Απόσπασμα από το νέο μου βιβλίο ΔΙΑ ΛΕΒΕΝΤΙΑΝ ...Μια πιο επισταμένη έρευνα πάνω στο γεγονός αυτό και τη σχετική μυθοπλασία θα μας έδινε πολλά και ενδιαφέροντα στοιχεία γενικότερα για τη σχέση των...
Απόσπασμα από το νέο μου βιβλίο ΔΙΑ ΛΕΒΕΝΤΙΑΝ ...Μια πιο επισταμένη έρευνα πάνω στο γεγονός αυτό και τη σχετική μυθοπλασία θα μας έδινε πολλά και ενδιαφέροντα στοιχεία γενικότερα για τη σχέση των μετακινούμενων κτηνοτρόφων με τους ληστές αλλά και τη διαχείριση εκ μέρους των κοινοτήτων αυτής της ιστορικής πραγματικότητας.
Θα μπορούσε να μιλήσει κανείς για την κατά Δαμιανάκο «παράδοση ανταρσίας» σε σχέση με τα ήθη και έθιμα των νομάδων κτηνοτρόφων, που υπήρξαν οι κατεξοχήν «ληστοτρόφοι» (Δαμιανάκος,1987). Θα μπορούσε, επίσης, να μιλήσει κανείς για τη σύγκρουση ανάμεσα στις τοπικές αρχές και την κεντρική κρατική εξουσία, αλλά και τις εσωτερικές συγκρούσεις σε ό,τι αφορά τις κοινότητες και τα ίδια τα πρόσωπα.
Δυστυχώς, εγώ δεν γνώρισα τον Σ.Ζ, για να τον ρωτήσω πώς ο ίδιος βίωσε αυτή την εσωτερική σύγκρουση, η οποία, αν κρίνω από τις αφηγήσεις των συγγενών, σίγουρα υπήρξε.
Η αίσθηση, ωστόσο, που μου έχει μείνει και από τις αφηγήσεις του προπάππού μου Τασιούλη Ζαρκάδα αλλά και της γιαγιάς μου Ευδοκίας, της κόρης του, είναι ότι τα αισθήματα στο σόι ήταν ανάμεικτα.
Μια αμφισημία υπέβοσκε στα λόγια τους, όταν μιλούσαν μεταξύ τους ή διηγούνταν σ' εμάς τους νεότερους αυτή την ιστορία.
Τουλάχιστον κάτι τέτοιο εγώ προσλάμβανα, γι’ αυτό πιστεύω, τώρα που το ξανασκέφτομαι, έγραψα στη λεζάντα «δολοφόνος». Η αμφισημία, οι αντιφατικές γενικά αναφορές έχουν να κάνουν, κατά τη γνώμη μου, με τη σύγκρουση ανάμεσα στην παράβαση του κώδικα της μπέσας που διείπε τον δεσμό της αδελφοποιίας, από τη μια κι από την άλλη την επίσημη νομιμότητα.
Επιπλέον, υπήρχε και η δικαιολογία ότι, εάν δεν έκανε αυτό που έκανε, κινδύνευε και η δική του ζωή.
Να σημειώσουμε εδώ, επίσης, και το γεγονός ότι φημολογούνταν πως η συμμορία ετοιμαζόταν να δραπετεύσει στην Αλβανία, νιώθοντας περικυκλωμένη από τα αποσπάσματα.
Αυτό κάνει την υπόθεση πιο σύνθετη, με την έννοια ότι ο Ζαρκάδας θα μπορούσε να τον αφήσει να δραπετεύσει, αλλά από την άλλη δεν θα κατηγορούνταν ότι συνέπραξε σε κάτι τέτοιο; Σκοπός μου εδώ δεν είναι να προχωρήσω σε μια σε βάθος ανθρωπολογική ανάλυση της σχέσης των τοπικών κτηνοτροφικών κοινωνιών με το φαινόμενο της ληστείας, αλλά να αποδώσω τη δική μου υποκειμενική πρόσληψη ενός συγκεκριμένου περιστατικού που αφορά στο παραπάνω ζήτημα, δεδομένης της συγκεκριμένης συγγενειακής σχέσης μου μ' έναν από τους πρωταγωνιστές.
Είναι αλήθεια, ως δική μου αίσθηση βέβαια, ότι στον λόγο των αφηγητών συγγενών μου υπέβοσκε ένας θαυμασμός μέχρι και δέος για τους ληστές, όχι μόνο για τον Φορφόλια.
Για παράδειγμα, και ο λήσταρχος Μπαμπάνης ενεπλάκη σε συγκρουσιακά επεισόδια στο χωριό μου.
Θυμάμαι τον παππού μου να μου εξιστορεί τον βίο και την πολιτεία κάποιων από αυτούς, λέγοντας ότι υπέγραφαν και έγραφαν στις σφραγίδες τους «βασιλείς των ορέων». Ως έφηβο μου έκαναν τόσο μεγάλη εντύπωση αυτές οι ιστορίες, που είχα σκεφτεί να γράψω ένα μυθιστόρημα στα δεκαπέντε μου με τίτλο «Οι βασιλείς των ορέων», έχοντας στον νου μου ιστορίες για τον Γιαγκούλα, τον Μπαμπάνη και τον Φορφόλια.
Θυμάμαι, μάλιστα, πώς ένιωσα όταν είδα για πρώτη φορά σε καρτ ποστάλ κεφάλια ληστών κρεμασμένα σε κάποια πλατεία σε κοινή θέα… Μια από τις ιστορίες είχε να κάνει και με την ομηρία του γιατρού Νίκου Ράπτη, γόνου πλούσιας οικογένειας της Λάρισας, για λύτρα.
Πριν λίγα χρόνια ο γιος του Χαράλαμπος, γιατρός κι αυτός, μου έστειλε το χειρόγραφο του πατέρα του με τις αναμνήσεις από αυτή την ομηρία, χειρόγραφο που, μαζί το άλλο χρονικό ομηρίας Κονιτσιώτη πλούσιου, του Ν. Μπεκιάρη, από ληστές στον Γράμμο, δημοσιεύονται στην παρούσα έκδοση.
Γράφοντας τώρα αυτό το κείμενο, με πλημμυρίζουν λόγια και εικόνες και σκέφτομαι πόσο επιστημονικό είναι, «τι θα πει ακριβώς επιστημονικό», αναρωτιέμαι την ίδια στιγμή.
Έρχεται στον νου μου ένα ποίημα που έγραψα και συμπεριέλαβα στη συλλογή «Ρέματα» (2008): Νύχτες του Φορφόλια Χιονίζει χρόνια στα στήθια μου, πέτρινες νύχτες.
Νύχτες πηχτές φέρνουν στα μαύρα τον Φορφόλια.
Μάτια στο χρώμα του νερού, τριγύρω πρώτο χιόνι. « Δεν με βαρεί ο θάνατος, η μπαμπεσιά με σφάζει», γυρίζει το τραγούδι σιγανά, καβαλικεύει αργά τη θλίψη του, χάνεται στον ασβέστη.» Σκέφτομαι ξανά και ξανά όλες τις «ιστορίες», όλες τις αφηγήσεις που άκουγα από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου μέχρι τις μέρες μας.
Η αίσθηση που έχω είναι ότι διέπονταν όλες από δέος, θαυμασμό αλλά και φόβο.
Υπήρχε στον αέρα μια αμφισημία.
Αναρωτιέμαι τώρα αν αναφέρονταν σε γενναίους ρέμπελους ή σε παλιάνθρωπους κατσικοκλέφτες.
Πάντως, όσες φορές ρώτησα, η απάντηση, αν θυμάμαι καλά, ήταν ότι επρόκειτο περί παλιανθρώπων.
Μάλιστα, αυτή η αξιολόγηση συνοδευόταν από στερεότυπα σχόλια σχετικά με τη εθνοτική ομάδα από την οποία οι περισσότεροι απ’ αυτούς προέρχονταν. Ο Φορφόλιας, ο Μπαμπάνης, ο Τσιαμήτας, π.χ. ήσαν Φαρσεριώτες Βλάχοι, γνωστοί επίσης και ως Αρβαντόβλαχοι.
Έτσι, συχνά γινόταν συνειρμικά αναφορά στα «άγρια» ήθη και έθιμά τους, όπως η ζωοκλοπή, το λογοδόσιμο «από κοιλίας» για γάμο και η βεντέτα.
Σε ό,τι αφορά τα τραγούδια για τους κλέφτες που έχω καταγράψει στο χωριό μου, αυτά είναι αφηγηματικά επικού χαρακτήρα, χωρίς αξιολογικές ή άμεσες συναισθηματικές αναφορές.
Μέχρι και τη δεκαετία του 1970 θυμάμαι προσωπικά την περίπτωση δύο οικογενειών Φαρσεριωτών που ξεκαλοκαίριαζαν τα κοπάδια τους στη Γράμμουστα, οι οποίες είχαν δώσει λόγο πως, αν οι γυναίκες τους που ήταν έγκυες γεννήσουν αγόρι και κορίτσι, θα συμπεθέριαζαν.
Αυτό μάλιστα στη συγκριμένη περίπτωση πραγματοποιήθηκε.
Έχω ακούσει, ωστόσο, ιστορίες που οι αθετήσεις του λόγου, της μπέσας, κατέληξαν σε βεντέτες.
Η ζωοκλοπή ως εθιμική πρακτική ανδρισμού παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον και βέβαια συνδέεται με τις πρακτικές των κλεφτών. (Herzfeld, 1985). Έχω καταγράψει ένα μοιρολόι, που έχει ευρεία διάδοση μεταξύ του συνόλου των Βλάχων, παρότι αναφέρεται σε περιστατικό που συνέβη σε μια οικογένεια Φαρσεριωτών.
Η επισφράγιση της ανδρείας ενός νέου άντρα, κάτι σαν τελετουργία διάβασης, από την εφηβεία στην ενηλικίωση, συχνά γινόταν μέσω της ζωοκλοπής.
Μάλιστα, για να αποδείξει κανείς ότι είναι έτοιμος και ικανός να κάνει δική του οικογένεια, δηλαδή να παντρευτεί, έπρεπε να περάσει απ' αυτή τη μυητική δοκιμασία.
Το παραθέτω σε μετάφραση από τη Βλαχική γλώσσα.
Πρόκειται για μοιρολόι που «ταιριάστηκε» από Φαρσεριώτες και αναφέρεται στην περίπτωση ενός νέου άντρα που στάλθηκε να κλέψει ένα πρόβατο για τον γάμο της αδερφής του και σκοτώθηκε.
Η αναφορά γίνεται στο τραγικό γεγονός ότι την ίδια μέρα έγινε ο γάμος της αδερφής και η κηδεία του αδερφού: Μια αδερφή παντρεύεται στο χωριό κι ο αδερφός τραβάει στον θάνατο. -Κλάψε με, αδερφή, ακόμα λίγο ώσπου να βγουν οι συμπέθεροι στην κορφή -Τι να σε κλάψω, μωρ’ αδερφέ, στο λαιμό του σε πήρε ο πατέρας.
Απ’ τα χίλια πρόβατα δεν βρήκε ένα έρμο για να σφάξει; Εφτακόσια έμπαιναν στη στρούγκα, εσένα σ’ έστελνε να κλέψεις. -Εσένα, αδερφή, σου κάνουν τα μαλλιά κι εμένα μ’ ανάβουν κεριά. Εσένα, αδερφή, σε περιμένει η πεθερά κι εμένα, αδερφή, με περιμένει η γούρνα.
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους