που συχνά χάνεται στον δημόσιο διάλογο.

Οι διαπραγματεύσεις δεν αρχίζουν κάθε φορά από το μηδέν.

Κάθε νέα πρωτοβουλία κληρονομεί συγκλίσεις, αποκλίσεις, αποτυχίες και δεσμεύσεις δεκαετιών.

Η προσπάθεια του 1992 δεν καρποφόρησε, αλλά άφησε πίσω της ένα σαφέστερο πλαίσιο, το οποίο εξακολουθεί να βρίσκεται στη βάση των ψηφισμάτων του Συμβουλίου Ασφαλείας.

Η διεθνής αισιοδοξία της εποχής δεν έλυσε τις διαφορές.

Έφερε, ωστόσο, το Κυπριακό και πάλι στο επίκεντρο μιας ευρύτερης προσπάθειας διευθέτησης παγωμένων συγκρούσεων. Το Ελσίνκι έβαλε το χρονόμετρο Η ευρωπαϊκή πορεία της Κύπρου και της Τουρκίας δημιούργησε την ισχυρότερη ίσως διεθνή ώθηση που γνώρισε το Κυπριακό μετά το 1974. Τον Δεκέμβριο του 1999, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο του Ελσίνκι αναγνώρισε την Τουρκία ως υποψήφια προς ένταξη χώρα.

Παράλληλα, ξεκαθάρισε ότι η επίλυση του Κυπριακού θα διευκόλυνε την ένταξη της Κύπρου, αλλά δεν αποτελούσε προϋπόθεση για την τελική απόφαση.

Η απόφαση άλλαξε την εξίσωση.

Η μη λύση δεν μπορούσε πλέον να χρησιμοποιηθεί για να παρεμποδιστεί αυτομάτως η ένταξη της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Την ίδια ώρα, η Άγκυρα αποκτούσε ένα ισχυρό ευρωπαϊκό κίνητρο για να επιτρέψει την πρόοδο της διαδικασίας. Το Σχέδιο Ανάν διαμορφώθηκε υπό την πίεση του χρονοδιαγράμματος της ευρωπαϊκής διεύρυνσης.

Όσο πλησίαζε η ένταξη της Κύπρου, τόσο εντεινόταν η διεθνής προσπάθεια να ενταχθεί ένα επανενωμένο νησί.

Στα δημοψηφίσματα της 24ης Απριλίου 2004, το 75,83% των Ελληνοκυπρίων απέρριψε το σχέδιο, ενώ το 64,9% των Τουρκοκυπρίων το ενέκρινε.

Την 1η Μαΐου, η Κυπριακή Δημοκρατία εντάχθηκε στην Ευρωπαϊκή Ένωση, με την εφαρμογή του ευρωπαϊκού κεκτημένου να παραμένει ανασταλμένη στις περιοχές που η κυβέρνηση δεν ασκεί αποτελεσματικό έλεγχο.

Η περίοδος εκείνη άφησε ένα δύσκολο δίδαγμα.

Η διεθνής συγκυρία μπορεί να παραγάγει σχέδιο, χρονοδιάγραμμα και ισχυρά κίνητρα.

Δεν μπορεί να εξασφαλίσει την αποδοχή μιας συμφωνίας από την κοινωνία.

Το 2004 δεν κρίθηκε μόνο το περιεχόμενο του Σχεδίου Ανάν.

Κρίθηκε και η εμπιστοσύνη των Ελληνοκυπρίων προς τη διαδικασία, τους διεθνείς παράγοντες και την πολιτική τους ηγεσία.

Όποιος υποτιμήσει αυτή τη διάσταση σε μια μελλοντική προσπάθεια θα επαναλάβει τα ίδια λάθη καθώς μια κοινωνία που ενημερώνεται στο τέλος και καλείται να αποφασίσει μέσα σε κλίμα πανικού δεν πείθεται εύκολα να αναλάβει ένα ιστορικό ρίσκο. Κραν Μοντανά: Η διαδρομή έφτασε μέχρι την τελική απόφαση Η διαδικασία που άρχισε το 2015 με τον Νίκο Αναστασιάδη και τον Μουσταφά Ακιντζί προχώρησε περισσότερο από πολλές προηγούμενες.

Παρήγαγε σημαντικές συγκλίσεις στη διακυβέρνηση, στην οικονομία, στο ευρωπαϊκό κεκτημένο, στο περιουσιακό και στην ιθαγένεια. Στο Κραν Μοντανά, το καλοκαίρι του 2017, βρέθηκαν στο ίδιο τραπέζι οι δύο κοινότητες, οι τρεις εγγυήτριες δυνάμεις και η Ευρωπαϊκή Ένωση ως παρατηρητής.

Για πρώτη φορά σε τέτοιο βάθος, οι εσωτερικές πτυχές της λύσης συζητούνταν παράλληλα με την ασφάλεια και τις εγγυήσεις.

Στις 7 Ιουλίου, ο Αντόνιο Γκουτέρες ανακοίνωσε το κλείσιμο της Διάσκεψης χωρίς συμφωνία.

Η συζήτηση για το ποιος ευθύνεται συνεχίζεται μέχρι σήμερα.

Οι πρωταγωνιστές καταγράφουν διαφορετικές εκδοχές για όσα συνέβησαν τις τελευταίες ώρες.

Αυτό, όμως, που δεν αμφισβητείται είναι ότι η διαδικασία έφτασε στο σημείο που δεν αρκούσαν πλέον οι τεχνικές διαπραγματεύσεις.

Χρειάζονταν τελικές πολιτικές αποφάσεις. Το Κραν Μοντανά απέδειξε ότι το Κυπριακό δεν μένει άλυτο επειδή δεν υπάρχουν ιδέες ή φόρμουλες.

Το δυσκολότερο σημείο έρχεται όταν οι ηγεσίες πρέπει να αναμετρηθούν με το πολιτικό κόστος του συμβιβασμού.

Όταν το κόστος της απόφασης φαίνεται μεγαλύτερο από το κόστος της παράτασης, η παράταση συνήθως κερδίζει. 2020: Αμφισβητήθηκε η βάση της διαδικασίας Μετά το Κραν Μοντανά δεν εγκαταλείφθηκε αμέσως η ομοσπονδιακή βάση.

Το 2019, ο Νίκος Αναστασιάδης και ο Μουσταφά Ακιντζί συναντήθηκαν στο Βερολίνο με τον Αντόνιο Γκουτέρες, σε μια προσπάθεια να διαμορφωθούν όροι αναφοράς για επανέναρξη της διαδικασίας.

Η πραγματική αλλαγή ήρθε το 2020, με την εκλογή του Ερσίν Τατάρ και την επίσημη προβολή της θέσης για δύο κράτη. Τον Απρίλιο του 2021, μετά την άτυπη συνάντηση της Γενεύης, ο Γκουτέρες δήλωσε ότι δεν είχε βρεθεί επαρκές κοινό έδαφος για την έναρξη επίσημων συνομιλιών.

Για πρώτη φορά μετά από δεκαετίες αμφισβητούνταν ανοικτά η ίδια η βάση της διαδικασίας.

Η τουρκοκυπριακή πλευρά και η Άγκυρα ζητούσαν αναγνώριση κυριαρχικής ισότητας και ίσου διεθνούς καθεστώτος πριν από οποιαδήποτε διαπραγμάτευση.

Η επιστροφή άρχισε αργά.

Το άτυπο δείπνο του Οκτωβρίου 2024 στη Νέα Υόρκη και η διευρυμένη συνάντηση της Γενεύης τον Μάρτιο του 2025 μπορεί να μην αποκατέστησαν το κοινό έδαφος, αλλά έσπασαν την απόλυτη ακινησία και το δυσβάστακτο αδιέξοδο . Ο Ερχιουρμάν αλλάζει το κλίμα Η εκλογή του Τουφάν Ερχιουρμάν τον Οκτώβριο του 2025 ήταν η σημαντικότερη εσωτερική εξέλιξη στην τουρκοκυπριακή κοινότητα μετά την εκλογή Τατάρ. Ο Ερχιουρμάν εξελέγη με 62,7%, έχοντας ταχθεί υπέρ της επανόδου στις συνομιλίες και της αναζήτησης ομοσπονδιακής λύσης στο πλαίσιο του ΟΗΕ.

Σίγουρα το αποτέλεσμα δεν αποτελεί δημοψήφισμα για το Κυπριακό καθώς στην ψήφο βάρυναν η οικονομία, η διακυβέρνηση, οι σχέσεις με την Τουρκία και η αγωνία των Τουρκοκυπρίων για τη διατήρηση της δικής τους πολιτικής ταυτότητας.

Δείχνει, ωστόσο, ότι η τουρκοκυπριακή κοινωνία δεν έχει εγκαταλείψει συλλογικά την προοπτική της επανένωσης.

Μετά από πέντε χρόνια κατά τα οποία η ηγεσία της επέμενε αποκλειστικά στα δύο κράτη, υπάρχει ξανά Τουρκοκύπριος συνομιλητής που αναφέρεται στην ομοσπονδιακή λύση. Τον Νοέμβριο του 2025, παρουσία του Ερχιουρμάν, ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν επανέλαβε ότι η Άγκυρα θεωρεί τα δύο κράτη ως τη ρεαλιστικότερη επιλογή.

Επομένως, η επαναφορά του διαλόγου μεταξύ των δύο κοινοτήτων δεν έχει ακόμη γεφυρώσει τη βασική αντίθεση.

Από τη μία, δηλαδή, το πλαίσιο της ομοσπονδίας που στηρίζει ο ΟΗΕ και από την άλλη η τουρκική αξίωση για κυριαρχική ισότητα και δύο κράτη. Ο Γκουτέρες και ο χρόνος που τελειώνει Η επίσκεψη του Αντόνιο Γκουτέρες στην Κύπρο, από τις 27 μέχρι τις 29 Ιουλίου, ανεβάζει τη διαδικασία στο ανώτατο πολιτικό επίπεδο.

Δεν υπάρχει ακόμη επίσημη επανέναρξη διαπραγματεύσεων ούτε επιβεβαιωμένο συνολικό σχέδιο.

Δεν χρειάζεται, συνεπώς, να δημιουργηθούν προσδοκίες για άμεσο άλμα προς τη λύση.

Η σημασία της επίσκεψης βρίσκεται στην προσωπική εμπλοκή ενός Γενικού Γραμματέα που ήταν παρών στο Κραν Μοντανά και γνωρίζει τι έχει συμφωνηθεί, τι παραμένει ανοικτό και πού ακριβώς σταμάτησε η διαδικασία.

Η θητεία του ολοκληρώνεται στο τέλος του 2026.

Αυτό δημιουργεί έναν πραγματικό χρονικό περιορισμό.

Δεν γνωρίζουμε αν ο Γκουτέρες θα επιχειρήσει μια τελευταία μεγάλη πρωτοβουλία.

Γνωρίζουμε όμως ότι η αλλαγή ηγεσίας στον ΟΗΕ μπορεί να οδηγήσει σε νέα περίοδο αναμονής, μέχρι ο επόμενος Γενικός Γραμματέας να ενημερωθεί για το κεκτημένο, να ορίσει προτεραιότητες και να αποφασίσει πόσο πολιτικό κεφάλαιο θα επενδύσει στο Κυπριακό. Η Ευρώπη στο παιχνίδι Η εμπλοκή της Ευρωπαϊκή Ένωση δεν είναι νέα στο Κυπριακό.

Η σημερινή της θέση, όμως, διαφέρει από εκείνη της περιόδου 1999-2004.

Τότε, η ένταξη της Κύπρου και η υποψηφιότητα της Τουρκίας δημιουργούσαν ένα ισχυρό χρονικό και πολιτικό κίνητρο.

Σήμερα η Κυπριακή Δημοκρατία είναι ήδη κράτος-μέλος και οι ενταξιακές διαπραγματεύσεις της Τουρκίας βρίσκονται ουσιαστικά παγωμένες.

Παρά ταύτα, η Άγκυρα εξακολουθεί να ενδιαφέρεται για την οικονομική συνεργασία, την τελωνειακή ένωση, τις θεωρήσεις εισόδου, τις επενδύσεις και τον πολιτικό διάλογο με την Ευρώπη. Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο συνέδεσε από τον Απρίλιο του 2024 την περαιτέρω ανάπτυξη των ευρωτουρκικών σχέσεων με την επανέναρξη και την πρόοδο στο Κυπριακό.

Ο διορισμός του Ραφαέλε Φίτο ως ειδικού αντιπροσώπου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής δίνει σε αυτή τη θέση πιο συγκεκριμένη μορφή, όπως έγινε και το 2017 με την Φεντερίκα Μογκερίνι. Η ΕΕ δεν μπορεί να υποκαταστήσει τον ΟΗΕ ούτε να επιβάλει λύση.

Μπορεί όμως να συμβάλει εκεί που διαθέτει πραγματική ισχύ.

Στην εφαρμογή, δηλαδή, του ευρωπαϊκού κεκτημένου, στην οικονομική σύγκλιση, στη χρηματοδότηση της συμφωνίας και στη διαμόρφωση κινήτρων προς την Τουρκία.

Χωρίς την Τουρκία δεν μπορούν να λυθούν τα ζητήματα της ασφάλειας, των εγγυήσεων και των στρατευμάτων.

Και χωρίς κίνητρο, δύσκολα θα μετακινηθεί η Άγκυρα από μια θέση που θεωρεί ότι εξυπηρετεί τα συμφέροντά της. Η Ανατολική Μεσόγειος άλλαξε Η σημερινή κινητικότητα δεν μπορεί να αποσυνδεθεί από όσα συμβαίνουν γύρω από την Κύπρο.

Ο πόλεμος στην Ουκρανία επανέφερε την άμυνα, την ενέργεια και την ασφάλεια των θαλάσσιων οδών στην κορυφή της ευρωπαϊκής ατζέντας.

Δεν πρέπει, βεβαίως, να εξαχθεί το εύκολο συμπέρασμα ότι οι μεγάλες δυνάμεις χρειάζονται τη λύση για να αξιοποιήσουν την Κύπρο.

Μέχρι σήμερα έχουν αποδείξει ότι μπορούν να συνεργάζονται με την Κυπριακή Δημοκρατία και υπό τις συνθήκες της διαίρεσης.

Η σημερινή γεωπολιτική πραγματικότητα θέτει, όμως, ένα διαφορετικό ερώτημα.

Μπορεί η μόνιμη διαίρεση ενός κράτους-μέλους της ΕΕ, με τουρκικά στρατεύματα στο έδαφός του και μια ανοιχτή ελληνοτουρκική εκκρεμότητα, να θεωρείται μακροπρόθεσμα σταθερότητα; Μια λύση δεν θα εξαφάνιζε τις ελληνοτουρκικές διαφορές ούτε θα έλυνε τα προβλήματα της Ανατολικής Μεσογείου.

Θα αφαιρούσε, όμως, μια μόνιμη εστία έντασης και θα επέτρεπε στην Κύπρο να λειτουργήσει ως ενιαίο ευρωπαϊκό κράτος σε μια περιοχή που γίνεται ολοένα πιο ασταθής.

Γιατί η συγκυρία έχει σημασία Δεν υπάρχει μία εξέλιξη που να καθιστά το 2026 έτος λύσης, υπάρχει η ταυτόχρονη παρουσία αρκετών παραγόντων.

Υπάρχει νέα τουρκοκυπριακή ηγεσία που μιλά ξανά για ομοσπονδία.

Υπάρχει προσωπική εμπλοκή του Γενικού Γραμματέα.

Υπάρχει μια Ευρωπαϊκή Ένωση που συνδέει πιο καθαρά το Κυπριακό με τις σχέσεις της με την Τουρκία.

Υπάρχει σχετική ύφεση στις ελληνοτουρκικές σχέσεις και μια Άγκυρα που επιδιώκει να ενισχύσει τους διαύλους της με τη Δύση.

Την ίδια στιγμή, το βασικό εμπόδιο παραμένει. Η Τουρκία δεν έχει εγκαταλείψει τα δύο κράτη.

Η συγκυρία, επομένως, δεν είναι λύση, ούτε το κοινό έδαφος, αλλά η δυνατότητα να αναζητηθεί ξανά το κοινό έδαφος.

Και αυτή η δυνατότητα δεν πρέπει να υποτιμηθεί.

Η διχοτόμηση δεν περιμένει συμφωνία Η υπέρ της λύσης στάση δεν μπορεί να στηρίζεται σε ευχολόγια.

Οφείλει να αναγνωρίζει τις δυσκολίες, τα λάθη του παρελθόντος και τους κινδύνους μιας κακής ή μη λειτουργικής συμφωνίας.

Οφείλει, όμως, να αναγνωρίζει και ότι η εναλλακτική δεν είναι μια ασφαλής ακινησία καθώς αυτή αλλάζει καθημερινά τα δεδομένα.

Εδραιώνει ξεχωριστές δομές, απομακρύνει τις δύο κοινωνίες, δημιουργεί νέα τετελεσμένα και μετατρέπει σταδιακά τη διχοτόμηση από προσωρινή κατάσταση σε πολιτική κανονικότητα.

Το παράθυρο του 1977 έδωσε τη βάση, όχι τη λύση.

Η προσπάθεια του 1992 έδωσε πλαίσιο, όχι συμφωνία. Το Ελσίνκι και η ευρωπαϊκή διεύρυνση έφεραν ένα ολοκληρωμένο σχέδιο, όχι κοινή αποδοχή. Το Κραν Μοντανά έφερε όλους τους κρίσιμους παίκτες στο ίδιο τραπέζι, όχι την τελική απόφαση.

Όπως και η σημερινή συγκυρία μπορεί να αποδειχθεί ανεπαρκής.

Το ερώτημα είναι αν θα δοκιμαστεί ή αν θα ακυρωθεί προτού ακόμη πάρει συγκεκριμένη μορφή.

Αν το πολιτικό σύστημα θα συζητήσει όσα ενδεχομένως παρουσιαστούν ή θα επιστρέψει από την πρώτη στιγμή στην ασφάλεια των συνθημάτων και της δαιμονοποίησης. ΣΚΕΥΗ ΣΤΑΥΡΟΥ/ΑΛΗΘΕΙΑ/19/072026

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης - Επικοινωνία
Update cookies preferences