ΑΠΟ ΤΟΝ «ΤΖΟΝΙ ΠΗΡΕ ΤΟ ΟΠΛΟ ΤΟΥ» ΣΤΟΝ «ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΜΕΝΟ ΠΟΛΕΜΙΣΤΗ» ΤΟΥ PETE HEGSETH Πριν από πολλά χρόνια, η αντιπολεμική ταινία «Ο Τζόνι πήρε το όπλο του» (Johnny Got His Gun), βασισμένη στο ομώνυμο...
ΑΠΟ ΤΟΝ «ΤΖΟΝΙ ΠΗΡΕ ΤΟ ΟΠΛΟ ΤΟΥ» ΣΤΟΝ «ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΜΕΝΟ ΠΟΛΕΜΙΣΤΗ» ΤΟΥ PETE HEGSETH Πριν από πολλά χρόνια, η αντιπολεμική ταινία «Ο Τζόνι πήρε το όπλο του» (Johnny Got His Gun), βασισμένη στο ομώνυμο έργο του Dalton Trumbo, συγκλόνισε εκατομμύρια ανθρώπους.
Η ταινία αυτή με προβλημάτισε και μπορώ να πω ότι με επηρέασε σημαντικά στο πως διοικούσα ανθρώπους, με υπευθυνότητα, ως αξιωματικός των Ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων.
Ο ήρωάς της, ένας νέος στρατιώτης του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, επιβιώνει από έναν φρικτό τραυματισμό έχοντας χάσει τα άκρα, την όραση, το πρόσωπο, την ακοή και τη φωνή του.
Παραμένει όμως πλήρως συνειδητός, φυλακισμένος μέσα στο ίδιο του το σώμα.
Η ταινία δεν είναι απλώς μια καταγγελία του πολέμου.
Είναι μια βαθιά φιλοσοφική αναμέτρηση με ένα διαχρονικό ερώτημα. «Μέχρι πού μπορεί ένα κράτος να χρησιμοποιεί το ανθρώπινο σώμα ως εργαλείο των πολιτικών και στρατιωτικών του σκοπών»; Ο Τζόνι διατηρείται στη ζωή όχι επειδή ο ίδιος το επέλεξε, αλλά επειδή αποτελεί ένα μοναδικό ιατρικό περιστατικό.
Η ανθρώπινη βούλησή του υποχωρεί μπροστά στην επιστημονική περιέργεια, στη στρατιωτική λογική και στην ανάγκη του συστήματος να αντλήσει γνώση από το σώμα του.
Η ταινία αφήνει να αιωρείται ένα ακόμη πιο ανησυχητικό ερώτημα. ‘Οταν η ιατρική τίθεται ολοκληρωτικά στην υπηρεσία του πολέμου, μήπως ο τραυματισμένος στρατιώτης μετατρέπεται σε πειραματικό υλικό για την ανάπτυξη νέων θεραπειών, νέων τεχνικών αποκατάστασης και νέων μεθόδων που θα επιτρέψουν στους αυριανούς πολυτραυματίες να επιστρέφουν ταχύτερα στο πεδίο της μάχης; Περισσότερο από μισό αιώνα μετά την προβολή της ταινίας, το ερώτημα αυτό αποκτά μια νέα διάσταση.
Δεν αφορά πλέον μόνο τη θεραπεία του τραυματισμένου ανθρώπου, αλλά και την κατασκευή του ενισχυμένου ανθρώπου πριν ακόμη τραυματισθεί.
Οι πρόσφατες δηλώσεις του Secretary of War των ΗΠΑ, Pete Hegseth, για ευρύτερους ελέγχους τεστοστερόνης, ως στοιχείο ενίσχυσης του «πολεμικού ήθους», υπενθυμίζουν ότι η συζήτηση δεν περιορίζεται πλέον στην αποκατάσταση της υγείας, αλλά αγγίζει τα όρια της βιολογικής ενίσχυσης του μαχητή.
Η επιδίωξη βελτίωσης των ανθρώπινων επιδόσεων δεν είναι νέα.
Από την αρχαιότητα ακόμη, οι πολεμιστές και οι αθλητές ακολουθούσαν ειδική διατροφή, με έμφαση στην κατανάλωση κρέατος, χρησιμοποιούσαν βότανα και άλλα φυσικά μέσα για να αυξήσουν τη δύναμη και την αντοχή τους.
Όμως όλες αυτές οι πρακτικές αξιοποιούσαν τις φυσικές δυνατότητες του οργανισμού.
Δεν επιχειρούσαν να ανασχεδιάσουν τον ίδιο τον άνθρωπο.
Η ιστορία του 20ού αιώνα έδειξε πόσο μακριά μπορεί να φτάσει η λογική της φαρμακολογικής ενίσχυσης. Στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, η ναζιστική Γερμανία χορηγούσε μαζικά τη μεθαμφεταμίνη Pervitin, η Ιαπωνία το Philopon, ενώ ΗΠΑ και Βρετανία χρησιμοποιούσαν Benzedrine για να διατηρούν στρατιώτες, πιλότους και πληρώματα σε παρατεταμένη εγρήγορση.
Η πρακτική συνεχίσθηκε και στους πολέμους της Κορέας και του Βιετνάμ.
Το πρόσκαιρο επιχειρησιακό όφελος συνοδεύθηκε από μειωμένη κρίση, παρορμητικότητα, ψυχώσεις, καρδιαγγειακές βλάβες και εξάρτηση.
Χιλιάδες στρατιώτες επέστρεψαν εθισμένοι και δυσκολεύθηκαν να επανενταχθούν, ενώ στην Ιαπωνία η διοχέτευση στρατιωτικών αποθεμάτων μεθαμφεταμίνης στην αγορά προκάλεσε τεράστιο μεταπολεμικό κύμα εξάρτησης.
Το κράτος μπορεί να κέρδισε μάχες, η κοινωνία όμως πλήρωσε τις συνέπειες για δεκαετίες.
Σήμερα, όμως, η εικόνα αλλάζει ριζικά.
Η πρόοδος της βιοτεχνολογίας, της γονιδιακής μηχανικής, της νευροτεχνολογίας, της τεχνητής νοημοσύνης και των διεπαφών εγκεφάλου και μηχανής δημιουργεί για πρώτη φορά τη δυνατότητα όχι απλώς να θεραπεύουμε ή να ενισχύουμε τον άνθρωπο, αλλά να τον ανασχεδιάζουμε.
Η θεραπεία αποκαθιστά μια φυσιολογική λειτουργία.
Η ενίσχυση υπερβαίνει το φυσιολογικό.
Και ο ανασχεδιασμός δημιουργεί έναν διαφορετικό άνθρωπο.
Το πρόβλημα γίνεται ακόμη πιο σύνθετο επειδή ο ανταγωνισμός δεν αφορά πλέον μόνο τον αθλητισμό.
Αφορά πρωτίστως τη στρατιωτική ισχύ.
Αν ένα κράτος πιστέψει ότι ο αντίπαλος αναπτύσσει στρατιώτες με μεγαλύτερη αντοχή, λιγότερη ανάγκη ύπνου, ταχύτερα αντανακλαστικά ή μειωμένο φόβο, θα δεχθεί τεράστια πίεση να ακολουθήσει κι αυτό.
Δημιουργείται έτσι ένας νέος ανταγωνισμός κλιμακούμενων εξοπλισμών, όχι στα όπλα αλλά στον ίδιο τον άνθρωπο.
Τα ερωτήματα που αναδύονται είναι βαθιά πολιτικά και ηθικά.
Ποιος αποφασίζει ποια χαρακτηριστικά πρέπει να αποκτήσει ένας στρατιώτης; Είναι πραγματικά ελεύθερη η συναίνεση ενός ανθρώπου που υπηρετεί σε αυστηρή στρατιωτική ιεραρχία και μάλιστα με τον φόβο να υποβαθμισθεί έναντι των άλλων που υπάκουσαν άκριτα; Ποιος αναλαμβάνει την ευθύνη αν οι βιολογικές παρεμβάσεις προκαλέσουν εξάρτηση, ψυχικές διαταραχές ή μόνιμες βλάβες; Και τι συμβαίνει όταν ο πόλεμος τελειώσει και ο «ενισχυμένος» στρατιώτης καλείται να επιστρέψει στην κοινωνία; Το ακόμη μεγαλύτερο ερώτημα αφορά την ίδια τη δημοκρατία.
Αν γίνει αποδεκτό ότι επιτρέπεται να κατασκευάζονται βιολογικά ανώτεροι στρατιώτες για λόγους εθνικής ασφάλειας, ποιος μπορεί να αποκλείσει ότι αύριο η ίδια λογική θα εφαρμοστεί στους αθλητές, στους αστυνομικούς, στους διασώστες ή ακόμη και στους εργαζομένους υψηλής απόδοσης; Η ταινία του Dalton Trumbo προειδοποιούσε για τον άνθρωπο που καταστρέφεται από τον πόλεμο.
Η εποχή της βιοτεχνολογίας μάς υποχρεώνει να σκεφτούμε έναν νέο κίνδυνο: τον άνθρωπο που κατασκευάζεται για τον πόλεμο.
Η διαφορά είναι τεράστια, αλλά η θεμελιώδης ηθική αρχή παραμένει αμετάβλητη.
Ο άνθρωπος δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται αποκλειστικά ως μέσο επίτευξης στρατιωτικών, οικονομικών ή γεωπολιτικών στόχων.
Η τεχνολογία οφείλει να υπηρετεί την ανθρώπινη αξιοπρέπεια και όχι να την υποκαθιστά. ΚΑΤΑΛΗΓΟΝΤΑΣ Αν ο 20ός αιώνας μάς δίδαξε ότι τα φάρμακα μπορούν να μεταβάλουν προσωρινά τον άνθρωπο, ο 21ος αιώνας μάς προειδοποιεί ότι η βιοτεχνολογία ίσως μπορέσει να τον μεταβάλει μόνιμα.
Η διαφορά δεν είναι ποσοτική, είναι εξόχως ηθική και πολιτισμική.
Από τη χορήγηση ουσιών περνάμε στην πιθανότητα σχεδιασμού του ίδιου του ανθρώπινου είδους. Και ίσως αυτό να είναι το πιο κρίσιμο πολιτικό, ηθικό και δημοκρατικό δίλημμα του αιώνα μας.
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους