«Τεμπέλα είσαι, Ελένη, από τη φύση σου». «Τεμπέλα είσαι, Ελένη, από τη φύση σου». Ένας 54χρονος άντρας κάθεται σπίτι στη σύνταξη, κι εμένα με περιμένουν κατηγόριες και ένας βουνό από πιάτα. Ξέρεις...
«Τεμπέλα είσαι, Ελένη, από τη φύση σου». «Τεμπέλα είσαι, Ελένη, από τη φύση σου». Ένας 54χρονος άντρας κάθεται σπίτι στη σύνταξη, κι εμένα με περιμένουν κατηγόριες και ένας βουνό από πιάτα.
Ξέρεις, πολύ καιρό δεν μπορούσα να το πω πουθενά.
Όλοι με ρωτούσαν: «Ελένη, πώς τα πας με τον Γιώργο;» — κι εγώ χαμογελούσα κι έλεγα «τέλεια, όλα υπέροχα». Ψέματα, φυσικά.
Τώρα θα σου πω πώς ήταν, χωρίς ωραιοποιήσεις, γιατί νιώθω ότι αν δεν το βγάλω από μέσα μου, θα μου κάθεται σαν πέτρα.
Γνωριστήκαμε στα πενήντα χρόνια της αδερφής μου της Δήμητρας. Ο Γιώργος ήταν καλεσμένος από τη μεριά του άντρα της — κάποιος φίλος από τη δουλειά, ούτε που κατάλαβα ποιος ήταν και γιατί ήρθε.
Καθόταν εκεί, εντυπωσιακός, με πουκάμισο, όμορφα γκρίζα μαλλιά, μιλούσε με σιγουριά.
Στην ηλικία μου, καταλαβαίνεις, δεν πέφτουν πια είκοσι φιλοφρονησεις τη μέρα, κι έρχεται ένας άντρας, μου γεμίζει κρασί, με ρωτάει για τη δουλειά, γελάει με τα αστεία μου.
Μου 'στριψε το κεφάλι, τι να πω. Αρχίσαμε να ανταλλάσσουμε μηνύματα, μετά βγαίναμε.
Με φλέρταρε όμορφα — εστιατόρια, λουλούδια, τηλεφωνήματα κάθε βράδυ «πώς ήταν η μέρα σου, καλή μου;». Εγώ, η χαζούλα, λιώσαμε τελείως.
Σε έναν μήνα — κυριολεκτικά έναν μήνα! — μου λέει «έλα να μείνουμε μαζί, τι υποφέρεις». Εκείνη την εποχή, στο δυάρι μου έμενε η κόρη μου η Σοφία με τον άντρα της και τον μικρό μου εγγονό τον Ανδρέα, τεσσάρων χρονών.
Σκέφτηκα — γιατί όχι, το σπίτι μου είναι, δεν πάει πουθενά, ας ζήσουν οι νέοι ήσυχα, τώρα να αγοράσουν σπίτι είναι όνειρο απραγματοποίητο.
Νόμιζα ότι κάνω καλό και για κείνους και για μένα. Μετακόμισα.
Οι πρώτοι τρεις μήνες ήταν παραμύθι. Ειλικρινά.
Με πήγαινε σινεμά, μαγείρευε κάπου-κάπου, έλεγε «Ελένη μου, αξίζεις το καλύτερο». Το παινευόμουν σε όλες μου τις φίλες, έλεγα — επιτέλους, στα γεράματα βρήκα τον άνθρωπό μου.
Τώρα το θυμάμαι και σκέφτομαι — τι αφελής που ήμουν.
Αν και, ίσως όχι αφελής, απλά ένας άνθρωπος στα πενήντα πέντε θέλει να πιστεύει ότι ακόμα μπορεί να υπάρξει ευτυχία, καταλαβαίνεις; Μετά κάτι σαν να άλλαξε.
Όχι αμέσως, όχι σε μια μέρα — ήρθε σιγά σιγά, σαν νερό που μπαίνει στο υπόγειο.
Στην αρχή ήταν ψιλοπράγματα.
Δουλεύω πωλήτρια σε μαγαζί με είδη οικιακής χρήσης — όρθια όλη μέρα, το βράδυ η πλάτη μου βουίζει, τα πόδια μου πρησμένα.
Γυρνάω σπίτι, και με περιμένει ένα βουνό πιάτα από χθες και σήμερα, βρώμικη κουζίνα, άπλυτα ρούχα.
Του λέω — Γιώργο, μήπως μπορείς να πλύνεις τουλάχιστον τα πιάτα; Διάβασε όλη την εξομολόγηση Γράψε “ΣΥΝΕΧΕΙΑ” στα σχόλια 👇✨ το επόμενο μέρος έρχεται τώρα!
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους