Η πρόσφατη δικαστική απόφαση, με την οποία γιατρός του ΕΣΥ αποζημιώθηκε με 20.000 ευρώ για ηθική βλάβη λόγω επαγγελματικής εξουθένωσης, δεν είναι απλώς μια ακόμη δικαστική είδηση. Είναι ένα καμπανάκι...
Η πρόσφατη δικαστική απόφαση, με την οποία γιατρός του ΕΣΥ αποζημιώθηκε με 20.000 ευρώ για ηθική βλάβη λόγω επαγγελματικής εξουθένωσης, δεν είναι απλώς μια ακόμη δικαστική είδηση.
Είναι ένα καμπανάκι που κάποιοι εξακολουθούν επιδεικτικά να αγνοούν.
Ή, ακόμη χειρότερα, πιστεύουν ότι δεν τους αφορά.
Η υπόθεση φωτίζει μια πραγματικότητα που όσοι εργάζονται στα δημόσια νοσοκομεία γνωρίζουν καλά: η επαγγελματική εξουθένωση δεν είναι πάντα προϊόν της υποστελέχωσης.
Συχνά είναι το φυσικό επακόλουθο ενός τρόπου διοίκησης που αντιμετωπίζει τη νομιμότητα ως διαπραγματεύσιμη και τα δικαιώματα των εργαζομένων ως ενοχλητική πολυτέλεια.
Η διαχείριση των κανονικών αδειών αποτελεί ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα.
Ο εργαζόμενος υποβάλλει εγκαίρως το αίτημά του.
Ο νόμος προβλέπει υποχρεώσεις.
Η διοίκηση, όμως, επιλέγει μια διαφορετική μέθοδο: δεν εγκρίνει, δεν απορρίπτει, δεν αιτιολογεί.
Απλώς… περιμένει.
Αφήνει το ημερολόγιο να κάνει τη δουλειά της.
Όταν η περίοδος χορήγησης της άδειας έχει πλέον παρέλθει, το αίτημα έχει ήδη «λυθεί» μόνο του.
Πρόκειται για μια «τεχνική» που δεν συναντάται στα εγχειρίδια χρηστής διοίκησης· συναντάται μόνο εκεί όπου η κωλυσιεργία βαφτίζεται διοίκηση.
Και επειδή κάθε καθυστέρηση χρειάζεται ένα θεσμικό άλλοθι, ξεκινά η γνωστή παρέλαση γνωμοδοτήσεων.
Ζητείται η άποψη του ενός, μετά του άλλου, ύστερα μιας τρίτης υπηρεσίας, παρότι η αρμοδιότητα λήψης της απόφασης είναι απολύτως σαφής.
Αν συνεχιστεί αυτή η δημιουργική ασάφεια της διοικητικής διαδικασίας, δεν θα προκαλέσει έκπληξη αν στο μέλλον ζητείται γνώμη και από τον θυρωρό ή το συνεργείο καθαριότητας.
Η ευθύνη, προφανώς, θα εξακολουθήσει να μην αναλαμβάνεται από εκείνον που την έχει.
Το αξιοσημείωτο είναι ότι αυτή η πρακτική συνεχίζει να εφαρμόζεται σαν να μην έχει υπάρξει ούτε μία δικαστική απόφαση, ούτε μία καταδίκη διοικήσεων για αντίστοιχες συμπεριφορές.
Σαν η νομολογία να αφορά πάντοτε κάποιον άλλον.
Η διοίκηση, όμως, δεν κρίνεται από την ικανότητά της να μεταθέτει αποφάσεις.
Κρίνεται από την ικανότητά της να τις λαμβάνει νόμιμα, έγκαιρα και με ανάληψη ευθύνης.
Διότι στο τέλος της ημέρας δεν αξιολογείται μόνο τι υπεγράφη.
Αξιολογείται και τι δεν υπεγράφη.
Δεν ελέγχονται μόνο οι αποφάσεις.
Ελέγχονται και οι σιωπές.
Και, όπως δείχνει πλέον η νομολογία, οι σκόπιμες σιωπές μπορεί να αποδειχθούν πολύ πιο δαπανηρές από μια καθαρή και νόμιμη απόφαση.
Όσοι εξακολουθούν να πιστεύουν ότι η παράταση, η αναβολή και η ακινησία αποτελούν μορφή άσκησης εξουσίας, ίσως σύντομα διαπιστώσουν ότι αποτελούν, αντιθέτως, το πιο αδύναμο σημείο της.
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους