Πέτρος Τατσόπουλος: «Είμαι ερωτευμένος με την ίδια τη ζωή» ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΣΤΗΝ ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ ☀️ Το «Παιδί του Διαβόλου», όπως είναι ο τίτλος του τελευταίου βιβλίου του (Μεταίχμιο) δεν μπορεί παρά να...
Πέτρος Τατσόπουλος: «Είμαι ερωτευμένος με την ίδια τη ζωή» ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΣΤΗΝ ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ ☀️ Το «Παιδί του Διαβόλου», όπως είναι ο τίτλος του τελευταίου βιβλίου του (Μεταίχμιο) δεν μπορεί παρά να είναι παθιασμένος, να βιώνει τα πάντα στο κόκκινο και να δηλώνει ερωτευμένος πάνω από όλα με την ίδια τη ζωή, αφού δεν φοβήθηκε ποτέ όχι μόνο να αντιμετωπίσει την εξουσία αλλά και τον ίδιο τον θάνατο.
Πολλά μπορεί να πει κανείς για τον συγγραφέα Πέτρο Τατσόπουλο αλλά σίγουρα δεν μπορεί, ούτε στιγμή, να αμφισβητήσει το πάθος του, τη μάχη του για την αλήθεια και τον έρωτά του για τις λέξεις.
Ο συγγραφέας των απανωτών μπεστ σέλλερ και της ανεξάντλητης παραγωγής ιστοριών δεν έπαψε ποτέ να εμπνέεται και να γράφει, χωρίς να φοβηθεί να μιλήσει για την υιοθεσία του σε ένα από τα πρώτα αυτοβιογραφικά κείμενα –προτού καν γίνουν μόδα- που γράφτηκαν ποτέ αλλά και να εμπνεύσει με τα βιβλία του μια σειρά από ταινίες, να εμπλακεί με την πολιτική, να γυρίσει ακόμα και ντοκιμαντέρ για το 1821 και να βρεθεί, ξαφνικά, από τα τηλεοπτικά στούντιο στο χειρουργικό τραπέζι –και να σωθεί από θαύμα, χωρίς, όμως, να αλλάξει ιδέες.
Ακριβώς επειδή ζει τα πάντα στο κόκκινο, δεν μπορούμε να μην τον ρωτήσουμε πώς εννοεί τον έρωτα και αν αναφέρεται, όχι μόνο στη γυναίκα του, αλλά και τη λογοτεχνία. «Δεν είμαι σίγουρος» είναι η καταλυτική του απάντηση, όσον αφορά το δεύτερο σκέλος. «Γράφω από δεκαοχτώ χρονών (τον Δεκέμβριο θα κλείσω τα εξήντα επτά), έχω δημοσιεύσει είκοσι τρία βιβλία και εκατοντάδες άρθρα, χιλιάδες σελίδες –είναι φυσικό επόμενο να μην αισθάνομαι για τη λογοτεχνία το ίδιο ερωτικό σκίρτημα που αισθανόμουν πριν από σαράντα οκτώ χρόνια, όταν πρωτοξεκινούσα γράφοντας τους “Ανήλικους”. Εάν εξακολουθώ να είμαι ερωτευμένος με κάτι, όσο κοινότοπο και αν ακουστεί, είμαι ερωτευμένος με την ίδια τη ζωή, όχι μόνο διότι κυριολεκτικά στο τσακ κόντεψα να την χάσω πριν από μια επταετία, αλλά κι επειδή είμαι πεπεισμένος πως δεν έχουμε δεύτερη ευκαιρία». Η φράση του είναι κάτι παραπάνω από πραγματική αφού βρέθηκε από τη μια στιγμή στην άλλη να δίνει κυριολεκτικά μάχη για τη ζωή και να βγαίνει νικητής, όπως με τόσες άλλες –μια ζωή που χώρεσε σε πολλές σελίδες καθώς ήταν από τους πρώτους που τόλμησαν με την «Καλοσύνη των Ξένων» (Μεταίχμιο) να αποκαλύψουν καίρια στοιχεία της προσωπικής τους ιστορίας στη λογοτεχνία.
Η ερώτηση, επομένως, είναι πόση αλήθεια μπορεί να συμπεριλαμβάνει ένα τέτοιο βιβλίο που αποκαλύπτει τόσες λεπτομέρειες για την πραγματική του ζωή: «Μια παραλλαγή του ίδιου ρητού, εξαιρετικά “δυσφημιστική” για τους δημοσιογράφους, λέει: “Ποτέ δεν επιτρέπεις στην αλήθεια να σου χαλάσει μια καλή ιστορία”» μας λέει συμφωνώντας με την παραδοχή μας. «Βεβαίως, στην πραγματικότητα –in real life, που λέμε στα χωριά μας- αυτό ακριβώς κάνουμε συνέχεια και κυρίως ασυνείδητα, δίχως να το επιδιώκουμε: “ανασκευάζουμε” ή και “κατασκευάζουμε” εξ αρχής τις δικές μας “αλήθειες”, τη δική μας “πραγματικότητα” και, με τον καιρό, πείθουμε ακόμη και τον ίδιο μας τον εαυτό πως αυτή η “πραγματικότητα”, η επινοημένη, είναι πιο αυθεντική από την αληθινή» μας απαντάει με τον δικό του αποστομωτικό, τατσοπούλειο τρόπο. «Έρευνες και πειράματα στο εξωτερικό έχουν τεκμηριώσει ότι αυτό που αποκαλούμε “μνήμη” αξιόπιστων κατά τα λοιπά ατόμων, όχι μυθομανών, είναι σε μεγάλο ποσοστό –ενίοτε και πάνω από 50%- μια διαρκώς “αναθεωρούμενη” ανάκληση γεγονότων που… δεν συνέβησαν ποτέ.
Η δική μου εμπλοκή με το autofiction –μια υποκατηγορία του non fiction- ξεκινάει με τη δημοσίευση το 2006, πριν από μια εικοσαετία, της “Καλοσύνης των ξένων”, της οποίας άτυπη συνέχεια είναι το πιο πρόσφατο βιβλίο μου, το “Παιδί του Διαβόλου” (2024) κι ενόσω, στο μεσοδιάστημα, έχω δημοσιεύσει και άλλες autofiction αφηγήσεις.
Η ιδιαιτερότητα της “Καλοσύνης των ξένων”, όπου αφηγούμαι την υιοθεσία μου, έγκειται στο γεγονός ότι κυκλοφορεί σε μια εποχή που δεν προστατεύονται τα “προσωπικά δεδομένα” -απεναντίας, κυριαρχούν ακόμη τα τηλεοπτικά “ριάλιτι” κι εκεί σε… ρίχνουν στα σκυλιά, έτσι και τολμήσεις να αφηγηθείς ένα προσωπικό σου βίωμα δίχως τη λεοντή της μυθοπλασίας.
Είχα όμως επίγνωση –και ως πρότυπο, αν θέλεις- πως άλλοι συγγραφείς στο εξωτερικό, όπως ο Τρούμαν Καπότε, ο Τενεσί Ουίλιαμς, ο Νόρμαν Μέιλερ κ.λπ., είχαν τολμήσει να εκμυστηρευτούν πολύ πιο σκανδαλώδεις προσωπικές ιστορίες σε πολύ πιο “σκοτεινές” εποχές.
Πάντοτε θεωρούσα “σιαμαίες” τη γραφή με την τόλμη• χωρίς τη δεύτερη, η πρώτη είναι μια άγευστη παπάρα». Πόσο αληθινός είναι τελικά και πόσο ερωτική ακούγεται μια φράση που περιλαμβάνει τις λέξεις «τόλμη» και «γραφή». Αλλά ο έρωτας δεν μπορεί να υπάρχει χωρίς τόλμη και η ζωή χωρίς θάρρος.
Και αν ένας μπορούσε να την πιάσει πραγματικά από όλες τις άκρες της και να τη βιώσει στο μεδούλι είναι σίγουρα ο Τατσόπουλος.
Είναι, επίσης, αυτός που δεν φοβήθηκε ποτέ να τα βάλει με την εξουσία.
Φάνηκε στον τρόπο που πολιτεύτηκε, που έφυγε από το πρώτο κόμμα όταν είχε ήδη την εξουσία, από το πώς τολμάει να αντιπαρατεθεί με τα μίντια, ακόμα και με τον κλήρο.
Αλλά, όπως λέει, δεν έχει νιώσει ποτέ «παραλυτικό» φόβο. «Γνωρίζω άλλωστε πως οι ποικίλες “εξουσίες”, στη σημερινή Ελλάδα τουλάχιστον, εκτός από τις κατά καιρούς παρενοχλήσεις -μηνύσεις, αγωγές, “δολοφονίες χαρακτήρα”-, είναι αρκετά έξυπνες για να μην χρησιμοποιούν πιο “δραστικούς” τρόπους, έχουν συνειδητοποιήσει πως “καλύτερα αποτελέσματα” θα έχουν με το να σε απομονώσουν ή/και να σε αγνοήσουν.
Από εκεί κι έπειτα, πάντοτε κινδυνεύεις από κάποιον “ξέμπαρκο” που μπορεί να σου επιτεθεί ξαφνικά στο δρόμο, αλλά γι’ αυτό δεν μπορείς να κάνεις και σπουδαία πράγματα, εάν δεν θέλεις να κλειδαμπαρωθείς στο σπίτι σου• δεν σε προειδοποιούν κιόλας αυτοί οι άτιμοι, βρε παιδί μου, μπορεί να σε πλησιάσουν με ένα χαμόγελο και, πριν το πάρεις χαμπάρι, να βρεθείς ξάπλα». Αλλά, όπως του λέω το «Παιδί του Διαβόλου», δεν μασάει, ούτε πτοείται.
Και αυτό που αναρωτιέμαι είναι τι τον κάνει όχι μόνο να είναι ερωτευμένος με τη ζωή αλλά τι τον κάνει να εξακολουθεί να αναζητάει, παρότι εκπεσών άγγελος, τον δικό του παράδεισο στη γραφή: «Είναι μια νοσταλγία για τα “βιβλία πολεμικής” που, όταν εγώ ήμουν νέος, ήταν πολύ του συρμού» μου λέει με τρόπο αφοπλιστικό. «Αναπολώ την εποχή όπου οι άνθρωποι “πολεμούσαν” για τις ιδέες τους, τις όποιες ιδέες τους, και δεν περιφέρονταν απλώς σαν σαχλοκούδουνα• που ζούσαν και ΠΡΙΝ τον θάνατο, όπως έλεγε ο Ρίτσαρντ Μπάρτον στο “Αντώνιος και Κλεοπάτρα”. Και το πείσμα.
Ένα πείσμα ανάλογο με το πείσμα του πιτσιρικά στα “Καινούργια ρούχα του βασιλιά” του Χανς Κρίστιαν Άντερσεν: να βλέπεις τον βασιλιά γυμνό, να ουρλιάζεις ότι ο βασιλιάς είναι γυμνός και οι άλλοι να κοιτούν εσένα ως “αξιοπερίεργο”, όχι τον βασιλιά.
Ναι, με αυτού του είδους την “κανονικότητα” -την παράνοια ως κανονικότητα, στην ουσία- δεν συμφιλιώθηκα ποτέ, ούτε και προβλέπω να συμφιλιωθώ ποτέ όσο ζω. Μου λένε ότι ο βασιλιάς –η Εκκλησία, εν προκειμένω, στο “Παιδί του Διαβόλου”- είναι πανίσχυρος, έχει μια βαθύτατα πελατειακή σχέση με την Πολιτεία κι εξασφαλίζει ένα διαχρονικό δικαστικό απυρόβλητο, ακόμη και για εξόφθαλμες απάτες, καταγεγραμμένες on camera, χώρια που χειραγωγεί περίφημα το ποίμνιό του με το “Σύνδρομο της Στοκχόλμης” (θύτες και θύματα, λύκοι και πρόβατα, έχουν τα ίδια συμφέροντα). Δεν με νοιάζει.
Τίποτε δεν πρόκειται να κάμψει το γαϊδουρινό μου πείσμα.
Και αν το δεις έτσι, από τότε που έγραφα τους “Ανήλικους”, για μένα δεν πέρασε ούτε μια μέρα.
Δεν ενηλικιώθηκα ποτέ». Ευτυχώς να πούμε εμείς.
Γιατί ο Πέτρος Τατσόπουλος θα είναι πάντα ένας αμετανόητος, ερωτευμένος έφηβος με αυτά που μας μεταμορφώνουν και μας εμπνέουν –όπως παραδέχεται με τη ζωή την ίδια.
-------------------------------------------------------------------------- ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ «The Opinion – Αφορμή» (έντυπη έκδοση, τεύχος 03) – Ιούνιος 2026. ☀️
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους