Το ερώτημα της εποχής είναι αν ισχύουν οι χαρακτηρισμοί που διαμορφώνουν τις θέσεις και καθορίζουν τις σκηνοθετικές παρεμβάσεις στην Άλκηστη του Ευριπίδη αν το έργο είναι ιλαροτραγωδία, τραγικωμωδία...
Το ερώτημα της εποχής είναι αν ισχύουν οι χαρακτηρισμοί που διαμορφώνουν τις θέσεις και καθορίζουν τις σκηνοθετικές παρεμβάσεις στην Άλκηστη του Ευριπίδη αν το έργο είναι ιλαροτραγωδία, τραγικωμωδία κι όλα αυτά.
Φυσικά δεν ισχύει τίποτα τέτοιο γιατί αφ ενός δεν υπάρχουν αυτοί οι όροι καθως είναι εφευρήματα της εποχής μας και ιδιαίτερα του Kitto, που επηρέασε πολύ τους θεωρητικούς του μέσου του αιώνα που πέρασε και αφ ετέρου γιατί δεν αρκεί ένα ευχάριστο τέλος για να χαρακτηρίσει ένα ολόκληρο εργο στο οποίο ο βασικός πρωταγωνιστής από την αρχή ως το τέλος πάσχει και δονείται με τέτοιο πάθος που ακόμα και η λυτρωτική του έργου ακροτελεύτια πράξη να μην αρκεί για να ανατρέψει την θλίψη και τον πόνο που έχει σκορπιστεί σε όλη την διάρκεια του.
Γιατί ο Άδμητος είναι ένας από τους πιο τραγικούς ήρωες του αρχαίου δράματος.
Όχι μόνο πάσχει από τον επικείμενο θάνατο της αγαπημένης του συζύγου, στην οποία μένει πιστός ακόμα και κι όταν εκείνη έχει πεθάνει, όχι μόνο τον κυκλώνουν οι τύψεις για την άδικη μοίρα που του επιφυλλάσει η θεία δύναμη, αλλά και γιατί πρέπει να υποκριθεί στον αγαπημένο φίλο του Ηρακλή πως δεν υπάρχει πένθος και κανένας λόγος να μην τον τιμήσει με την φιλοξενία του.
Είναι ταυτόχρονα βαθεία πικραμένος ακόμα και από τους ίδιους τους γονείς του που δεν θέλησαν ακολουθώντας την προφητεία να θυσιαστούν αυτοί αντί για τον γιο τους. Η Άλκηστη είναι μια αληθινή τραγωδία του πόνου της απώλειας, της αναγνώρισης αληθινών συναισθημάτων πικρίας και απογοήτευσης και κυρίως ένα σύμβολο της φιλίας και της φιλοξενίας που δοκιμάζει φέρνοντας στα όριά του τον κυρίαρχο ρόλο του έργου.
Ως τώρα τα τελευταία χρόνια οι εκδοχές του έργου που είχαμε δει, ακόμα και σε δουλεμένες και καλές παραστάσεις, παρουσίαζαν τον Άδμητο πότε ως αβουλο ον, πότε ως φαλλοκράτη αναχωρητή, που μοιραία οδηγούσε ως την παρωδιακή απόδοση του ρόλου, ως κριτική του θεσμού της βασιλείας, ενώ κάτι τέτοιο δεν ήταν στις προθέσεις του ποιητή.
Όλα αυτά έχουν την ρίζα τους στην σκηνή που ο Φέρης (Κωνσταντίνος Αβαρικιώτης εδώ) πατέρας του Άδμητου προσπαθώντας να ανταπαντήσει σύμφωνα πάντα με την ανατροπή επιχειρηματολογίας, μόνιμο και σταθερό μοντέλο, χαρακτηριστικό της μεθόδου στα έργα του Ευριπίδη, τον κατηγορεί για δειλία εφ’ όσον μπορούσε ο ίδιος να πεθάνει απαλλάσοντας από το βάρος της θυσίας την Άλκηστη.
Αυτό που αγνοούν αυτές οι παρουσιάσεις είναι η ιδιότητα του Άδμητου. Ο Άδμητος είναι βασιλιάς, δηλαδή υπεύθυνος για την εύρυθμη λειτουργία του κράτους του οποίου έχει την ευθύνη.
Δεν έχει το δικαίωμα να πεθάνει ακόμα κι αν το επιθυμεί.
Γι αυτό είναι βαθιά τραγικό πρόσωπο.
Γι αυτό είναι δέσμιος της μοίρας και η όλη πορεία του μέσα στο ίδιο το έργο καταδεικνύει την βαθιά του απόλυτη αποδοχή της έννοιας της ευθύνης.
Ο ποιητής τον αξιώνει με τέσσερις κομμούς καθιστώντας το όλο έργο ένα διαρκή θρήνο, απ’ όπου οι μόνες φωτεινές ανάσες μέσα στον απόλυτο ζόφο είναι τό επεισόδιο με το ξέφρενο κέφι του, αγνοώντος την τραγωδία, Ηρακλή.
Σε καμία άλλη τραγωδία, ούτε στις πιο τραγικές, όπως οι Τρωάδες, δεν υπάρχουν τέσσερα θρηνητικά άσματα με τέτοια δύναμη και μέγεθος.
Μόνο από πηγή τον Αριστοφάνη, το άγνωστο σε μας χαμένο έργο του Ανδρομέδα, περιέχει αντίστοιχα σε μέγεθος μουσικά μοτίβα που σκίζουν τα σπλάχνα όταν ακούγονται οι θρηνητικές κραυγές του κοριτσιού που δεμένο σε βράχο περιμένει το κοίτος να την κατακρεουργήσει και να την καταπιεί.
Και το περιπετειώδες έργο αυτό έχει αίσιο τέλος καθώς την διασώζει ο Περσέας.
Είναι η πρώτη φορά μετά από πολλά χρόνια που το έργο αποδώθηκε κατα την γνώμη μου σωστά και ακόμα ο σκηνοθέτης Δημήτρης Καρατζάς θέλησε να τονίσει το σκοτεινό και το τρομερό μοτίβο της τραγωδίας κάτι που επίσης ξεχνάμε τελευταία.
Για να το πετύχει αφενός ανέσυρε παλιές πρακτικές συγχρονισμού του Χορού, που δουλεύτηκε πολύ κινησιολογικά από τον Τάσο Καραχάλιο, φώτισε την παράσταση υποτονικά με όμορφους σχεδιασμούς της Ελίζας Αλεξανδροπούλου, τοποθέτησε τον Θάνατο σε κυριάρχη θέση με ένα ενδιαφέρον σκηνικό που περέπεμπε σε πασίγνωστο σύγχρονο δράμα και έκανε σαφή την πρόθεσή του πως αυτό που υπηρετεί είναι τραγωδία κι όχι κάτι άλλο.
Είμαι χαρούμενος που τα γράφω αυτά γιατί ως τώρα ότι έχω δει από τον συγκεκριμένο σκηνοθέτη ήταν συνήθως υπονομευτικά των έργων απόλυτα συνυφασμένα μέσα στο κλίμα της αποδόμησης.
Φαίνεται πως η δύναμη της Ορέστειας του Τερζόπουλου με την αυστηρότητα της τελετουργικής γραφής της άρχισε να επηρεάζει και τους νεώτερους σκηνοθέτες και κατάφερε να εισδύσει οδηγώντας σε ορθολογιστικές μεθόδους ερμηνείας ευτυχώς απομακρύνοντας μας από την ανοησία.
Να γιατί είναι αναγκαίος ένας δάσκαλος μπροστάρης.
Η παράσταση ωστόσο είχε τα τεχνικά προβλήματά της.
Το εντυπωσιακό σκηνικό του Κωνσταντίνου Σκουρλέτη, μια τεράστια μετσλική, μηχανική και άχρονη χοάνη που στεκόταν σαν γέφυρα ανάμεσα στον πάνω και τον κάτω κόσμο ενώ οδήγησε σωστά την ερμηνεία, ταυτόχρονα την υποδούλωσε κι όλας επιβάλλοντας την παρουσία της καθοριστικά.
Μια μηχανή ζωής που γεννούσε και κατάπινε τους ηθοποιούς, τους αναδείκνυε καθώς σκαρφάλωναν πάνω της, όπως σκαρφαλώνει κανείς στην εξουσία και την ίδια στιγμή τους ρουφούσε σε μια στροβιλιστική δίνη για να τους ξεβράσει στα έγκατα.
Όλο αυτό ενώ όπως έγραψα ενώ καθόρισε την παράσταση ταυτόχρονα κούρασε με την συνεχή του κίνηση (δεν ξέρω πως θα γινόταν αλλιώς) και λειτούργησε αγχωτικά στους θεατές που συχνά κρατούσαν την ανάσα τους.
Γιατί οι ηθοποιοί δεν είναι ακροβάτες (εκτός ίσως από τον Κην του Δουμά) και είχε αντίχτυπο στη φωνητική απόδοσή τους. Ο Χορός ενώ εκανε υπεράνθρωπες προσπάθειες παρα την χρήση των ενοχλητικών μικροφώνων, δεν κατάφερε να φτάσει στο κοινό και να μεταδώσει το αναγκαίο μούρμουρο του θρήνου και της απόγνωσης.
Μπορεί να έφταιγε και το άγχος της πρεμιέρας όμως σε αυτό.
Ξεχώρισε η Δήμητρα Βλαγκοπούλου ως υπηρέτρια-αγγελιοφόρος δεινών.
Όλοι οι ηθοποιοί κινήθηκαν με απόλυτη αρμονία στο εικαστικό μέρος της παράστασης που ανάγλυφα σχεδιάστηκε εξαρχής με την παρουσία του Κώστα Νικούλη με την έξοχα πλαστική κίνηση του Απόλλωνα και σε αντιδιαστολή την απόλυτη ακινησία της Θεοδώρας Τζήμου ως Θάνατο.
Επίσης καλο θα ήταν να κοπούν τα πρόσθετα λόγια που αλλοιώνουν το κείμενο και δεν είναι δα και σπουδαίες φιλοσοφίες για να έχουν τη θέση τους σε μια τέτοια παράσταση τα οποία υποχρεώθηκε να πει η θαυμάσια ηθοποιός. Η Ηρώ Μπέζου ήταν χωρίς καμία αμφιβολία η ιδανική Άλκηστις.
Στον σύντομο ρόλο της το πάθος, η συγκίνηση, ο πόνος της μάνας που αποχωρίζεται τα παιδιά της, η αυτοθυσία για ένα άξιο της σύζυγο αποδόθηκαν θαυμαστά. Ο Γιάννης Νιάρρος ο πιο καθαρός και σαφής Άδμητος των τελευταίων χρόνων.
Στον τελευταίο κομμό σπαρακτικός μόλο που λόγω των άθλιων μικροφώνων που περιορίζουν τις ερμηνευτικές δυνατότητες, δεν καταφέραμε να διακρίνουμε τα όρια της γκάμας του.
Παρ’ όλ’ αυτά κατάφερε να σταθεί στο μέγεθος του άρχοντα και να αποδώσει με την πρέπουσα συγκίνηση τον ατέλειωτο θρήνο.
Σε τελική ανάλυση μια πολύ ενδιαφέρουσα παράσταση με κάποια αρνητικά στοιχεία που εύχομαι με την άσκηση να απαλλαγούμε σύντομα κι από αυτά και με την ευχάριστη παραδοχή πως κινήθηκε σε σωστό δρόμο. Το Εθνικό θέατρο γιατί κι αυτό πρέπει να το πούμε δεν φειδωλεύτηκε και στήριξε την παραγωγή της δύσκολης κατασκευής του σκηνικού που καθόρισε την όψη και την ερμηνεία της παράστασης.
Τέλος η ανάλυψη από το φαγητάδικο "Γρηγόρης" του αρχαιολογικού χώρου που οδηγεί στο θέατρο αποτελεί ντροπή και αίσχος καθώς κατάφερε να υποβιβάσει τον φιλόξενο τόσα χρόνια γεμάτο ζωή χώρο της υποδοχής των παραστάσεων του φεστιβάλ σε κάτι τριτοκοσμικό και απόλυτα ανεπαρκές για το μέγεθος του κόσμου που πλήττει και προσβάλει την εικόνα του φεστιβάλ στο παγκόσμιο κοινό και χωρίς να είναι υπεύθυνο καθώς απ ότι έμαθα "φορέθηκε".
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους